Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρομοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρομοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Νοεμβρίου 2015

αντίδραση στην "αντίδραση για την αντίδραση"


Μπορεί να φαίνεται (και ίσως και να είναι) λίγο παραξεχειλωμένη η φάση με τα #hashtags, τα "je sui …."  γραμμένα σε banners, πανιά και χαρτόνια σε σιωπηλές διαμαρτυρίες, τα επιχρωματισμένα στα χρώματα μεσίστιων σημαιών προφίλ, τα αναμμένα «εις μνήμην» κεράκια στα αστικά πεζοδρόμια έπειτα από κάθε δραματικό κι αιματοβαμμένο γεγονός αλλά και πάλι κατά τη γνώμη μου δεν είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να δεις/διαβάσεις/ακούσεις αυτές τις μέρες. 

[Φυσικά και δεν αναφέρομαι στην περίπτωση όπου όλα τα παραπάνω κατακλύζουν πραγματικούς τε και δικτυακούς χώρους ανθρώπων που έζησαν, είδαν κι άκουσαν και μύρισαν από κοντά, επηρεάστηκαν, γειτόνεψαν, θρήνησαν, ίδρωσαν, φοβήθηκαν κ.ο.κ. με τα γεγονότα καθεαυτά. Εκεί νομίζω πως πρόκειται για απόλυτα φυσιολογικές ανθρώπινες αντιδράσεις· πιθανόν κι ενδεδειγμένες ως θεραπευτικές μέθοδοι ή κινήσεις ίασης συλλογικών υποσυνείδητων τραυμάτων. ]

Ακόμα και αν παραδεχτούμε πως πίσω απ' αυτά κρύβεται ένα (έστω και μεγάλο κομμάτι) κάποιας μπασκλάς ανερμάτιστης μόδας ή ενός λωλαμένου χιψτερισμού, ε, ΔΕΝ έγινε και τίποτα τρομακτικά αξιοκατάκριτα επιλήψιμο. Μία μόνο στις εκατό πιθανότητες ειλικρινούς έκφρασης αλληλεγγύης ή συμπόνιας να βρίσκεται από πίσω, τότε - τουλάχιστον για μένα - τούτο το φαινόμενο δικαιολογείται. Το παίρνει το συγχωροχάρτι παρότι δεν ξεπλένεται από την ελαφρότητα (ή γελοιότητα κατα άλλους) της ποπ καθημερινότητας που ίσως το διακρίνει. 

Το έχουμε δει παλιότερα (911, Charlie Hebdo, ) το είδαμε ξανά και τώρα αμέσω μετά τα αποκρουστικά χτυπήματα των τρομοκρατών στο Παρίσι. 

Αυτή που δεν μπορώ να καταλάβω όμως καθόλου, είναι μια άλλη, έτερη ομάδα ανθρώπων, τις παρυφές της οποίας μπορώ να διακρίνω ακόμα και ανάμεσα σε συνομιλητές και φίλους – πραγματικούς, δικτυακούς ή ενίοτε κατόχους και των δύο ιδιοτήτων. Αποτελείται δε από άτομα που στέκουν από άποψη κριτικοί(;) απέναντι σε ο,τιδήποτε κι αν συμβαίνει. 

Παρατηρώντας λοιπόν αυτοί η κατηγορία των ανθρώπων αυτή, την επικαιρότητα του σήμερα για παράδειγμα και συγκρίνοντας τον χρόνο που αφιερώθηκε στη μετάδοση μιας τραγωδίας με θύματα Ευρωπαίους (Γαλλία) με την αναντίστοιχη προβολή ανάλογων γεγονότων με θύματα Αφρικανούς (Κένυα) ή Ασιάτες (Λίβανος) από τους ίδιους θύτες, υγιώς και δικαιολογημένα σκεπτόμενη διερωτάται γιατί κάποιες τραγωδίες να ζυγίζουν και να μετράνε περισσότερο ή λιγότερο από άλλες. Μέχρις εδώ ουδέν μεμπτόν. 

