Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Αυγούστου 2014

αντιτουριστικό

Την Κρήτη δεν την έχω ακριβώς στην καρδιά μου, δε φτάνει μόνο η καλή παρέα για να την αγαπήσω αν και ομολογουμένως βοηθάει πολύ. Αγαπάω όμως πολύ, γνωρίζοντας και περπατώντας τα, κάποια από τα  μέρη της. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη η τηλεμεταφορά για να πηγαίνω άκοπα, αζάλιστα κι αβάδιστα απ’ το ένα στο άλλο.


Στήσαμε το ορμητήριό μας σε ένα μαγευτικό οικισμό, χωριό δεν το λες τον Σαμωνά, όπου το τρίπτυχο ταβέρνα-εκκλησιά-σχολειό (όπως αποδίδεται στα μέρη μας το μπαρ-σαλούν και φυλακή της άγριας Δύσης) καλύπτεται κατά τα 2 πρώτα τρίτα και δίνει στο ημι-κατοικημένο αυτό μέρος το δικαίωμα καταγραφής του στο χάρτη.


Φιλοξενούμενοι καλών φίλων σε σπίτι εκλεκτό με ωραίους συγκατοίκους και θέα ό,τι τραβάει η ψυχή σου, βουνό και κάμπο, ουρανό και θάλασσα, ανατολή και δύση από υψόμετρο 400 μέτρων. 



Με πολύ νόστιμο φαγητό, ευγενέστατους συγγενείς, μερικά τσομπανόσκυλα ελευθέρας βοσκής και το μοναδικό χάρισμα να είναι ο τελικός σταθμός μιας διαδρομής κατά την οποία ανεβαίνουν ένας ένας οι βαθμοί Κελσίου κάθε 50 μέτρα κατακόρυφης ανάβασης (ή 900 μέτρων φιδωτής οδήγησης σε άσφαλτο). Από τούτο το ορμητήριο ξεκινήσαν όλες μας οι επιεκδρομές.

το κλειστό σχολειό
ο πίνακας του κλειστού σχολειού

Διαβάζω τις σημειώσεις που έγραψα στο τετράδιό μου δυο μέρες μετά την άφιξή μας.

Έχουμε διασχίσει την ξεραΐλα των Λευκών Βουνών όταν ξυπνώ ζαλισμένος από τις δεκάδες στροφές του δρόμου. Ίσα που προλαβαίνω να πω έναν εκτός χρόνου χαιρετισμό στους άφαντους τέτοια εποχή και τέτοια ώρα δροσουλίτες πριν παρκάρουμε κάμποσα χιλιόμετρα μετά τους αμμόλοφους που συναντάμε. Βρισκόμαστε στην άκρη του κόσμου όπου τα πάντα τσουρουφλάνε, ευχαριστιέμαι με αυτή τη σκέψη που δικαιολογεί απόλυτα το γιατί κανείς δεν έχει χτίσει κανεις το σπίτι του εδώ γύρω. 


Μόνο μια σοβιετική θα την έλεγες, παραλληλεπίπεδη κατασκευή από γκρι μπετόν είναι πίσω μου κι από μέσα της βγαίνει πότε-πότε ο γιός της ταβερνιάρισσας να μου φέρει νερό να πιω. Εντοπίζω εύκολα τον Ν. και τον Σ. που κολυμπούν δίπλα στην θεόρατη κίτρινη κουλούρα της μικρής Δάφνης χωρίς να ξεμακραίνουν από την ακτή, δεν ξανοίγονται πέρα από τα όρια άκρες του μικρού όρμου μην τους στείλουν τα κύματα που αφρίζουν πεσκέσι στις απέναντι ακτές.



Μπροστά μου η Γαύδος, αναμεταξύ μας η πυρωμένη αμμουδιά κι η Λιβυκή θάλασσα, στα δεξιά μου ένας Αυστριακός που τυραννάει τα παγάκια στο άδειο ποτήρι του φραπέ του ρουφώντας αρειμανίως τα κολλημένα στο γυαλί υπολείμματα αφρού. Ανάμεσά μας 1-2 τετραγωνικά άμμου κι ένα αλμυρίκι που απλώνει τη σκιά του πάνω κι από τους δυό μας. 


