Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Νοεμβρίου 2014

τι είναι η ζωή;


Είμαι καθισμένος σε ένα σκαμπό χωρίς πλάτη, τα πόδια μου δεν ακουμπάνε στη γη, κι έχω μπροστά μου, πάνω στην γυαλιστερή επιφάνεια του κυκλικού τραπεζιού τα χαρτιά με τις ερωτήσεις. 

Έχω ονειρευτεί κάμποσες φορές πως είμαι σε κάποιο αμφιθέατρο και δίνω κάποιο μάθημα αλλά πρώτη φορά εξετάζομαι σε εξωτερικό χώρο και μάλιστα μπροστά σε κόσμο. Ή μάλλον ανάμεσα σε κόσμο. Γιατί γύρω μου κυκλοφορούν άνθρωποι ντυμένοι σε έντονες αποχρώσεις του κόκκινου, - όσο κι αν τους κοιτάζω δεν αναγνωρίζω καμιά γνώριμη φάτσα -, που πουλάνε ευτελή αντικείμενα χωρίς να μου δίνουν ιδιαίτερη σημασία όσο δεν κινούμαι. Ο ήλιος μου καίει τα μάτια και δεν έχω μαζί μου γυαλιά ηλίου.

Στο χθεσινοβραδινό μου όνειρό μου συμβαίνουν όλα αυτά, κι εδώ διαφαίνεται πως χαλάω το σασπένς της ανάρτησης με την αποκάλυψη αυτή αλλά είναι η συνέχεια που κρατάει το ίσο τούτου του κειμένου.

Οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντήσω δεν προέρχονται από συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, με μια διαγώνια ανάγνωση έχω δει πως τις περισσότερες τις γνωρίζω, παρόλα αυτά δεν απαντώ σε καμία αν δε βρω πρώτα τη μία τουλάχιστον από τις δύο που αγνοώ παντελώς. 

"Τι είναι ζωή;" λέει η πρώτη (*). 

Ζορίζομαι αφόρητα, σχεδόν πανικοβάλλομαι γιατί δεν μπορώ να την απαντήσω με τίποτα. Είναι ο χρόνος μεταξύ γέννησης και θανάτου; αναρωτιέμαι. Ή μήπως να γράψω εκείνη την εξυπνάδα που λέει πως «Ζωή είναι όλα όσα συμβαίνουν όσο εσύ σχεδιάζεις το μέλλον»;

Ζωή είναι η διαδικασία…

Δε θυμάμαι αν έστειλα στα κρυφά κάποιο μήνυμα σε φίλο ή απλά το γκούγκλαρα στο κινητό χωρίς να με πάρουν χαμπάρι οι δεκάδες αδιάφοροι επιτηρητές μου, πάντως την απάντηση στην οθόνη του κινητού μου δεν μπορώ να τη διαβάσω. Τι γελοίο, η πρεσβυωπία με ταλανίζει και στον ύπνο μου! 

Πετάγομαι απ’ το κρεβάτι στρεσσαρισμένος, μου ξαναθέτω την ερώτηση – τώρα στο ξύπνιο μου - αλλά και πάλι δε μπορώ να την απαντήσω γαμώτο. Ειλικρινά. 




 - Τίποτα δεν αλλάζει στην Αθήνα. Όλα είναι ίδια και αυτό μου αρέσει, ξέρω πως θα περάσω καλά με τους εδώ φίλους μου, είπε την προηγούμενη Παρασκευή το βράδυ στο Ρινόκερω ο Scott McCloud. 
Ο άλλοτε περφόρμερ των Girls Against Boys έχει κάνει δεκάδες φορές τη διαδρομή Μινεσότα-Αθήνα από τη δεκαετία του 90 κι ύστερα, ίσως γι αυτό η σημερινή του, μοναχική κι ακουστική εμφάνιση του, δεν έχει μαζέψει παραπάνω από 40-50 άτομα. 
Ρουφάω σιγά-σιγά τη μπύρα μου κι ευχαριστιέμαι αμίλητος τη σκοτεινή και χαμηλής διάθεσης μουσική του. Οι συνθέσεις του είναι άγνωστες και μη αναγνωρίσιμες σε μένα, διασκευάζει Misfits και Tom Waits και το Yesterday is here είναι το μόνο που μουρμουρίζω πριν παραγγείλω στη Σ. μια φωτογραφία με το κινητό του Ν.