Το κακό είναι όταν οι θιασώτες της ομάδας αυτής δε συγκρατούν εκεί τις σκέψεις τους ή/και δεν τις αυτολογοκρίνουν. Το κακό είναι όταν αντί να τα βάλουν με τους ίδιους τους τούς εαυτούς που τόσα χρόνια συνήθισαν να σκέφτονται, να θυμούνται και να εστιάζουν με τους όρους θέασης που έχουν θέσει τόσο τα ΜΜΕ όσο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , καταφέρονται ενάντια στα ίδια τα συμβάντα και τα γεγονότα καθαυτά. Με τον γκρινιάρικα αυτάρεσκο τρόπο ενός αιώνιου έφηβου αντιρρησία. 

Οι φωτογραφίες του σκελετωμένου από την πείνα παιδιού με λεζάντα «Γι αυτό το παιδί δεν κλάψατε όμως» που αναρτήθηκαν ως σχόλιο κάτω από εκείνη, την αμφιλεγόμενη (ως προς το αν ήταν δημοσιεύσιμη ή όχι) του πνιγμένου προσφυγόπουλου που έγινε viral πριν λίγο καιρό είναι δυσερμήνευτες από εμένα. Δηλαδή; Τι θες να πεις; Αν (κακώς) δεν προβλήθηκε το ένα βάρβαρο γεγονός αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να προβληθεί και το δεύτερο; Πρέπει να εγερθεί κάποιο είδος ενοχής σε όσους συνταράχτηκαν με την εικόνα της σωρου ενός (ακόμα) παιδιού; 

Πρέπει να ντυθεί την ντροπή που υποκριτή όποιος βούρκωσε  βλέποντας τις εικόνες από το Παρίσι; Γιατί κι εκεί το ίδιο έγινε. 

Θεωρώ πως είναι τελείως ηλίθια η «δικαίωση» μιας ολόσωστης κατά τ’άλλα παρατήρησης για τα δάκρυα και το μελάνι που δε χύθηκαν σε ρεπορτάζ και μονόστηλα εφημερίδων για το μακελειό των τζιχαντιστών στη Βυρηττό όταν αυτή (η δικαίωση) συνοδεύεται με ρητορική που αγγίζει τα όρια του απεχθούς γα τα γεγονότα με τους νεκρούς της Γαλλικής πρωτεύουσας 

Εκεί που θα έπρεπε ακόμα κι αν βαριέσαι να συμμετάσχεις σε οποιαδήποτε ενεργή δράση να ξεσηκωθείς έστω και με την απείρως απειροελάχιστη δύναμη που σου δίνει το πληκτρολόγιο και να ρίξεις τις παραμικρές σου βολές κατά των κατ' εσέ υπαιτίων για την ανά εθνικότητα κοστολόγηση  της ζωής, το μόνο που βρήκες να γράψεις (ή να πεις) ήταν «Ας μην ήταν Γάλλοι και σου έλεγα εγώ» κάτω από τη φωτογραφία των Γάλλων θαμώνων του Μπατακλάν.

Παραλογισμός,, – λες και έφταιγαν οι δολοφονημένοι που γεννήθηκαν και πέθαναν Γάλλοι - . 

4 Νοεμβρίου 2013

η μάχη του Αλγερίου


Αγαπημένη ταινία του Andreas Baader (όπως διάβασα πρόσφατα καθώς ετοίμαζα μια προηγούμενη ανάρτηση) αλλά κυρίως του φίλου μου του Π, που μου την πρότεινε. Αφορμή μια καλοκαιρινή επιπαράλια κουβέντα μας για τα εκεί καθέκαστα τη δεκαετία του ‘50, την οποία (κουβέντα μας) πυροδότησα εγώ.
Κι αυτό καθώς πολλά από τα καλοκαιρινά μου αναγνώσματα ("Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων" του Jean - Michel Guenassia, το "Μαύρο Αλγέρι" του Maurice Attia, και "Το ένστικτο του θανάτου" του Jacques Mesrine ) - γραμμένα από πένες Γάλλων που κατατρύχονταν από τους εφιάλτες του δικού τους Βιετνάμ γαρ - περιείχαν από απλά συχνές αναφορές ή/και αυτοβιογραφικές καταγραφές, μέχρι ολοκληρωτική πηγή έμπνευσης τον αντι-αποικιοκρατικό πόλεμο των Αλγερινών ενάντια στους Γάλλους.

Έναν πόλεμο που ξεκίνησε έπειτα  από εκατόν τόσα χρόνια «ειρηνικής» - τρόπος του λέγειν - συνύπαρξης. Ενός «εμφύλιου» θα τολμούσα να πω κάποιες στιγμές που θα θεωρούσα τους δεύτερης ή τρίτης γενιάς Γάλλους εποίκους  γηγενείς. Αλλά δε το τολμώ.  