Εγώ πίνω ρακί και προσπαθώ ανεπιτυχώς να διαβάσω τον Τοίχο του Jean Paul Sartre, ενώ ο ήλιος μου καίει το δεξί μου μάτι και τυφλές ριπές αέρα γυρνάνε κατά το συμφέρον τους τις σελίδες του βιβλίου πριν καν τις διαβάσω. Μια μύγα με παρατηρεί με τις τεράστιες ματάρες της, βολεμένη στην απάνεμη πίσω πλευρά του μισογεμάτου νεροπότηρού μου. Δε θα μάθω ποτέ αν είναι η ίδια που με τσιμπάει λίγο αργότερα όταν εκεί, στην άκρη κάποιου πουθενά μια μικρή και τρεις ενήλικες απολαμβάνουν μυζηθρόπιτες με μέλι. 

Όχι πολύ πριν νυστάξω στη δαιδαλώδη διαδρομή που μας απόθεσε εδώ, είχαμε προλάβει να επισκεφτούμε το αυτοσχέδιο μουσείο πολέμου. Απομεινάρια από το 41-43, βόμβες, όπλα, πιστόλια, πιατικά, εφημερίδες, σαπούνια, νάρκες, τηλεσκόπια και κανόνια. Γερμανικά και συμμαχικά. Μαζεμένα με ζήλο και μεράκι, καλοσυντηρημένα τα περισσότερα. 


Η συναισθηματική φόρτιση κι η ανατριχίλα στη θέα τους συνεχίζει παρόλη την άκομψη επιμονή του ιδιοκτήτη προς άγρα οικονομικής ενίσχυσης απ' όλους τους παρευρισκόμενους. 


Του το 'ταξα όμως. Αν βρω που έχω καταχωνιάσει το παλιό γερμανικό κράνος με την τρύπα από σφαίρα στ' αριστερά, θα του το στείλω. 

  

Σταθεροί και κατασταλαγμένοι ή στενοκέφαλοι κολληματίες καταλήξαμε να περπατάμε στα ίδια βήματα με εκείνα που βαδίσαμε προ δεκαετίας. 


Στη Σούγια, στην ίδια σπηλιά βουτώντας στα παγωμένα ρεύματα γλυκού νερού, ανάμεσα στα ίδια πέτρινα μανιτάρια που ξεπροβάλλουν από το βυθό.


Στα 2 μοναστήρια στο βόρειο μέρος του Ν. Χανίων. Στην Μονή της Αγίας Τριάδας των Τζαγκαρόλων (16ος αι.) στην οποία πέρα από την όποια ιστορική ή/και θρησκευτική αξία μπορεί κανείς να θαυμάσει την εκπληκτικής και επαναλαμβανόμενης συμμετρίας Ενετική αρχιτεκτονική στα κίτρινα κτίσματά της.


Στο δρόμο που οδηγεί σε αυτή είναι γυρισμένη και η τελευταία σκηνή του αγαπημένου μου φιλμ (μικρού μήκους) Σάμουρε.


Το δεύτερο μοναστήρι, η Μονή Γουβερνέτου, που αυτή τη φορά δυστυχώς δεν προλάβαμε ανοιχτό είναι από τα ομορφότερα μέρη που έχω ποτέ βρεθεί. Με τα Νοτιοαμερικάνικης αισθητικής χρώματα στους τοίχους και τους σμιλεμένους τερατόσχημους αναβαθμούς, μακρυμάλληδες στυλοβάτες στις κολώνες να σε κάνουν να εντάσσεσαι, ιδρωμένος κομπάρσος, σε χαμένη ταινία του Αλεχάντρο Γιοντορόφκυ.  


Αν κάποτε επισκεφτείς τη μονή Γουβερνέτου μην βαρεθείς να συνεχίσεις και πέρα από τον αυλόγυρό της. Στη διαδρομή που κατεβαίνει σε μια εντυπωσιακή σκήτη, περνά το πετρόχτιστο γεφύρι κι έπειτα προχωρά σ' ένα μικρό φαράγγι πριν καταλήξει στη θάλασσα όπου θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα βουτήξεις. 


Στα Χανιά δεν υπάρχει χώρος να περπατήσεις. Το μόνο που μ' ενθουσίασε στην ολιγόωρη παραμονή μου εκεί - μη σου πω με συγκίνησε κιόλας -, τόσο με τα φωνητικά όσο και με το παίξιμο της ήταν η μικρή λαϊκή κομπανία, κυλίστηκα στην άσφαλτο να μη τη φωτογραφήσω τουριστικά κι αφ’ υωηλού όπως οι άλλοι, πριν τη χαρτζιλικώσω. 


