Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Φεβρουαρίου 2015

εικοσιπέντε καθαρές δευτέρες πριν


Αλήτες δεν μας έλεγες με την κανονική σημασία της λέξης. "Κακομαθημένα κωλοπαίδια (ή μήπως καλομαθημένα) που άκουγαν και χορεύαν ροκ εν ρολ μετατρέποντας σε αλκοόλ και τα όποια ύστερα φράγκα τους έστελναν οι γονείς τους για να σπουδάσουν" ίσως να είναι μια ακριβέστερη αυτάρεσκη περιγραφή για εκείνη την εποχή.

Συχνά πυκνά χωρίς χρήματα στην τσέπη και τα πορτοφόλια, δεν ήταν λίγες οι φορές που πίναμε το ενοίκιο σε αλκοόλ βάζοντας ενέχυρο το φαγητό του επόμενου μήνα για να επιβιώσουμε. Κάποιους τέτοιους καιρούς θεωρούσαμε θεόσταλτα – και όντως ήταν τέτοια – οποιαδήποτε βρώσιμα προϊόντα έμεναν …ασυνόδευτα (ή έστω με ελλιπή φύλαξη) κι έπεφταν στην αντίληψη μας τα ξημερώματα που γυρνούσαμε στα κοντινότερα σπίτια να κοιμηθούμε. Σακιά με τις πατάτες έξω από εστιατόρια, καφάσια με φρέσκα απαστερίωτα γάλατα από κλειστά λόγω ώρας ζαχαροπλαστεία και φούρνους, είδη μαναβικής (μπανάνες, μήλα, …αβοκάντο) από οπωροπωλεία, σοκολάτες και τούρτες παγωτό από περίπτερα άλλαζαν ριζικό και προορισμό σε δευτερόλεπτα. Έφταναν μόνο μια δυο συνωμοτικές ματιές.

Κι έπειτα όλα μοιράζονταν ακριβοδίκαια. Παρότι υπερμεγέθης, μια παρέα σαν τη δική μας είχε την αξία της κοινοκτημοσύνης υπεραναπτυγμένη.

Ταραμοσαλάτα, τουρσί, ελιές και καλαμαράκια το σχέδιο για κάποια  Καθαρά Δευτέρα που αποφασίστηκε να περάσουμε στην πέριξ της Πάτρας εξοχή έχοντας ξεμείνει – από επιλογή ή λόγω αφραγκίας  δε το θυμάμαι -  μακριά από τις γενέτειρές μας. 

Στο κεντρικό – το μόνο ανοιχτό - πολυτελές γκουρμεδο-σουπερμάρκετ έχουμε μπει περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα παρά για να κουβαλήσουμε τα ψώνια σχεδόν οι μισοί. Oι δε υπόλοιποι περιμένουν έξω από τις συρόμενες πόρτες του μαγαζιού και διασκεδάζουν με την ευαισθησία του φωτοκύτταρου που τις ανοιγοκλείνει. 

Βιαστικά στο καροτσάκι του σουπερμάρκετ αράζουν όσες προγραμματισμένες παραγγελίες αντέχουν τα πορτοφόλια μας ενώ  - παρότι χωρίς έφεση στο θράσος του οργανωμένου πλιάτσικου -μέσα σε γυναικείες τσάντες, κωλότσεπες και φόδρες φαρδιών παλτών σαλτάρουν χωρίς καμμία συννενόηση ουκ ολίγα βαζάκια και κονσέρβες με γεύσεις ακριβές. Καβουροπόδαρα, χαβιάρι κόκκινο και μαύρο, μπαγκέτες αστακού, χταποδάκι καπνιστό, ψαχνό αχινού, μουστάρδα με πίκλες κοκ.

Είμαστε έτοιμοι για την ηρωική έξοδο όταν αντιλαμβάνομαι μέσα από τον μεγάλο καθρέφτη που κρέμεται από την οροφή του καταστήματος, την αντανάκλαση του οργισμένου βλέμματος του ιδιοκτήτη. Τον βλέπω που καρφώνει τα μάτια του στην άγαρμπα φουσκωμένη τσάντα μιας ...συνεργού.

Στο ταμείο, στον εξονυχιστικό έλεγχο που περάσαμε όλοι οι κάτω των είκοσι παριστάμενοι βρεθήκαμε καθαροί. Στις τσέπες και τις τσάντες μας μας υπήρχαν μόνο κέρματα, τσιγάρα, λερά μυξομάντηλα, φλούδες από πορτοκάλι, αναπτήρες, νυχοκόπτες και προφυλακτικά. 

 Το σύνθημα, διάδρομο το διάδρομο είχε προλάβει να διαδοθεί. Όλα είχαν επιστρέψει στη θέση τους.


Με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο ο ταλαίπωρος καταστηματάρχης μας κατευόδωσε με ένα «Να μην ξαναπατήσετε εδώ μέσα» .

Όμως δεν ήταν αυτή η τελευταία φορά που μας έκανε να απλώσουμε χέρι εκεί που δεν έπρεπε.

υγ. Κάθε θύμηση απ' όσους αναγνωρίζουν ευατούς στη 'συμμορία' εκείνη και την εκεπιδρομη είναι ευπρόσδεκτη. Η εικοσαετία που απαιτείται για την παραγραφή ενός (ακόμη και μη τελεσθέντος)  αδικήματος εξάλλου έχει παρέλθει προ πολλού. 