Η "Μάχη του Αλγερίου" που γυρίστηκε το 1966, από τον Τζίλο Ποντεκόρβο, προσομοιάζει συχνά με αληθινό ντοκιμαντέρ  λόγω της χρήσης της κάμερας στο χέρι (θα εντυπωσιαστείς όταν μάθεις πως καμιά σκηνή του φιλμ δεν είναι από αρχειακό υλικό ).
Μέσα από τα ρεαλιστικά μονοπλάνα του περιγράφει τις αστικές διαδρομές του ιδιότυπου αυτού πόλεμου και τις αιματοβαμμένες πρακτικές που εφαρμόστηκαν εκατέρωθεν (βασανιστήρια κρατουμένων, εκτελέσεις αντιφρονούντων, ανατινάξεις οικιών – όχι πάντοτε εκκενωμένων -, βίαιες ανακρίσεις, εκούσιες/τυφλές βομβιστικές ενέργειες σε πολυσύχναστα μέρη κ.ο.κ.) και κάνουν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ απελευθερωτή και τρομοκράτη, του σκοπού και του μέσου.

Η ταινία "La battaglia di Algeri" όπως είναι ο πρωτότυπος της τίτλος βραβεύτηκε  στο Φεστιβάλ Βενετίας την ίδια χρονιά. 


Το μεγαλύτερο μέρος της εκτυλίσσεται τις ημέρες της επταήμερης γενικής απεργίας που οργάνωσε το FLN (National Liberation Front)  και της επιτυχούς προσπάθειας κατάπνιξής της από τους αλεξιπτωτιστές του συνταγματάρχη Ματιέ.

Με φόντο τόσο την παλιά ισλαμική πόλη, την Kasbah, όσο και τους δρόμους του ευρωπαϊκού στυλ παράκτιου μέρους της πόλης, ο φακός εστιάζει ή μάλλον προσωποποιεί τον ήρωα του φιλμ σε ένα πρώην χαμίνι, τον Αλί Αλ Πουάντ (υποδειγματικός ο Brahim Hadjadj), ο οποίος από τις μικροπαρανομίες και την τεταμένη με το νόμο (των Γάλλων) σχέση του περνά – ενήλικος πλέον - στην παρανομία, εντάσσεται στο Απελευθερωτικό Μέτωπο κάνοντας σκοπό της ύπαρξής του, ένα γαϊτανάκι θανάτου για  την απελευθέρωση της πατρίδας του από τους μισητούς αποικιοκράτες.


Η μουσική του Ennio Morricone (συν-συνθέτης του soundtrack με τον ίδιο το σκηνοθέτη), συνδράμει αριστουργηματικά  στην δραματουργία της ταινίας συνδυάζοντας Μπαχ, μουσική των Βεδουίνων, εμβατήρια και «μοντέρνα» τζαζ της εποχής.

 Εδώ μια κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη  όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», την 15η Απριλίου του 1975.

Την ταινία την προτείνω ανεπιφύλακτα (5 στα 5 αστεράκια για μένα) και όποιος δεν την βρει αλλού μπορεί να την παρακολουθήσει σε πολύ καλή ανάλυση με αγγλικούς υπότιτλους από εδω:



Πολύ ενδιαφέρουσες επίσης οι απόψεις πέντε σκηνοθετών (Spike Lee, Mira Nair, Julian Schnabel,Steven Soderbergh, Oliver Stone) για την ταινία, τον τρόπο που τους επηρέασε και τη διαχρονικότητα αυτής σε ένα μικρό ντοκυμαντεράκι μπορείς να δεις εδώ.