Περπατάω νυχτιάτικα στα πέριξ της Ιπποκράτους μ' ένα σουβλάκι στο χέρι πριν ξαναβυθιστώ στην ασφυκτική καπνιά του μπαρ που κάνει τα μάτια μου να κλαίνε κι όπου με περιμένουν οι φίλοι μου.

και μιας κι ακούω George Harrison όση ώρα έγραφα την ανάρτηση:


Ζωή είναι  το να γυρνάς σπίτι με δυο ζευγάρια κάλτσες στην τσάντα που λίγες ώρες πριν ήλπιζες να γεμίσεις με τους δίσκους που θα ‘βρισκες στο παζάρι.


(*) Η δεύτερη αναπάντητη ερώτηση αφορούσε την ετυμολογία της λέξης «κακοφορά» την οποία κρίνω πως πολύ καλά έκανα και δεν την ήξερα γιατί δεν υπάρχει τέτοια λέξη.

30 Ιουλίου 2013

waitin' around to die


Είναι κάποια τραγούδια που κάθονται περίεργα στο θυμικό μου και δε μπορώ (ούτε και που θέλω) να τ' αφήσω στην άκρη. Άπαξ και φυτευτούν οι ήχοι τους στα αυτιά μου, ριζώνουν, βλασταίνουν και με κατοικούν για πάντα. Μετά δε γίνεται τίποτα. 

Ένα από αυτά και το παραπάνω: Το "Waitin' Around To Die" του πρόωρα χαμένου Townes Van Zandt. Φετινή ανακάλυψη (και αποκάλυψη για μένα). Το πρωτοάκουσα διασκευασμένο από τις The Be Good Tanyas ως επένδυση σε κάποιο επεισόδιο του Breaking Bad, μου 'κανε το περίφημο κλικ, το έψαξα, κι έκτοτε είναι soundtrack όλο και περισσότερων δικών μου στιγμών. Sometimes I can't even see the reason why. "Κάλλιο αργά παρά ποτέ" μου είπαν όσοι τον ήξεραν ήδη.  

Στο παραπάνω βίντεο είναι η εκτέλεση που ακούγεται σ'ένα απόσπασμα από το ντοκυμαντέρ Heartworn Highways (ψάχνω να το βρω μιας και το έχω δει αποσπασματικά στο δίκτυο) του James Szalapski. Το Heartworn Highways, που γυρίστηκε μεν το 1975 αλλά δε βρήκε το δρόμο στις οθόνες νωρίτερα από το 1981,  εστιάζει σ' ένα υποείδος της αμερικάνικης μουσικής country, το Outlaw country. 

Το πολυδιασκευασμένο "Waiting Around To Die" μπορείς να ακούσεις εδώ σε μια από τις καλύτερες (ναι, έχει πολλές) στούντιο εγγραφές του, ενώ από τις The Be Good Tanyas, εδώ.


Waiting Around To Die

Sometimes I don't know where , this dirty road is taking me 
Sometimes I can't even see the reason why 
I guess I keep a-gamblin' ,  l
ots of booze and lots of ramblin' 
It's easier than just waitin' around to die 

One time, friends, I had a ma, 
I even had a pa 
He beat her with a belt once 'cause she cried 
She told him to take care of me, h
eaded down to tennessee 
It's easier than just waitin' around to die 

I came of age and I found a girl, i
n a tuscaloosa bar 
She cleaned me out and hit in on the sly 
I tried to kill the pain, bought some wine, a
nd hopped a train 
Seemed easier than just waitin' around to die 

A friend said he knew,  w
here some easy money was 
We robbed a man, and brother did we fly 
The posse caught up with me,  a
nd drug me back to muskogee 
It's two long years I've been waitin' around to die 

Now I'm out of prison, 
I got me a friend at last 
He don't drink or steal or cheat or lie 
His name's codine, h
e's the nicest thing I've seen 
Together we're gonna wait around and die 


υγ. Μόλις βγήκα από (άλλο) ένα σουρεαλιστικότατο (αλλά μάλλον αρκετά hard core για να δημοσιευτεί) μεσημεριανό όνειρο όπου τι περίεργο:  συγκεκριμένο τραγούδι ακουγόταν κι εκεί.