3 Ιανουαρίου 2015

ο Λεωνίδας της Θεσσαλονίκης


Άνοιξα τη μεταλλική πόρτα του γωνιακού ψιλικατζίδικου και κατέβηκα τα τρία τέσσερα σκαλιά που το χωρίζουν από το πεζοδρόμιο. 

 - Καλημέρα, μήπως είναι εδώ ο κυρ Λεωνίδας; ρώτησα τον σχεδόν συνομήλικο υπάλληλο πίσω από τον πάγκο. 

 - Χα, τον κυρ Λεωνίδα; Δέκα χρόνια είναι που έχει πάρει σύνταξη και από τότε δεν έχει πατήσει το πόδι του από εδώ. Το' χω αγοράσει εγώ το μαγαζί.

Είχα αργήσει λοιπόν, κοντά δέκα χρόνια.

Στην Πάτρα, όταν αποδέχτηκα την πρόσκληση για γνωριμία των δοκιμαστικών σωλήνων και των χημικών αντιδραστηρίων, εικοσιπέντε χρόνια πριν, ο κυρ Λεωνίδας ήταν το αφεντικό του ημιυπόγειου ψιλικατζίδικου-παντοπωλείου της οδού Θεσσαλονίκης. Και, κάτι σαν τον καλόκαρδο θείο σου, ο πρώτος άνθρωπος που με καλοδέχτηκε στη γειτονιά. Σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους γείτονες που στερεοτυπικά με αντιμετώπισαν σαν έναν ακόμα μαλλιά, φασαριόζο φοιτητή που θα χαλάσει την οικογενειακή, μικροαστική τους ηρεμία (την οποία αυτοεκπληρούμενη προφητεία μερικών από δαύτους φρόντισα επιμελώς να μην απογοητεύσω). Σχεδόν απέναντι από το σπίτι  μου, το δώμα που νοίκιασα και με φιλοξένησα για κάτι λιγότερο από 5 χρόνια. 

 - Καλημέρα μήπως έχετε να μου δανείσετε δύο κατσαβίδια, ένα γαλλικό κλειδί νο7, έναν κάβουρα και μία τανάλια; τον είχα ρωτήσει την πρώτη φορά που κατέβηκα – άγνωστός του τελείως – τα σκαλάκια του μαγαζιού του. 
Κι αυτός μου είχε φωνάξει κάτι σαν «Μην ξεχάσεις να μου τα φέρεις πίσω» καθώς έφευγα τρεχάτος να κάνω τις πρώτες μου επισκευές φορτωμένος τα εργαλεία του. Αυτή η αρχική ανιδιοτελής ευγένεια καθώς και η μετέπειτα σιγουριά πως ακόμα και άφραγκος δε θα μείνεις νηστικός με τα βερεσέδια του κυρ Λεωνίδα νομίζω πως είναι ο λόγος που ακόμα και σήμερα ο κυρ Λεωνίδας παίζει που και που στα όνειρά μου τους μικρούς αλλά καθοριστικούς ρόλους του Καλού στα περιπετειώδη, κατασκοπικά όνειρά με τα άπειρα κυνηγητά που βλέπω. 

Δεν ήταν μόνο η παλιά μου γειτονιά που επισκέφτηκα και φωτογράφησα. Γύρισα και στις γειτονιές που έμεναν γνωστοί, φίλοι και έρωτες, στα μπαρ που γινόμουν λειώμα όταν δε χόρευα και στους δρόμους που συντελέστηκαν κάμποσα καθοριστικά γεγονότα εκείνης της περιόδου της ζωής μου. 

Τράβηξα κάμποσες φωτογραφίες, χαμηλού ενδιαφέροντος για όποιον δεν ήταν εκεί. Νομίζω πως μερικές θα τις αναρτήσω κάποια στιγμή, τουλάχιστον εκείνες του μικρού εστιατορίου που στεγάζεται στο χώρο που τότε υπήρχε ένα από τα πιο underground, εμβληματικά μπαρ τόσο για την πόλη όσο και (κυρίως) για την παρέα και για το οποίο – το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου – θα κάνω κάποια στιγμή ένα μικρό αφιέρωμα. 

υγ. Δεν ξέρω αν ετούτη είναι μια καθωσπρέπει ανάρτηση για πρώτη του νέου έτους, καθώς πέρα από κάμποση δόση (προσωπικής) νοσταλγίας δεν εμπεριέχει ανασκοπήσεις του ’14 ή ακόμα καλύτερα δεσμεύσεις κι υποσχέσεις για το ’15. Αλλά έστω κι έτσι, μέσα από αυτή ας ευχηθώ για άλλη μια φορά σε όλους να έχουν ένα ευτυχισμένο 2015, ζωντανό, πλούσιο σε αγαθά συναισθήματα και όμορφες συγκινήσεις.

22 Οκτωβρίου 2014

δεν είναι θέμα γραμματοσειράς

Στο δώμα του 7ου ορόφου, το εκτεθειμένο σε λιοπύρια και υδάτινες θεομηνίες που είχα για σπίτι τότε στέκομαι στην άκρη της βεράντας και ρεμβάζω θέα με θάλασσες βουνά, κεραίες και ταράτσες πολυκατοικιών.

Με εντόπισε διαμέσου των 2 οικοδομικών τετραγώνων – ενός άχτιστου κι ενός με παλιά χαμηλοτάβανα σπίτια – που μας χώριζαν. Είχε βγει στο μπαλκόνι της να απλώσει τη μπουγάδα, εκείνη μάλλον ήξερε προς τα που να κοιτάξει, με είδε και άρχισε να κουνάει τα χέρια της. H φαινομενικά παραμικρή της κίνηση, η αταίριαστη στην ηρεμία του πυκνοκατοικημένου φόντου των ψηλών τσιμεντένιων απέναντι πολυκατοικιών μαγνήτισε την προσοχή μου.  