Κι έπειτα μπήκαμε στην καθολική εκκλησία με τα πλαστικά αγάλματα για να δροσιστούμε.


Ντάλα μεσημέρι στην Κνωσσό πρέπει να είμαστε οι μόνοι δύο Έλληνες. Μια ξεναγός μας ζητάει 80 ευρώ, κρίνουμε την τιμή ...μη συμφέρουσα και αυτοξεναγούμεστε με την Ανεξερεύνητη Κρήτη ανά χείρας. 



Αν πρέπει να πάρω θέση στην περίφημη διαμάχη που αφορά την επάρκεια και τεκμηρίωση της υπό του Evans αναστήλωση του Μινωικού παλατιού θα έλεγα πως τη θεωρώ επιτυχή. Ακόμα κι αν δεν είναι ακριβής τα ζεύγη ματιών που την επισκέπτονται καθημερινά θα έπεφταν στο ένα πέμπτο  αν έμεναν 1-2 πέτρες ριγμένες η μία πάνω στην άλλη. 


Στο νέο μουσείο του Ηρακλείου, να πας υποχρεωτικά. Κατά την ταπεινή μου άποψη είναι ένα από τα καλύτερα μουσεία της χώρας, τουλάχιστον απ' όσα έχω επισκεφτεί. Και να έχεις ώρες μπροστά σου.


Εντυπωσιακά τα ευρήματα στις νέες αίθουσες. Όλα τα high light, της Μινωικής περιόδου πολλά εκ των οποίων έχουν κοσμήσει τα εξώφυλλα των σχολικών μας βιβλίων είναι εδώ. Οι τοιχογραφίες της Κνωσσού είναι εδώ, ο πρίγκηπας με τα κρίνα κι εκείνη με τα Δελφίνια, ο δίσκος της Φαιστού, οι κεφαλές των μελανόμορφων ταύρων με τα χρυσά κέρατα και οι Θεές με τα φίδια μεταξύ δεκάδων χιλιάδων άλλων εκθεμάτων. 


Αν και δυστυχώς δεν τις φωτογράφησα έχω να λέω ακόμα για τις εκτιθέμενες αξίνες! 1900 π.Χ. το έτος κατασκευής τους και είναι ίδιες, ολόιδιες με τις σημερινές. Ένα εργαλείο που αγγίξε προφανώς τον κολοφώνα της λειτουργικής τελειότητας 4000 χρόνια πριν και το ανθρώπινο είδος το χρησιμοποιεί έκτοτε δίχως την παραμικρή αλλαγή.


Πολλά ακόμη συναντήσαμε, επισκεφτήκαμε, δοκιμάσαμε κι ωραίους ανθρώπους γνωρίσαμε συστεγαζόμενοι.

Για τον ταξίδι του γυρισμού τα έχω πει, ίσως όχι με το νι και με το σίγμα, αλλά ένα στίγμα το έδωσα.

Καλό μας φθινόπωρο.

Bonus: Το αρχοντικό με τις πιο άκυρες Καρυάτιδες του πλανήτη. 


υγ. Οι 3 πρώτες φωτογραφίες είναι τραβηγμένες από τον Ν. , ενώ οι 7η και 8η από τον Σ. Οι υπόλοιπες δικές μου.

27 Αυγούστου 2014

επιβάτες


Ένα από τα βαρετότερα ταξίδια με πλοίο της ζωής μου, το ταξίδι της επιστροφής από τη λεβεντογέννα νήσο. Σε αντίθεση με εκείνο του πηγαιμού.


Δεν ήταν μόνο η προσμονή των διακοπών που έλειπε από τις 9μιση αυτές ώρες του θαλάσσιου δρομολογίου. Άλλωστε θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πως δυσθυμώ όποτε επιστρέφω στην Αθήνα. 


Ήταν η άβολη πραγματικότητα του αργοκίνητου κωλοκάραβου Κρήτη 1, η έλλειψη ύπνου και η γκρινιάρικη αποτύπωσή της. Ήταν το βαρύ ροχαλητό ενός κυρίου που τον εγκατέλειψε η σύζυγος απηυδισμένη στους υπόλοιπους συνταξιδιώτες και ο δυνατός ήχος της τηλεόρασης σε επαναλήψεις ελληνικών σήριαλ με ουρλιαχτά.