17 Οκτωβρίου 2012

άρρωστος


...και σα να μην έφταναν όλα αυτά κονόμησα εδώ και δυο μέρες έναν απαίσιο πόνο στο στομάχι, κάμποσα δέκατα (που ώρες ώρες το παίζουν πυρετός) και μια καινούρια καρτέλα χάπια. 

Άυπνος το περισσότερο βράδυ, ιδρωμένος και ακίνητος στη γωνιά μου, με πήρε ο βαθύς ύπνος μετά τις πέντε το πρωί. Σε κάποιο όνειρο είχα ακούσει λέει το ομορφότερο τραγούδι όλων των εποχών, το τραγουδούσα κι εγώ περιμένοντας να ξημερώσει για να το στείλω να το ακούσουν και οι φίλοι μου. Όταν ξύπνησα η μελωδία εξαφανίστηκε (φυσιολογικό δείγμα ψυχικής υγείας), κι άκουγα μόνο τα Ωχ! που έβγαζα εγώ που νιώθω ετοιμοθάνατος κάθε φορά που αρωσταίνω.


22 Αυγούστου 2012

η ζωή είν' αλλού


Τα πλοία παρόλο που δεν βρίσκονταν μακριά από την ακτή, έπλεαν ήδη σε βαθειά νερά, και οι μηχανές τους είχαν αρχίσει να ανεβάζουν τις στροφές που θα τα έβγαζαν στα ανοιχτά. Η ταχύτητά τους, σίγουρα όχι η διαδρομής, πρόδιδε πως σκοπός τους δεν ήταν ούτε η αναγνώριση των γύρω ακτών, ούτε άλλες υδρογραφικές έρευνες. Ακριβώς από πάνω τους θορυβούσε ένα ελικόπτερο. 

Πολεμικά ήταν τα πλοία, το συμπέραινες εύκολα με μια απλή ματιά στην εξάρτυσή τους: κανόνια - πιθανότατα ξεπερασμένα αν ήταν κανόνια -, περιστρεφόμενα ραντάρ και ένα σωρό άλλα ματζαφλάρια να εξέχουν σα σκιές από το κατάστρωμα. Τα βλέπαμε, τα ξεχωρίζαμε καθαρά, φορτωμένα τον ανθό κάποιας ακαταλαβίστικης νεολαίας ενώ εμείς εντωμεταξύ στην παραλία αλείβαμε αντηλιακό ο ένας την πλάτη του άλλου. 

Στο συνήθως ενοχλητικό τρανζίστορ κάποιου συλλουόμενου ένα έκτακτο ειδησεογραφικό ανακοινωθέν – το τρίτο στη σειρά μέσα σε στην τελευταία ώρα - παρεμβλήθηκε στο πρόγραμμα κι έκανε τον ιδιοκτήτη του ραδιοφώνου να ανακαθίσει στην πετσέτα του. Πατώντας αστραπιαία το πλήκτρο με το βελάκι δύο φορές, διέκοψε στα γρήγορα τα λόγια του εκφωνητή στη μέση και συντονίστηκε στον μεθεπόμενο σταθμό. Αυτός συνέχιζε κανονικά το πρόγραμμά του, έπαιζε τώρα το They shoot horses, don’t they? κι η αλήθεια είναι πως όλοι οι συλλουόμενοι έδειξαν ανακουφισμένοι παρ’ όλο τον καταιγιστικό καθαριστικό σπαραγμό της σύνθεσης των Quickspace. 

Φορώντας λουλουδάτες βερμούδες οι περισσότεροι άντρες και μονόχρωμα μπικίνι οι γυναίκες είδαμε μια από τις πλαϊνές πόρτες του κοντινότερου πλοίου να ανοίγει και ένα μέλος του πληρώματος, κι ύστερα ένα άλλο, κι ένα άλλο κι ένα άλλο να βγαίνουν στο κύριο κατάστρωμα, κινούμενοι αργά, σχεδόν νωχελικά. 