Εντάξει, με τα πολλά την κατάλαβα κι εγώ, δε θα μπορούσε να είναι άλλη, η ξανθιά με τα μακριά μαλλιά και το χαρακτηριστικά πλατύ κούτελο που μετά βίας με καλημέριζε καθημερινά στο εργαστήριο.

Αρχικά προσπαθήσαμε ανεπιτυχώς να ανταλλάξουμε χαιρετισμούς με κάποιες δυνατές φωνές κι εν συνεχεία με λέξεις γραμμένες με μαρκαδόρο σε λευκά χαρτιά. Μάταιο. Μέχρι που την επικοινωνία ανέλαβε η … γλώσσα του σώματος. Μας πήρε ώρα να πούμε «γεια», «γεια», «τι κάνεις» «καλά» και μετά να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, σχηματίζοντας - σε περίεργα χορευτικά - γράμματα και αριθμούς με τα σώματα μας.

Ναι είχε πλάκα.

Την πήρα τηλέφωνο κι απάντησε αμέσως. Ξαναείπαμε «γεια» κι έπειτα συνειδητοποιήσαμε ταυτόχρονα πως δεν είχαμε τι άλλο να πούμε.


10 Ιουλίου 2014

το βράδυ που πρωτάκουσα Ηλίθια Αστεία

Λίτρα εξατμισμένου νερού κολλούν τα σεντόνια και τα φανελάκια στα σώματά μας, η δροσιά ενός παρηκμασμένου ανεμιστήρα αδυνατεί να μας συνεφέρει οπότε παραδινόμαστε αμφότεροι σε εκείνη την ιδρωμένη μακαριότητα του μεσημεριανού ύπνου που σου επιφυλάσσει ένας καυτός Ιούλιος στην Πάτρα έπειτα από μερικές μπύρες, ίσως και κάποιο ξαναζεσταμένο φαγητό.

Κι αν σήμερα αυτό θα ήταν αρκετό για να ξυπνήσεις στο υπόλοιπο της ημέρας (ή και της νύχτας) σου κακοδιάθετος, προσπαθώντας να διώξεις τον καταραμένο πονοκέφαλο, τότε, 21 ολόκληρα χρόνια πριν, δε σε εμπόδιζε να σηκωθείς απ' το κρεβάτι για μερικές μπύρες ακόμα κ έναν ανήφορο μέχρι το Κάστρο της πόλης, Παίζει μια μπάντα ήχους της οποίας που δεν έχεις ακούσει ποτέ αλλά την ξέρεις μόνο στα χαρτιά. 

Η πρώτη γνωριμία με τους Στέρεο Νόβα είναι δυο φωτοτυπίες που μοιράζονται στην είσοδο του χώρου, δυο τυπωμένα χαρτιά εν είδει μανιφέστου, τα οποία στην αρχή χρησιμοποιώ σαν αντήλιο. 


" Τη συγκίνηση που φέρνει η εκκόλαψη μιας μορφής, η προσαρμογή των διαθέσεων μου στην αυτοδυναμία ενός διαλόγου χωρίς διάρκεια είναι για μένα μια κατάσταση ιδιαίτερα πιο πολύτιμη από τον κορεσμό της δραστηριότητάς μου. είναι η λυδία λίθος για μερικά πνευματικά ψεύδη.
Είναι αυτό το είδος οπισθοχώρησης που κάνει το πνεύμα δώθε από τη συνείδηση που το καθορίζει, για να πάει να βρει τη συγκίνηση της ζωής. Αυτή η συγκίνηση βρίσκεται έξω από το ιδιαίτερο σημείο όπου το πνεύμα την αναζητά, και αναβλύζει με μια πλούσια πυκνότητα μορφών και με μια δροσερή ροή, αυτή η συγκίνηση που ξαναδίνει στο πνεύμα το συγκλονιστικό ήχο της ύλης, ολόκληρη η ψυχή κατρακυλάει εκεί και περνά από το φούντωμα της φωτιάς της. Μα πιο πολύ κι απ’ τη φωτιά, αυτό που θέλγει την ψυχή είναι η καθαρότητα, η ευκολία, η φυσικότητα και η παγερή αγνότητα αυτής της υπερβολικά δροσερής ύλης που αποπνέει το ζεστό και το κρύο.
Αυτή εκεί ξέρει τι σημαίνει φανέρωση αυτής ύλης και η εκκόλαψη της ποιας υποχθόνιας σφαγής είναι το τίμημα. Αυτή η ύλη είναι το στάθμισμα ενός κενού που αγνοείται.
Όταν στοχάζομαι, η σκέψη μου ψάχνει τον εαυτό της μέσα στον αιθέρα ενός καινούριου χώρου. Βρίσκομαι στο φεγγάρι όπως άλλοι βρίσκονται στο μπαλκόνι τους. Συμμετέχω στη διαπλανητική έλξη όντας μέσα στις ρωγμές του πνεύματός μου.
Ξ ζωή θα τραβήξει το δρόμο της, τα γεγονότα θα ξετυλιχθούν, οι πνευματικές συγκρούσεις θα λυθούν, κι εγώ δε θα συμμετέχω σ’ αυτές. Δεν περιμένω τίποτε ούτε απ’ τη φυσική ούτε απ’ την ηθική πλευρά. Για μένα μένει ο αδιάκοπος πόνος και η σκιά, η νύχτα της ψυχής, και δεν έχω τη φωνή να το φωνάξω.