18 Οκτωβρίου 2013

RAF: το γερμανικό φθινόπωρο του '77 και η ποπ κουλτούρα (μέρος 2ο)



Στην POP (sic? wtf?) κουλτούρα τώρα, πέρα από την θεματική ταινία The Baader Meinhof Complex (2008) του Uli Edel, το φιλμ Stammheim (1986) του Reinhard Hauff, και κάμποσα άλλα ντοκυμαντέρ και φιλμ με σχετικές αναφορές στην οργάνωση που υπάρχουν,


θυμήθηκα να μνημονεύσω στην παρούσα ανάρτηση:

Το φαινόμενο Baader-Meinhof: Tο περίφημο Φαινόμενο Baader-Meinhof που ερμηνεύει εκείνη την κατάσταση της καθημερινότητας που ενώ αγνοοείς την ύπαρξη ενός πράγματος, άπαξ και το δεις/ακούσεις μια φορά, στη συνέχεια το συναντάς παντού και συνεχώς,   

Τον Joe Strummer: O ανέκαθεν έντονα πολιτικοποιημένοw  Joe Strummer στις γνωστές εμφανίσεις του στο Open Air Carnival, Victoria Festival, στο Λονδίνο με το κόκκινο t-shirt όπως αυτές καταγράφονται στο φιλμ Rude Boy των Jack Hazan & David Mingay (δες όλο το φιλμ εδώ) και όχι μόνο, 

screenshot από το Rude Boy

Joe Strummer


Το Gerhard Richter: H σειρά πινάκων με τίτλο "October 18, 1977" του Gerhard Richter που βρίσκεται μόνιμα στο MoMA είναι εμπνευσμένη από τη νύχτα της 17ης προς 18η Οκτωβρίου του 77.

Beerdigung, Funeral (1988 , cat rais. 673)
 

Τους Cabaret Voltaire: Οι εκ Sheffield ορμώμενοι Βρετανοί ηχοπειραματιστές Cabaret Voltaire με το δικό τους Baader-Meinhof, τότε στη Factory.

A Factory Sample (January 1979)



 
Τους Amon Düül: Mετά από λίγη «έρευνα» κατάφερα να συγκροτήσω κάπως τo συσχετισμό που είχα παλαιόθεν στο μυαλό μου για τη RAF και τους Amon Düül. H κομμούνα/κοινόβιο Amon Düül (I), μετά τα μέσα του 60, μέσα στην άνοιξη του φοιτητικού κινήματος της Γερμανίας, έγινε γνωστή πέρα όλων των άλλων ως ένα εργαστήριο μουσικών αυτοσχεδιασμών, ένα χωνευτήρι των νέων καλλιτεχνικών τάσεων.  

Από τις τάξεις της πέρασαν δεκάδες καλλιτέχνες (μέλη των Amon Düül II, Yello, Faust) και μη που δημιούργησαν, ηχογράφησαν, αποτέλεσαν συζητώντας ένα think tank ή απλά φιλοξενήθηκαν στα κατειλημμένα κτίρια της.  Μερικά  από τα πιο ριζοσπαστικά άτομα της ομάδας όχι μόνο ασπάστηκαν τον εξτρεμισμό της RAF αλλά συμμετείχαν ενεργά στην πρώτη γενιά αυτής. 

Σε μια κίνηση καταδίκης της κίνησης αυτής  ένα κομμάτι της κοινότητας, καθαρά μουσικής κατεύθυνσης,  αποσχίζεται, αποκηρύσσει τη βία  και μετονομάζεται σε  Amon Düül ΙΙ. Χαρακτηριστική είναι  η αποστροφή της Renate Knaup των Faust στο ντοκυμαντέρ του BBC "The rebirth of Germany" [δες στο 7ο λεπτό του φιλμ (καλύτερα δες το όλο)] που εμβαθύνει στο κίνημα του krautrock.

Amon Duul II

και φυσικά

Τους Baader Meinhof : H μπάντα Baader-Meinhof με το φερώνυμο άλμπουμ, που δεν είναι παρά άλλο ένα προσωπικό όχημα του τρομερού Luke Haines των Auteurs και που ακούσαμε και στη σημερινή εκπομπή!








Η οποία, μιας και (ολότελα τυχαία) το ‘φερε η κουβέντα σημερινή εκπομπή οφείλω να πω (πέρα από τις ευχαριστίες μου σε όσες και όσους με συντρόφευσαν) πως πήγε για άλλη μια φορά - και το ξανατονίζω πως δεν κομπάζω - πάρα πολύ καλά. 

Τόσο οι μουσικές επιλογές, όσο και οι μικροθεματικές τριπλέτες τραγουδιών (Abbey Road, The Fall κλπ), οι κάνα δυο σπάνιες ή/και παράδοξες ηχογραφήσεις, η ιστορική αναδρομή της ημέρας, ο φόρος τιμής, μερικές ανακαλύψεις αλλά και αποκαλύψεις, συνέθεσαν άλλη μια πετυχημένη Παρασκευιάτικη συλλογή. 