Η ροή των επιβαινόντων συνεχίστηκε για λίγο ακόμα, πριν πάρει τέλος με τους αξιωματικούς του σκάφους παρατεταγμένους πίσω από τα κάγκελα του μεσόστεγου και τους ναύτες - σε πυκνότερη διάταξη αυτοί-, κατά μήκος του καμπυλωμένου καταστρώματος. Μερικοί από αυτούς ήταν γυμνοί από τη μέση και πάνω και σχεδόν οι μισοί φορούσαν κοντά παντελόνια. Όλοι τους ήταν στραμμένοι προς το μέρος μας. 

Οι ναύτες με το ‘να χέρι αντήλιο πάνω από τα μάτια τους μας παρατηρούσαν πίσω από γυαλιά ηλίου και οι αξιωματικοί με τα τεράστια κυάλια που οι φακοί τους αντανακλούσαν κάθε τόσο το φως του ήλιου. Αν κοίταζες καλύτερα και όλοι κοιτάζαμε καλά, θα έβλεπες πως μας χαιρετούσαν. 

Σηκωθήκαμε (όχι όλοι μα οι περισσότεροι σταθήκαμε όρθιοι) και σαν μέρος ακατανόητου τελετουργικού κινηθήκαμε μέχρι το σημείο που το κύμα έγλυφε τα ήδη βρεγμένα βότσαλα της παραλίας. Με έναν σχετικό συγχρονισμό σκύψαμε και βουτήξαμε τα χέρια μας που γλίστραγαν ακόμα από τα λάδια UV2 ξεπλένοντάς τα στο νερό. 

Έπειτα τα σηκώσαμε ψηλά στο ύψος των ώμων μας και με υποθετικά κέντρα τα σημεία που βρίσκονταν οι αγκώνες μας και χωρίς κανένα σπάσιμο των καρπών - πράγμα που θα δήλωνε ευθυμέστερη διάθεση της παρούσης – τα κινήσαμε διαγράφοντας κυκλικούς τομείς 38 μοιρών, ανταποδίδοντας έτσι τους χαιρετισμούς των ναυτών. 

Στον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο, το θαλασσινό νερό εξατμίστηκε γρήγορα από τα χέρια μας, αφήνοντας στα δάχτυλά μας μικρούς άσπρους λεκέδες. Κοίταξα τη λεπτή κρυσταλλική σκόνη χλωριούχου νατρίου (με ίχνη ιωδίου) στα δάχτυλά μου, σχημάτισα με τον αντίχειρα και το δείκτη μια δαγκάνα σα μισοφέγγαρο και τσίμπησα τον πάνω πάνω κεφτέ από το τάπερ που είχαν ανοίξει οι άλλοι μπροστά μου. Το αλάτι τον έκανε όντως νοστιμότερο.

Την ώρα που ξάπλωνα στην καινούρια μου ψάθα να ξανακοιμηθώ χορτάτος και γαλήνιος το ραδιόφωνο του γείτονα έπαιζε το 1970 των Stooges.

4 Μαρτίου 2012

κανένας μόνος του


Στην ετήσια μάζωξη των παλιών υπαλλήλων της υπηρεσίας πήγαινε κάθε χρόνο. Συνταξιοδοτημένη από χρόνια, ήταν ευκαιρία να δει τους παλιούς της φίλους και συναδέλφους μεν, ευκαιρία να ξεσκάσει από την κλεισούρα του σπιτιού δε. Κάθε φορά μας έλεγε πόσο καλά είχε περάσει και πόσο είχε γελάσει με τα παιδιά, όπως αποκαλούσε ακόμα τους συνομήλικους της εξηντάρηδες.
Την τελευταία φορά όμως δεν την περίμενα να γυρίσει για να μας τα διηγηθεί. Βρήκα στον κατάλογο το τηλέφωνο του κέντρου διασκέδασης, το κάλεσα και τη ζήτησα: Καλησπέρα σας, λέγομαι έτσι κι έτσι, σας παρακαλώ μπορώ να μιλήσω στη μητέρα μου;