Αντονέν Αρτώ"


Ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμη όταν πιάνουμε θέσεις στα σανίδια των πυρωμένων μεταλλικών κερκίδων, έχει έρθει μαζί μας και μια Μαρία (ή Σοφία) που έκτοτε δεν ξανάδα, εγώ προσπαθώ ματαίως να διαβάσω και να κατανοήσω τις παραγράφους της μεγάλης φωτοτυπίας. 

Θυμάμαι τους 3 ισαπέχοντες συνθετητές στο μέσο της σκηνής, πλεξούδες καλώδια που συστρέφονταν στο έδαφος, εμένα να αδημονώ - όπως κάνω πάντα στις συναυλίες – για τις πρώτες νότες, τον Α. που μου τους είχε προτείνει μερικούς μήνες πριν στο υπόγειο δισκάδικο της Σόλωνος (κοιτάζοντας με αποδοκιμασία αμφότερες τις τότε αγορές μου - Pixies και Μαρίζα Κωχ -), την ώρα να περνάει, ένα αποτυχημένο τελευταίο sound check και τον κόσμο στο κοινό που δεν ήταν πολύς (οι Σ.Ν. δεν έχουν αποκτήσει ακόμα λαϊκό έρεισμα)

Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά όταν ο Κωνσταντίνος Β. ο Μιχάλης Δ. και ο Αντώνης Π. βγαίνουν στη σκηνή. Φορώντας φαρδιά ρούχα πυτζάμες κι έχοντας φακούς (ή μήπως ήταν strobo lights;) στα κεφάλια τους.

Μένω εμβρόντητος με τον ήχο που σκάει στα τύμπανά μου. τόσο με τις μελωδίες που αναπαύονται ανάμεσα στον μάλλον πρωτόγνωρο για τα αυτιά μου ζωντανό καταιγισμό των beats όσο και με τη στιχουργική η οποία απομακρύνεται παρασάγγας από τη συνθηματολογική γραφή που έχω συνηθίσει να ευχαριστιέμαι διηγούμενη κατεβατά τοπίων  φτιαγμένων με λέξεις.  Στην αρχή παρακολουθούμε τη συναυλία καθιστοί όπως όλοι με ένα είδος αμηχανίας ανατολικού μπλοκ. 


Ρουφώντας λούπες και ήχους, αποκρυπτογραφώντας - όρθιοι στη συνέχεια – κάθε απαγγελία   του Κ.Β., την ίδια ώρα που συνειδητοποιείς πως κάτι σπουδαίο γίνεται  μπροστά στα μάτια και τα αυτιά σου.  Μνημονεύω ακόμα την εμπειρία του να ακούς τα «Προάστια», τα «Ηλίθια Αστεία» και το «Μικρό Αγόρι» για πρώτη φορά.

Αθήνα μερικές μέρες αργότερα, πρέπει να έχει μπει ο Αύγουστος, με τη Ντισκολάτα υπό μάλης γυρνάω σπίτι μου και ξέρω πως η σχέση μου με τους ΣΝ έχει πλέον εδραιωθεί, πως θα αποκτήσω όλα τα άλμπουμ τους και πως θα τους συναντήσω ζωντανά ξανά και ξανά.





29 Οκτωβρίου 2013

ο τουρίστας των 6 ωρών



Ένας πορτοκαλεώνας, όχι ιδιαίτερα μεγάλος, - αστικός – με περικυκλώνει. Γκρεμισμένα νεοκλασσικά τον τριγυρίζουν και εγώ στέκομαι στη μέση του, κάτω από μια φορτωμένη καρπούς πορτοκαλιά, χαζεύω τη μελίγκρα σ’ ένα φύλλο της, κατουρώντας. Όσο μακριά και όσο κοντά από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών επιβάλλουν οι ευγενικοί μου τρόποι στο κέντρο μιας άγνωστης πόλης.

Πέντε λεπτά νωρίτερα, στον απόηχο ενός τριημέρου (που εξελίχθηκε σε τετραήμερο) στην Πάτρα, έχω αφεθεί για έξι  ώρες μοναχός στο Αίγιο. Κομμάτι γκρίνιας, περιμένοντας το πέρας ξένων προς εμέ υποχρεώσεων.

 - Καλημέρα, wi fi έχετε; Ρωτάω στο τρίτο καφέ που συναντάω.

- Μάλιστα

 - Τσάι του βουνού;

- Χμμμ, όχι.

 - Αν σας δώσω εγώ θα μπορούσατε μήπως…. (αναφέρω βιαστικά στον υπεύθυνο την κατάσταση του στομαχιού μου καθώς και το εξάωρο που περιμένει να το γεμίσω).  

 - Μάλιστα κύριε, φυσικά. 

 - Ωραία, και πως θα με συμβουλεύατε να ξεκινήσω τη μέρα μου στην πόλη σας; Κάποιο μουσείο ίσως; Υπάρχει, δεν υπάρχει μουσείο;

 - Και βέβαια υπάρχει, θα πάτε από εκεί, θα στρίψετε κλπ κλπ και όταν έρθετε ξανά θα σας έχω το τσάι σας. Ορίστε και το password του  wifi μήπως το χρειαστείτε νωρίτερα.
 