Όπως πάντα βοήθησε και η καλή παρέα.

Για του λόγου το αληθές και για όσους φίλους/ες ακουσίως έχασαν το σημερινό (94ο) επεισόδιο, η συνέχεια επί των ηχείων σας: 




Η απόκτησή του ως podcast σε εμ-πη-θρη επιτυγχάνεται με το πάτημα του ακόλουθου εικονιδίου. 



 υγ1.Το playlist της εκπομπής κατά το σύνηθες στο πρώτο δικό μου σχόλιο.

 Καλή ακρόαση σε όσους ακούσουν και καλό Σαββατοκύριακο σε όλους.




 υγ2. Σήμερα που βασιλεύει η εικόνα, πόσο trendy μπορεί να είναι άραγε η χρήση του λογότυπου της RAF με το αστέρι και το πυροβόλο;




RAF: το γερμανικό φθινόπωρο του '77 και η ποπ κουλτούρα (μέρος 1ο)




 Καταμεσής του γερμανικού φθινοπώρου του 77, σαν σήμερα, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Stammhein, όχι πολλά παράδοξα για την εύρυθμη λειτουργία του σωφρονιστικού ιδρύματος γεγονότα συνέβησαν. Μόνο κάποια αλλαγή στις προγραμματισμένες βάρδιες των φυλάκων και …μερικά όπλα που κατόρθωσαν να περάσουν στα υπερφωτισμένα κελιά των πιο διάσημων συλληφθέντων/ τροπαίων της γερμανικού κράτους.
Αποτέλεσμα αυτών, οι τρεις ταυτόχρονες «αυτοκτονίες» (και ένας βαρύς τραυματισμός) των μελών της προφυλακισμένης ηγεσίας της RAF / Φράξια Κόκκινος Στρατός.

Ήτοι του Andreas Baader, της Gudrun Ensslin, του Jan-Carl Raspe και της Irmgard Möller. 

Τρεις σφαίρες στο σβέρκο για τον πρώτο, μια καρέκλα πολύ μακριά από το απαγχονισμένο σώμα της δεύτερης, ένα πεντακάθαρο από δακτυλικά αποτυπώματα και αίμα πιστόλι στο κελί του τρίτου και πολλαπλές μαχαιριές στην καρδιά μαζί με τη μαρτυρία της επιζήσασας τέταρτης βρέθηκαν, αλλά δε στάθηκαν ικανά πειστήρια για να στοιχειοθετήσουν προμελετημένη κρατική ενέργεια αντί μιας δίκαιης δίκης.

"Η Βόννη κατηγορείται...", αρχείο Καθημερινής 1977


"...για τη δολοφονία στα Λευκά Κελιά", αρχείο Καθημερινής 1977
 
«Αν δεν έχω αφήσει σημείωμα, πάει να πει πως έχω αυτοκτονηθεί» είχε γράψει η Eslin λίγο καιρό πριν στους δικηγόρους της. Κανένα χειρόγραφο δε βρέθηκε στο κελί της.

στην κηδεία των τριών

[Η Ulrike Meinhof είχε προλάβει να "αυτοκτονήσει" – όντας κι αυτή φυλακισμένη – έναμιση περίπου χρόνο πριν, στις 9 May 1976. Η επιτροπή διερεύνησης του θανάτου της, στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμά της είναι όμως αμφισβητούμενο.]


 
Το επόμενο πρωί ο από 43ημέρου απηγμένος από την οργάνωση Hanns-Martin Schleyer, πρώην αξιωματικός των SS και μέλος του ναζιστικού κόματος, που αργότερα διετέλεσε Πρόεδρος του Συνδέσμου Εργοδοτών και μετέπειτα εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών, εκτελείται από μέλη αυτής. Μετά το θάνατό του τιμήθηκε από το γερμανικό κράτος, ένα ίδρυμα φέρει το όνομά του, μια υποτροφία και ένα στάδιο.

Hanns-Martin Schleyer

Η RAF / Φράξια Κόκκινος Στρατός (Rote Armee Fraktion) γνωστή και ως Ομάδα Baader- Meinhof   υπήρξε η διασημότερη και πιο δραστήρια ακροαριστερή ένοπλη οργάνωση αντάρτικου πόλεων στη Δυτική Γερμανία.  [«…υπήρξε ακροαριστερή οργάνωση (δηλαδή αντάρτικο πόλεων)…» γράφει η ελληνικη Βικιπαιδεία κι ακόμα γελάω]. 