Στο τηλέφωνο, ήρθε γελώντας, όμως της έκοψα τη φόρα όμως αμέσως:
- Καλά ακόμα χορεύετε; Δεν έχετε πάρει χαμπάρι τι έγινε;
- Τι έγινε, για ποιο πράγμα μιλάς;
- Ρε μαμά, η βόμβα. Η βόμβα έπεσε τελικά. Τι ποια βόμβα; Αυτή που έλεγαν τόσους μήνες στην τηλεόραση. Δε σας είπαν τίποτα; Για κοίτα λιγάκι έξω από τα παράθυρα; Είναι νύχτα κι έχει παντού φως ενώ δε θα ‘πρεπε. Ναι, οι υπόλοιποι στο σπίτι καλά είναι.
 Στην άλλη άκρη της πόλης που βρισκόμασταν το ωστικό κύμα δεν είχε περάσει, οι υλικές καταστροφές ήταν πράγματι λίγες, όσο για το μεγάλο μπαμ άνετα θα μπορούσες να το αγνοήσεις αν βρισκόσουν σε κλειστό χώρο όπως εκείνη και μάλιστα με δυνατή μουσική. Η ύπουλη «ακτινοβολούσα ενέργεια» όμως είχε ήδη εξαπλωθεί πάνω από την περιοχή που όριζαν τα βουνά γύρω από την πόλη. Λίγο νωρίτερα την είχα δει να φθορίζει σαν άυλο πορτοκαλί σέλας ανάμεσα στα σύννεφα από την ταράτσα του σπιτιού. 
Την άκουσα να κλαψουρίζει, μη φοβάσαι της είπα, έρχομαι να σε πάρω – κατάλαβα πως κανείς δεν τους είχε ειδοποιήσει να προφυλαχτούν – . Μόνο κουκουλώσου καλά, συμπλήρωσα, και κατέβα να με περιμένεις στο ισόγειο.

 Φόρεσα ένα άβολο γιλέκο από συρματόπλεγμα πάνω από τα καθημερινά μου ρούχα, σκέφτηκα πως ίσως και με προφυλάξει από την πρωτόγνωρη ακτινοβολία που από μήνες μας προειδοποιούσαν οι υπεύθυνοι αλλά ποτέ δε μας εξήγησαν πώς να την αντιμετωπίζουμε.
Στην πυλωτή συνάντησα το γείτονα, «εσείς έχετε νερό;» με ρώτησε. Μπήκα σπίτι ξανά και μάζεψα όσα μπουκάλια είχαν μέσα τους πόσιμα υγρά: νερό, μπύρες, αναψυκτικά και λάδι. Τα κατέβασα στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Στο μεταξύ, αρκετοί γνωστοί και φίλοι - σε παράταιρες ηλικίες οι περισσότεροι - είχαν αρχίσει να καταφτάνουν – ειδοποιημένοι άγνωστο πως - στην εξώπορτά μου.  Άλλοι κρατώντας τάπερ με φαγητά άλλοι βαλίτσες με ρούχα, τους οδήγησα όλους στο υπόγειο. Κάποιων το δέρμα είχε γίνει γαλάζιο. Καναδυό πιτσιρίκια έσκουζαν.

Πετάχτηκα έξω με τα κλειδιά στο χέρι, τυλιγμένος σα κρεμμύδι σε παλιόρουχα, θα γδυνόμουν και θα πετούσα τα μολυσμένα κουρέλια μόλις επέστρεφα, κι έβαλα μπρος τη μηχανή. Η κατάσταση στους δρόμους ήταν λιγότερο αποκαρδιωτική απ’ ότι έβλεπα συνήθως στο σινεμά, ή έτσι μου φαινόταν; Τα κτίρια έστεκαν όρθια, τουλάχιστον για πολλά τετράγωνα γύρω από το σπίτι μου, τα δέντρα είχαν ρίξει όμως τα φύλλα τους και που και που υπήρχαν άνθρωποι ακίνητοι, πεσμένοι είτε στα πεζοδρόμια είτε καταμεσής του δρόμου. Προσπάθησα να κάνω ελιγμούς να αποφύγω τα ανατριχιαστικά κρατς κάτω από τα λάστιχα του αυτοκινήτου.