Στο μουσείο είμαι ο πρώτος και μοναδικός – ίσως ολόκληρης της εβδομάδας όπως μου εξομολογείται ο φύλακας - επισκέπτης. Το κτίριο που το φιλοξενεί είναι η αναπαλαιωμένη αγορά του Αιγίου. Μια επιγραφή στο υπέρθυρο της βόρειας πύλης δηλώνει ως έτος κτήσης το 1890, και για τούτο αποδίδεται στον αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ που εκείνον τον καιρό εκπονούσε σχέδια εκκλησιών για την πόλη. 



Πληρώνω 2 ευρώ εισιτήριο και το πιθανότατα φτωχότερο σε εκθέματα μουσείο της χώρας ανοίγει τα 30 του τετραγωνικά μέτρα στα πόδια μου. 


Μπα, δεν έχει καθόλου κόσμο, μου κάνει ο φύλακας. Πιο καλά περνούσα στο φυλάκιο στο στρατό παρά εδώ. Παρότι βουτηγμένος στη μοναξιά (ή ίσως και γι αυτό) είναι λιγομίλητος. Μου δείχνει μόνο ποιες 2 από τις 10 προθήκες μπορώ να φωτογραφήσω.

- Γιατί μόνο αυτές;

- Δεν ξέρω, έτσι μας είπαν να λέμε.  

Χαιρετώντας τον ρωτάω για άλλα προτεινόμενα μέρη. Αν είσαι λίγο θρησκεόμενος στην Παναγία την Τρυπητή, με συμβουλεύει, κι έπειτα για καφέ στην παραλία. Θα είσαι μόνος, ήρεμος, εσύ και η θάλασσα τέτοια ώρα. 
Αποφασίζω να παρακούσω τις οδηγίες του, την Παναγία την Τρυπητή την είχα επισκεφτεί χρόνια πριν στο γάμο ενός φίλου. Συνδράμει την απόφασή μου κι αυτή η ταμπέλοδιαφήμιση.


Κατευθύνομαι στην κεντρική πλατεία, εκεί που με περιμένει τα τσάι του βουνού και κάτι να τσιμπήσω για πρωινό. 
 

Συνειδητοποιώ πως κατεβάζω το μέσο όρο ηλικίας των θαμώνων της πλατείας.


3 συμπαθέστατες ηλικιωμένες ελληνοαγγλίδες μιλάνε για eggonia in Greece και arnaki ladolemono στα δεξιά μου όση ώρα εγώ αποφασίζω πως είμαι τουρίστας για 6 ώρες σε μια πόλη που γνωρίζω μόνο λειψά από τις άπειρες διασχίσεις της με το κτελ Αθήνα-Πάτρα και δε χαίρει της εκτίμησής μου. 

Γκουγκλάρω τη φράση “Τι (άλλο) να κάνει κανείς στο Αίγιο”.  Όπως επίσης και τις λέξεις κλειδιά “Δισκάδικα – Αίγιο”  όπως συνήθως κάνω σε κάθε πόλη του εξωτερικού που επισκέπτομαι. Αποτελέσματα αναζήτησης 

Δισκάδικα: 
  • Studio Άγγελος
  • Κριός
Αξιοθέατα:
  • Αρχαιολογικό Μουσείο
  • Λαογραφικό Μουσείο
  • Τοπικό Ιστορικό Αρχείο
  • Σκάλες Φιλοποίμενος
  • Ψηλά Αλώνια
Ευχαριστώ τους εξυπηρετικότατους ανθρώπους που μου έψησαν το τσάι, οι οποίοι τώρα μου δίνουν - μαζί και με κάποιους θαμώνες - τις πρώτες οδηγίες  για την προσέγγιση των υποψήφιων στόχων μου. Βλέπεις η αξεπέραστη ρυμοτομία της πόλης σε νικάει στο πι και φι. Θα σου δώσουν χάρτη της πόλης στο Δημαρχείο, μου λένε φεύγοντας.

Πρώτη στάση, Studio Άγγελος. 

- Αααα, και βέβαια όχι ρε φίλε, που να τα βρούμε τα βινύλια; Τα δώσαμε όλα στο Μοναστηράκι. Εκεί να πας. [Χαμογελάω γιατί μπορεί προχθές Κυριακή να μην πήγα στο παζάρι αλλά τούτη είναι η δεύτερη μνεία στο Μοναστηράκι. Η πρώτη – αν και λίγο από σπόντα – έγινε τρώγοντας θαλασσινά 2 μέρες πριν στο …Μοναστηράκι Φωκίδος].  Άλλωστε εσύ δε μου κάνεις να ενδιαφέρεσαι για Σαλαμπάση (μάλλον το κατάλαβε από τη ζακέτα Green Day που φοράω) και τα ρέστα! Εσύ ψάχνεις τα σπάνια των Pink Floyd!!!


Χαμογελάει μυστήρια και μέχρι τα αυτιά η υπάλληλος του Δημαρχείου (έργο του Τσίλλερ νομίζω κι αυτό). Είμαι σίγουρος πως ποτέ δεν της έχει ζητήσει εξωγήινος χάρτη της πόλης.
«Σ’ εμάς δε θα βρεις, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη όμως μάλλον έχουν» καμπανίζει στα αυτιά μου η τελευταία της φράση κι εγκαταλείπω το Δημαρχείο (που παρεμπιπτόντως έχει πεντακάθαρες τουαλέτες για το κοινό) για να ψάξω τη Βιβλιοθήκη.

Στους τοίχους της πόλης υπάρχουν εντυπωσιακά πολλά χρυσαυγίτικα συνθήματα. Τα περισσότερα συμμετέχοντας σε κυρηγμένους απ' ότι έμαθα πολεμικούς επιτοίχιους διαλόγους.