Ιδρύθηκε το 1970 και με ανακοίνωσή της τερμάτισε τη δράση της τον Μάρτιο του 1998, όντας από το 1992 ουσιαστικά ανενεργή. Χρονικά/ιστορικά χωρίζεται σε τρείς γενιές και το σύνολο των δεκάδων πράξεων που έχει αναλάβει (εμπρησμοί, δολοφονίες, ληστείες και απαγωγές) μπορείς να το δεις εδώ. 




Στις 28 Απριλίου 1977 είχε ολοκληρωθεί η πολύκροτη δίκη των ηγετών της Ομάδας Μπάαντερ-Μάινχοφ με τους Μπάαντερ, Έσλιν και Ράσπε να κρίνονται ένοχοι για τέσσερις φόνους και 30 απόπειρες δολοφονιών. Η ποινή τους ήταν ισόβια κάθειρξη.

Τρία χρόνια πριν, είχε προγηθεί - στις 4 Δεκεμβρίου του 1974 - ο διάλογος του Andreas Baader με το γάλλο φιλόσοφο Jean-Paul Sartre στις σε φυλακές υψίστης ασφαλείας της Στουτγάρδης όπου ο γάλλος φιλόσοφος ήθελε να πείσει τον Μπάαντερ, ώστε η τρομοκρατική οργάνωση να σταματήσει να δολοφονεί ανθρώπους. 


Jean-Paul Sartre και Andreas Baader

Sartre: Όσον αφορά τις μάζες, η RAF έχει αναλάβει δράσεις με τις οποίες οι άνθρωποι δεν συμφωνούν.

Baader: Έχει μετρηθεί πως το 20% του πληθυσμού έχει κάποιο είδος συμπάθειας για μας.

Sartre: Το γνωρίζω. Οι στατιστικές προετοιμάστηκαν στο Αμβούργο.

Baader: Η κατάσταση στη Γερμανία προσανατολίζεται στη δράση μικρών ομάδων, τόσο νόμιμων όσο και παράνομων.

Sartre: Οι πράξεις αυτές μπορεί να δικαιολογούνταν στη Βραζιλία, αλλά όχι στη Γερμανία.

Baader: Γιατί;

Sartre: Στη Βραζιλία χρειάστηκαν ανεξάρτητες δράσεις προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Ήταν απαραίτητη η προπαρασκευαστική εργασία.

Baader: Και γιατί είναι διαφορετικά με εδώ;

Sartre: Διότι εδώ δεν υπάρχει ο ίδιος τύπος προλεταριάτου σε σχέση με τη Βραζιλία.


1977, στο γήπεδο του Ajax

 H διείσδυση και αποδοχή της οργάνωσης στην κοινωνία (δημοσκόπηση της εποχής αναφέρει πως το ένα τέταρτο των Γερμανών κάτω των 40 δήλωνε συμπάθεια προς την οργάνωση, ενώ το ένα δέκατο ότι θα έκρυβε μέλος της από την αστυνομία) πέρα από την αδιαμφισβήτητη διάθεση ανατροπής του αλώβητου από εικοσαετίας κατεστημένου («Those in charge of the police, the schools, the government — they were the same people who'd been in charge under Nazism.» γράφει ο Stefan Aust, συγγραφέας του Der Baader Meinhof Komplex) γιγαντώθηκε με το είδος του marketing που έθρεψε (τόσο διαφορετικό ανά εποχή αλλά και τόσο ίδιο) την POP κουλτούρα. 
Συνθηματολογικά σπηκάζ αλά "Bonnie and Clyde" στα ραδιόφωνα (το "Bonnie and Clyde" ήταν άλλωστε η αγαπημένη ταινία του Baader κατά δήλωσή του μαζί με τη "Μάχη του Αλγερίου"), φωτογραφίες με αφίσες του Τσε, και ένα σήμα/λογότυπο, τη δημιουργία του οποίου επιμελήθηκε επί πληρωμή ειδικός γραφίστας.


Self-Starvation in the Red Army Faction

Joe Strummer
Related Posts with Thumbnails