Το ήξερα ότι όλοι θα πεθαίναμε σύντομα, δε τη γλιτώνεις από την ύπουλη ακτινοβολία κι ας μη τη βλέπεις. Στις τελευταίες σου στιγμές όμως αξίζει να είσαι μαζί με αυτούς που αγαπάς και να που εγώ τους μάζευα τώρα στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Θα ’ναι κρίμα να ξεψυχήσει ο καθένας χώρια, μόνος του, είπα δυνατά και πάτησα το γκάζι.

Λεπτομέρειες άλλες δε θυμάμαι να διηγηθώ, δεν ξέρω αν τελικά μου έφτασε ο χρόνος να γυρίσω ή αν και που πέθανα κι εγώ.



Καλημέρα, είναι 9 και 20, εγώ πάω για τζόκινγκ, φτιάξε καφέ και τα λέμε αργότερα.

7 Νοεμβρίου 2011

του χεριού μου


Διπλώθηκε να μη λερωθεί από τον ίδιο της τον εμετό, ίσως και να έκλαιγε καθώς  με κοίταζε. Για να ακριβολογώ δεν κοίταζε εμένα αλλά το μέρος που έπρεπε να βρίσκεται το χέρι μου. Κοίταξα και εγώ προς τα εκεί και χωρίς να μπορώ να θυμηθώ πότε ή πως είχε συμβεί, είδα πως αυτό έλειπε,  ήταν κομμένο. 

Το δεξί μου άκρο έλειπε από τον καρπό και κάτω. Παρ’ όλα αυτά ένιωθα νε με τρώει η παλάμη που δεν υπήρχε. Κάτι είναι κι αυτό σκέφτηκα και προσπάθησα να ηρεμήσω την Ι που χτυπιόταν ακόμα κοιτάζοντας τώρα το πάτωμα. 

Τραβήχτηκε, κατάλαβα πως δεν ήθελε να την ακουμπήσει το μισερό μέλος μου, τραβήχτηκα κι εγώ από την άλλη.  Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να τη φόβισε, το κόκαλο δεν εξείχε καν από το δέρμα, όπως σ’ εκείνον τον ηλικιωμένο κύριο που είχα δει τις προάλλες στα Χαυτεία. Ναι, αυτό ίσως να έδειχνε τρομακτικό αλλά ακόμα κι έτσι δεν θα έφταιγα εγώ. Πάλι ο ίδιος Α θα ήμουν, έτσι δεν είναι; 

Θα το καταλάβαινα επίσης αν ένα ή δύο δάχτυλα έστεκαν σα δαγκάνες υπολείμματα ενός «κάποτε» χεριού. Ναι αυτό θα ήταν σίγουρα αντιαισθητικό σκέφτηκα νομίζω όμως θα ήταν απείρως πιο λειτουργικό για τις δουλειές που τώρα φορτίζουν μόνο το αριστερό μου χέρι.

Λίγα λεπτά ή λίγες ώρες αργότερα – δε θυμάμαι ούτε πως βρέθηκα στο κρεββάτι μου για να είμαι ειλικρινής - ξύπνησα δύσθυμος, έμεινα ξαπλωμένος για λίγο, σήκωσα τα χέρια μπροστά στα μάτια  μου, είδα είκοσι δάχτυλα να κουνιούνται σα φύκια μπροστά μου.

14 Μαρτίου 2011

αεροδιάδρομοι

Μικρότερος έβλεπα συχνά στον ύπνο μου πως μπορούσα να πετάω. Άλλοτε έφτανε απλά να ανοίξω σε έκταση τα χέρια μου, άλλοτε φύτρωναν φτερά - ανάλογα με την περίσταση - την ώρα που τα χρειαζόμουν. Θυμάμαι να ξυπνάω από τις νυχτερινές εναέριες βόλτες με αυτόν τον κόμπο του ιλίγγου να με σφίγγει λίγο κάτω από το στομάχι -τον ίδιο που ένιωθα όταν πεντάχρονος έκανα κούνια και αρκετά αργότερα όποτε ήμουν ερωτευμένος.