Περπατάω και φωτογραφίζω. Με χαιρετάνε διάφοροι περαστικοί. Ο πιο εγκάρδιος από αυτούς μου ζήτησε χρήματα.



Έχω κουραστεί. Κάνω μια στάση και διαβάζω το mail ενός φίλου που μόλις ήρθε στο κινητό μου. Γράφουν ωραία οι φίλοι μου:

"Μετά από καιρό, και πολλές περιπέτειες (έμαθα μαζεμένες και τις δικές σου...), θέλω να σου πω ότι μου έχεις λείψει ρε φίλε... Να είσαι καλά, γερός και να προσέχεις. Δεν έχουμε και πολλά εξάλλου, την υγεία μας και δυο-τρεις ανθρώπους που αγαπάμε και (ελπίζουμε να) μας αγαπάνε κι αυτοί. 
...
Δεν θα κλαφτώ σε αυτό το μήνυμα. Θα το κάνω σε επόμενη ευκαιρία... ;-)
....
 Τα υπόλοιπα, δουλειά, κτλ, είναι μάλλον, πια, αέρας , άνευ σημασίας.
....
Η οικογένεια? Προσπαθεί να τα βολέψει συναισθηματικά, με όλα αυτά τα σκαμπανεβάσματα των σχέσεων, αλλά τα καταφέρνει μέχρι στιγμής (δεν κλαίγομαι ακόμα, έτσι δεν είναι;).
Θα τα πούμε εκτενέστερα με την πρώτη ευκαιρία (συντόμως, ελπίζω).
Καμιά φορά νιώθω ότι κάτι χρειάζεται η ζωή μου (κάτι που λείπει, κάτι που έχει χαθεί?), αλλά ψάχνω να το βρω τι είναι αυτό.
Τέλος πάντων, με όση "στενοχώρια" για το χαμό του Lou Reed, σε χαιρετώ, σε φιλώ και σε ασπάζομαι.
ΥΓ. ελπίζω να σε βρει το μήνυμα σε καλή κατάσταση, και να μην πεις "ωχ, τι θέλει πάλι αυτός"... Φιλιά..."

Είμαι καλά φίλε, δεν είπα όμως το "ωχ, τι θέλει πάλι αυτός". Αντ’ αυτού προσυχήθηκα να χει καλά ο Μεγαλοδύναμος τον Nick Cave. 


Η Δημοτική βιβλιοθήκη για σήμερα τουλάχιστον δεν έχει πατηθεί από πολίτη πόδι. Στη θέα μου οι 4 υπάλληλοι προσποιούνται τις εργασιομανείς και στην Τρίτη περι χάρτη ερώτησή μου αρνούνται κατηγοριματικά, λες και τις πρόσβαλλα ένα πράγμα, την ύπαρξη τέτοιων εντύπων.

Μου χαρίζουν την μπροσούρα «η Απρόσμενη Αιγιάλεια» με φωτογραφίες του οδοντωτού σιδηρόδρομου στο φαράγγι του Βουραϊκού, διάφορα γλυκά του κουταλιού, και αμπελώνων στα πέριξ της πόλης και μου επιτρέπουν να χαζέψω μια άλλη που έχει ένα χάρτη της Β.Δ. Πελοπονήσου που μπορεί να μου κάνει, αλλά δε γίνεται να μου τη χαρίσουν και αυτή. Είναι η τελευταία τους. Με αποχαιρετούν ανακουφισμένες και με συμβουλεύουν να αγοράσω χάρτη από ένα συγκεκριμένο περίπτερο. 

 
Φτάνω στον Κριό, το δεύτερο δισκάδικο, αλλά δεν έχει ανοίξει ακόμα. Το Τοπικό Ιστορικό Αρχείο έχει σειρά. Οδός Στράτωνος. 


«Λίγο πιο πάνω», «Μάλλον την έχεις περάσει», «Νομίζω πιο κάτω στα πρώτα φανάρια», και «Λυπάμαι δεν ξέρω»  είναι μερικές μόνο από τις απαντήσεις που μάζεψα στην ερώτηση «Καλημέρα, μήπως γνωρίζετε την οδό Στράτωνος;»



 Ίδια ονόματα δρόμων και τοπωνύμια πλατειών με εκείνα της Πάτρας υπάρχουν στο Αίγιο, μόνο που είναι βαλμένα σε άλλη διάταξη. Διασχίζω το πάρκο με τους φοίνικες λίγο πριν τα Ψηλά Αλώνια και σκέφτομαι ακόμα το mail  που διάβασα προ ολίγου.


«Ολοι κάτι ψάχνουν ρε φίλε» μονολογώ και φωτογραφίζω όσο πιο διακριτικά γίνεται ένα πιτσιρίκι που ανασκαλεύει κάτι πεταμένα ρούχα αντί να παίζει.  Λίγο αργότερα ξανασυναντώ το πιτσιρίκι την ώρα που  δίνει τη σακούλα με τα ξεδιαλεγμένα στον πατέρα του. Πάω να εκμεταλλευτώ τη σύμπτωση αλλά τελικά δεν ξέρουν ούτε εκείνοι την οδό Στράτωνος. 


Στο Αίγιο τα ενεχυροδανειστήρια και τα μαγαζιά αγοράς χρυσού είναι δυσανάλογα πολλά με το μέγεθος της πόλης. Το ίδιο και οι καλοχτενισμένες φράντζες/χωρίστρες μεσόκοπων κυρίων με πόλο μπλουζάκια και φρεσκογυαλισμένα αυτοκίνητα. 