Μεγαλώνοντας τα όνειρα αυτά άρχισαν να αραιώνουν. Δηλωμένα άνθρωπος που ευχαριστιέται να πατάνε τα πόδια του σε στέρεο έδαφος, σπάνια ησυχάζω ρεμβάζοντας ουρανούς ή θάλασσες. Έτσι δεν περίμενα ότι θα μου λείπουν τόσο αυτά καθαυτά τα εναέρια νυχτερινά δευτερόλεπτα, όσο και η επήρειά τους που κρατούσε ώρες μετά το πρωινό ξύπνημα.
Την έλλειψη των εικόνων αυτών αναπληρώνω τελευταία στη διάρκεια των συνειδητών εργάσιμων ωρών. Ανακτώ για κλάσματα του δευτερολέπτου την χαμένη μου πτητική ικανότητα και από τον 5ο όροφο κάποιου πολυκαταστήματος, το κάθισμα ενός αυτοκινήτου, ή ακόμα και περπατώντας στην Πανεπιστημίου, ξεφεύγω σε ιπτάμενες διαδρομές, βρίσκομαι σε απίθανα μέρη και ζω άλλες ζωές.
Κι έπειτα πάλι προσγειώνομαι, σαφώς ηρεμότερος, ελάχιστα μετατοπισμένος απ’ τη θέση απ’ όπου ξεκίνησα.

17 Φεβρουαρίου 2010

pieta

λεπτομέρεια από graffitto στου Ψυρρή

…την κοιτάζω που κλαίει. βλέπω τους ώμους της να τραντάζονται από τους λυγμούς και από τα μάτια της να τρέχουν ποτάμια. ο έντονος ήλιος από πάνω θολώνει το περίγραμμα του κεφαλιού της και με τυφλώνει. κάνει τόση ζέστη που δε μπορώ να πάρω ανάσα. κλείνω τα μάτια μου τελείως μα την ακούω.
…κλαίει ακόμα γοερά. κι εγώ δε μπορώ να κάνω τίποτα, ούτε να κουνηθώ ούτε να της μιλήσω, να την παρηγορήσω , έχει στεγνώσει το στόμα μου. τα δάκρυα της πέφτουν κατευθείαν στο μέτωπο μου.
κάποια στιγμή το αναφιλητό της σταμάτησε, όχι για πολύ. ήταν τη στιγμή που σηκώθηκα που την άκουσα να βγάζει την κραυγή, κάτι σαν "γιε μου" πριν ξαναρχίσει το κλάμα.

απομακρύνθηκα.
κάθομαι και την παρατηρώ από απόσταση. τη βλέπω τώρα ολόκληρη. είναι καθισμένη στην άσφαλτο που κυματίζει από τη ζεστή. και κρατάει το σώμα μου. αγκαλιάζει τους ώμους μου και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. τα μάτια μου είναι βρεγμένα από τα δάκρυα της, το στόμα μου ανοιχτό και από το στομάχι μου χύνεται αίμα κατευθείαν πάνω στο δρόμο.
βούρκωσα στην αρχή και τελικά ξύπνησα από το κλάμα μου…

3 Φεβρουαρίου 2010

Το ατυχές γεγονός

Την είδα παρόλο που ήμουν καθιστός και υπήρχε πολύς κόσμος ανάμεσα μας. Είχα διαλέξει θέση προνομιακή με θεά στον καταρράκτη και έτσι την είδα που έπεσε.
Σαν λαμπάδα τεντωμένη , με το κεφάλι προς τα κάτω. Καστανά μαλλιά ,μπλε ρούχα και τα χέρια ανοιχτά, αυτά πρόλαβα να συγκρατήσω.
“Παναγιά μου” φώναξε με όλα της τα πνευμόνια, δεν έφτασε όλη η κραυγή στα αυτιά μου καθώς είχε ήδη αρχίσει να συναγωνίζεται το νερό στην ελεύθερη πτώση πριν τελικά εξαφανιστεί στο γκρεμό.
Πάγωσα στη θέση μου, πίσω από την πορτοκαλάδα μου και το ανθρακικό της. Δεν τόλμησα να πλησιάσω το συνωστισμένο κόσμο που ξαναμμένος κοιτούσε προς το χάος και με τεντωμένους τους δείκτες ανέλυε την τροχιά της γυναίκας. Πρέπει να είχε έρθει στις εκδηλώσεις μόνη της, σκέφτηκα, δεν είδα κανέναν να αντιδρά εντονότερα μέσα στο πλήθος.