 
Στην οδό Στράτωνος, στον αριθμό 14 αντί του Ιστορικού Αρχείου βρίσκω μια Σχολή Χορού. 


Έφυγε πριν τρία τέσσερα χρόνια από εδώ, μου λέει ο μπακάλης της γειτονιάς. Κρίμα που δεν το έχουν αλλάξει στο site του Δήμου.




Από μία σκουληκότρυπα, σχεδόν πίσω από το πασίγνωστο (?) παρκαρισμένο αεροπλάνο προσεγγίζω τις σκάλες του Φιλοποίμενος που θα με βγάλουν στην παραλία χωρίς να κάνω όλη τη διαδρομή προς τα πίσω. 


Τα 172 σκαλιά - ρώτα έτσι για να τα βρεις - ως σκάλα του Φιλοποίμενος δεν τα γνωρίζει κανείς – με μεταφέρουν από την πολυκοσμία στον μάλλον ερημικό παραλιακό δρόμο. Στη διαδρομή μπαίνω στις παρατημένες αυλές εγκαταλειμμένων κτιρίων λίγο πάνω από το λιμάνι. Μπαίνω και σε κάνα δυο κτίρια.

 

  
Η ορμητικά κινούμενη θάλασσα απ’ όπου μπορεί να πήρε την ονομασία του το Αίγιο (χρήση του ομηρικού ρήματος αΐσσω) αποδεικνύεται μύθος. Κρατάω την κατά Στράβωνα άποψη πως η ονομασία, προήλθε από την ιερή αίγα, που έθρεψε τον Δία στη βρεφική του ηλικία, που φυλαγόταν για να προστατευθεί από την παιδοφάγο μανία του πατέρα του Κρόνου. 

 
Μούσκεμα στον ιδρώτα, οι σκάλες του Φιλοποίμην γαρ, στον  τελευταίο σταθμό: ο Κριός. Το δισκάδικο. Ευτυχώς ανοιχτό. 
 

- Καλημέρα, ανοίξαμε;

- Ναι πέρνα μέσα.

Villa 21, Captain Beefheart, Wes Montgomery, Τρύπες, Psychedelic Furs, Ταξιαρχίες, Peter Hammill παίρνει το μάτι μου στα βιαστικά.  

- Να χαζέψω λίγο τους δίσκους; ρωτάω.

 - Να τους χαζέψεις όσο θες, κάνει ο Τάκης ο ιδιοκτήτης, ίδιος στο σουλούπι με τον Jerry Garcia. Μόνο που δεν τους πουλάω. 

 - Κάτσε να ξεϊδρώσεις. Τσιγάρο; 

Μιλάει γρήγορα. Συστάσεις, μουσικά γούστα κλπ τα ξεπετάμε στα πρώτα λίγα λεπτά της γνωριμίας.  Μου εξηγεί πως είναι οι δικοί του δίσκοι, δε χωράνε σπίτι του.
Στρώνει το τζόκεϊ με το λογότυπο των Quicksilver Messenger Service (το οποίο ζηλεύω) στο κεφάλι του, και κουβεντιάζουμε εφ’ όλης της ύλης για μουσική, πολιτική, το παρελθόν, τα σχέδια για το μέλλον, μαγειρική, τη ζωή την ίδια εν τάχει. 


Γύρω του ένας μικρός παράδεισος με χιλιάδες βινύλια, στοίβες βιβλία, λογοτεχνία, ποίηση, cd, επτάιντσα, ταινίες, και ένα σωρό  μικροαντικείμενα από εκείνα που μαζεύουν οι μουσικόφιλοι.  Μεγάλη ιστορία ο Τάκης, ωραίος.

Δε γράφω όμως παραπάνω για κείνον όπως δε συνηθίζω να γράφω για όσους καταγράφω ονομαστικά εδώ μέσα.

- Ποιος είναι ο πιο "ακριβός" σου δίσκος ;

- Όλοι του Peter Hammill. Και των Van Der Graaf. Μεγάλο κόλλημα!

 

8 Οκτωβρίου 2013

η εθνική οδός 8A



 

"Η Εθνική Οδός 8α (κοινή ονομασία Νέα Εθνική Οδός Αθηνών-Πατρών), είναι μια εθνική οδός της Ελλάδας που ενώνει την Αθήνα με την Πάτρα περνώντας από πόλεις της Βόρειας Πελοποννήσου. Η κατασκευή της έγινε το διάστημα 1960-1969. Ο αριθμός της, 8α, καθορίστηκε από το Μητρώο Εθνικών Οδών της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (η σημερινή Ελληνική Στατιστική Αρχή). Έχει μήκος 215 km." λέει η Βικιπαιδεία.


...και συνεχίζει: "Το τμήμα Αθήνα-Κόρινθος είναι αυτοκινητόδρομος, αρχικά με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και μετέπειτα με δύο, συν μια Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης (ΛΕΑ). Το μεγαλύτερο μέρος στο υπόλοιπο τμήμα Κόρινθος-Πάτρα είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας με μια λωρίδα κυκλοφορίας και ένα έρεισμα. Σε ορισμένα σημεία σε αυτό το τμήμα, κυρίως στους ανισόπεδους κόμβους, η οδός είναι αυτοκινητόδρομος με δύο λωρίδες συν μια ΛΕΑ.