Από τα μεγάφωνα της πλατείας ακούστηκε μια φωνή που συστήθηκε ως φωνή του δήμαρχου. Το πανηγύρι θα συνεχιζόταν κανονικά. Το ατυχές γεγονός δε θα επηρέαζε τη ροη του προγράμματος και το κέφι των συμμετεχόντων, ανακοίνωσε.
Σαν να ήταν αυτό το σύνθημα που περίμεναν δεκάδες μασκαρεμένοι άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος μας. Πρόχειρα βαμμένοι στα πρόσωπα οι περισσότεροι, και με προβιές στους ώμους. Έρχονταν από τη μεριά της επάνω γειτονιάς, μα είδα κι αρκετούς να ανεβαίνουν στην πλατεία από τα σκαλιά, πίσω από το πλατάνι. Μπουλούκι πλέον πέρασαν ανάμεσα μας αλαλάζοντας λαχανιασμένες φωνές κεφιού . Ο υπόλοιπος κόσμος τρέχει πίσω τους , μαζί και όσοι στέκονταν δίπλα στον καταρράκτη. Μόνο δυο αστυνόμοι έμειναν εκεί . Σιγά σιγά έγινε ησυχία. Καταλαβαίνω ότι είμαι αναστατωμένος, νοιώθω τους σφυγμούς μου και ξέρω ότι πρέπει να ηρεμήσω. Ανάβω ένα τσιγάρο και ξυπνάω.

20 Ιανουαρίου 2010

Το 6 θα κυλήσει προς τα αριστερά



Tο στρατόπεδο είναι διαφορετικό σήμερα. Είναι γεμάτο σκηνές στημένες στο γρασίδι.Τα ηχεία παίζουν συνέχεια Rolling Stones και πρέπει να ακούγεται μάλλον το Υou can’t always have what you want.
Όπου και να κοιτάξεις φαντάροι.
Ο Χρήστος είναι ο μόνος που χαμογελάει, είμαστε μαζεμένοι σε μια άκρη, κανείς μας δε μιλάει μόνο ακούμε τη μουσική και το ανθρωποβουητό. Είναι η μέρα που απολυόμαστε και φεύγουμε από το στρατόπεδο. Απόγευμα.
Οι προβολείς είναι όλοι αναμμένοι και δημιουργούν ατμόσφαιρα γηπέδου. Θυμάμαι ότι νοιώθω στο στομάχι μια ανασφάλεια, από αύριο πρέπει να βρω δουλειά, σπίτι και το τι θα κάνω στη ζωή μου. Ακούγεται στη διαπασών το Miss you πάλι από Stones και εμείς μουρμουρίζουμε... everybody waits so long...
Ειναι η ώρα που ανοίγουν οι πύλες και ως όχλος βγαίνουμε έξω. Φεύγουμε και περιέργο αλλά σχεδόν είμαστε βουρκωμένοι. Με χαιρετάει ο Χρήστος. Τον φιλάω στο σβέρκο και νομίζω οι πιο πολλοί κάπως έτσι χαιρετιούνται. Μου ζητάει να τον συνοδέψω μέχρι το σπίτι. Φτάνουμε και λίγο πριν μπούμε μεσα μου λέει: Εσυ σε παρακαλώ περίμενε με απ’εξω.
Έρχεται η γυναίκα του. Είναι όμορφη. Ο Χρήστος της χαμογελάει και κοιτώντας με, λέει σιγανά κάτι που ή δεν θυμάμαι καλά τώρα πια ή δεν καταλαβαίνω καλά…."Το πρώτο που θα δεις... είναι κάτι όχι σταθερό με κλίση..." ή κάτι τέτοιο.
Η γυναίκα του μην έχοντας ακούσει τι λέμε πλησιάζει και λέει: " Έξι ".
"Είδες ; " λέει ο Χρήστος, "Το 6 αν το αφήσεις θα κυλήσει και μάλιστα προς τα αριστερά που έχει πιο πολύ βάρος……………………………………."
Ξύπνησα, όνειρο ήταν και πέρασε.
Παίρνω το Χρήστο τηλέφωνο αλλά δεν απαντά.
14/6/2005
Related Posts with Thumbnails