Η οδός παραχωρήθηκε στην κοινοπραξία Ολυμπία Οδός το 2008 με σκοπό την αναβάθμιση της οδού εξ' ολοκλήρου στον ομώνυμο αυτοκινητόδρομο. Έργα αναβάθμισης εκτελούνται από το 2008 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα (2013). 
Μέσω της εθνικής οδού, πριν την εκτέλεση έργων, η διάρκεια του ταξιδιού από την Αθήνα προς την Κόρινθο ήταν περίπου μία ώρα και συνεχίζοντας, η Πάτρα απείχε μιάμιση με δύο ώρες. Στο τμήμα Κόρινθος-Πάτρα λόγω των έργων η ανώτατη ασφαλής ταχύτητα διέλευσης έχει μειωθεί σημαντικά, με κάποια τμήματα να επιτρέπουν ανώτατη ταχύτητα 50 km/h."


Η Εθνική Οδός 8α (κοινή ονομασία Νέα Εθνική Οδός Αθηνών-Πατρών) είναι μια από τις μεγαλύτερες οδικές ντροπές της Ελλάδας. Θυμάμαι, ήμουν φοιτητής ακόμα προ εικοσαετίας, κάποια δειλά τεχνικά έργα αναβάθμισής της να συνοδεύουν τις πρώτες εξαγγελίες περί «μοντέρνου αυτοκινητόδρομου». 
 
Θυμάμαι επίσης να επισκέπτομαι τον Π στο νοσοκομείο για μήνες. Με σμπαραλιασμένα πόδια από μία διέλευσή του στην Εθνική Οδό 8α .  Πάλι καλά να λες.


Στην κατ’ ευφημισμό Εθνική οδό όπου σε κάποια σημεία το μέγιστο όριο ταχύτητας είναι τα 50km/h και υπάρχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα. Εκεί που οι κίτρινες πινακίδες με τις τρομοκρατικές προειδοποιήσεις φυτρώνουν παράπλευρα της μπαλωμένης ασφάλτου δίπλα στα εκατοντάδες εκκλησάκια και τις χιλιάδες πικροδάφνες, βλαστημάς και συνάμα εκλιπαρείς κάθε ανώτερη δύναμη να κάνει την ευχή για Καλό Ταξίδι που σου δόθηκε να πιάσει τόπο. 
 

Θυμάμαι τα χρόνια του ωτοστόπ. Συνήθως άφραγκοι (αν και καμιά φορά φυλάγαμε τα ρέστα μας για κανά βινύλιο) τεντώναμε τα δεξιά μας χέρια με σφιχτές τις γροθιές και προτεταμένους τους αντίχειρες και το Αθήνα-Πάτρα δε στοίχιζε μία. Κανένας μας δεν είχε τότε αμάξι. 

Και (σχεδόν) κανένας δε φοβόταν τότε να βάλει άγνωστους στο αμάξι του. Γυναίκες με έντονα κραγιόν, κομματάρχες, τουρίστες, στρατιωτικοί σε άδεια και παραστρατιωτικοί, νταλικέρηδες έλληνες και ξένοι – κυρίως βαλκάνιοι -, παπάδες, μουσικοί, παππούδες, ξενύχτηδες που τους βρήκε το πρωί στο δρόμο, τσακωμένα ζευγάρια, ελληνοβραζιλιάνοι λαθρέμποροι πορνοπεριοδικών κόμικς, μεθυσμένοι, ερωτύλοι μοναχικοί ταξιδιώτες, μας μάζευαν από τα διόδια, άλλοτε για παρέα άλλοτε για να τους κρατάμε κουβεντιάζοντας ξύπνιους, κάποιες φορές από λύπηση, άλλες από ντροπή (αν είχε κακοκαιρία), μπορεί και από νοσταλγία για τη δική τους νιότη. Λιγότερες - αλλά είχε τύχει κι αυτό - απλά για αντίβαρο όταν το μικρό τους αμάξι βολόδερνε με τους αέρηδες της περιοχής στις πάνω σκάλες της 12βαθμης κλίμακας μποφώρ. 

Ιστορίες, γνωριμίες, περιπέτειες οι πιο πολλές καλές, που γεμίζουνε τόμους αν ποτέ κάποιος ασχοληθεί. 

Θυμάμαι και την πρώτη εικόνα της Αθήνας.



Και λέει ο Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων: 

 «.....Σε ό,τι αφορά τους αυτοκινητόδρομους θα ήθελα να πω το εξής: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εδώ έχουμε μία περιπέτεια, περιπέτεια οικονομική, περιπέτεια τεχνική, περιπέτεια μεγάλων καθυστερήσεων που οφείλεται στην κρίση. Είναι γνωστό ότι τα έργα σταμάτησαν το 2010 και το 2011 λόγω της αδυναμίας δανεισμού τους και λόγω αδυναμίας ρευστότητας με αποτέλεσμα σήμερα να βρισκόμαστε προ μιας νέας απόφασης προκειμένου να επανεκκινήσουν ολοκληρωτικά. 

….Για να μην σας κουράζω, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι τι θα γίνει αύριο. Θέλω να σας πω σε σχέση με τον άξονα αυτό, κύριε συνάδελφε, κύριε Λαμπρόπουλε, ότι αύριο ξεκινάει μια προσπάθεια κατασκευής του δρόμου. Πολύ σύντομα θα τη συζητήσουμε στη Βουλή. Δεν θέλω να προσδιορίσω τον ακριβή χρόνο ούτε να προβώ σε ανακοινώσεις. Θέλω όμως σε αυτή την Αίθουσα να σας πω ότι γίνεται μία τιτάνια προσπάθεια σε πολλά πεδία."

του Ανδρέα Πετρουλάκη
 



Related Posts with Thumbnails