Ήταν η αδυναμία συγκέντρωσης στις σελίδες του βιβλίου μου, και η παντελής απουσία μιας - έστω και υποτυπώδους συζήτησης -, προφορικής ή γραπτής. Ήταν τα 3 μικρά παιδιά που έπαιζαν γύρω μου (ειδικά εκείνου του μαυρομάλλικου κοριτσιού που στηριζόταν στο μπούτι μου κι όταν δε σκούπιζε τα μαλλιά της στη σόλα του πέδιλού μου, πότε έπιανε και ζουλούσε το κεφάλι της κούκλας της πότε τα δάχτυλα των ποδιών μου). 
Και οι αριθμημένες θέσεις που σε βιδώνουν σ' ένα πόστο απαγορεύοντας σου κάθε αναζήτηση απάνεμης ηρεμίας.


Χωρίς καμμία αμφιβολία ήταν ένα ταξίδι στο οποίο ευχόσουν να είναι βραχύς ο δρόμος ενώ το σύμπαν συνωμοτούσε υπέρ του αντιθέτου.


Με τη φωτογραφική στο ένα χέρι κι έναν καφέ, το καπέλο μου, ένα τσιγάρο, ένα τοστ κι ένα νερό των 750 ml στο άλλο, τριγυρνάω στο κατάστρωμα και αδίκως προσπαθώ να δώσω συνέχεια στο πετυχημένο project με τίτλο ΕΠΙΒΑΤΕΣ το οποίο ξεκίνησα προ δεκαημέρου όταν κατεβαίναμε στην Κρήτη και παρουσιάζω εδώ.



 











Αυτά τα ολίγα για αρχή.

19 Μαρτίου 2013

Κρήτη 2013



 Καλομαθημένος στις ανέσεις του αεροπλάνου (τραίνα, αυτοκίνητα, αεροπλάνα και καράβια επιστρατεύτηκαν για τη μεταφορά μας προς και από το Καραβοστάσι), ας όψονται τα δωρεάν μίλια του Ν, που μας έστειλαν στην Κρήτη με αντίτιμο μόνο τους φόρους του αεροδρομίου, ήρθα γρήγορα αντιμέτωπος με την ωμή πραγματικότητα ενός ταξιδιού επιστροφής με καράβι χωρίς καμπίνα. Μόλις τελειώσαμε με τον Λ. τις μπύρες στο κατάστρωμα επέστρεψα στο χώρο που θα στέγαζε(?) τον νυχτερινό μου ύπνο όταν μια διάχυτη μυρωδιά καμαμπέρ με βάρεσε στη μύτη.

  • Φίλε ξύπνα!
  • Ε;
  • Ξύπνα και σε παρακαλώ βάλε τα παπούτσια σου.
  • Ε;
  • Ναι, φόρεσέ τα τώρα
  • Ε; Γιατί;
  • Γιατί βρωμάνε τα πόδια σου και δεν τη βγάζω μέχρι το πρωί. Ούτε εγώ, ούτε οι γύρω.

Το ταξίδι για Πειραιά, κύλησε χωρίς άλλα απρόοπτα, κι εγώ στην άβολη στάση του σίγμα του τελικού αναλογιζόμουν τις προηγούμενες τέσσερις μέρες. Τις μέρες που αγάπησα την Κρήτη (ή τουλάχιστον ένα μέρος της) και τους καλούς ανθρώπους της (ή τουλάχιστον αυτούς που γνώρισα) καθώς κατά τις προηγούμενες εκεί επισκέψεις μου ομολογώ πως δεν την είχα βάλει και στην καρδιά μου. (Ο μόνος κίνδυνος που διέτρεξα τούτη τη φορά ήταν όταν πρόλαβα να κεράσω εγώ μια φορά)

εδώ μέναμε
Το μέρος που καταλύσαμε - μην το ψάξεις στο χάρτη, δεν το έχει - είναι ένας όρμος, περιστοιχισμένος από ελιές, έπειτα από αμπέλια, κι ένα στενό μονοπάτι  πριν την παραλία που ενώνει τους δυο απέναντι λόφους στα άκρα του. Στις ρίζες του ενός πάνω στα βράχια και μέσα σχεδόν στη θάλασσα, εκεί που μόλις - χειμώνα καλοκαίρι - πιάνει απάγκιο για τις βάρκες βρίσκεται ένα παλιό πέτρινο κτίσμα, μια πρώην αποθήκη χαρουπιών και λιαστών σύκων – σπίτι σήμερα, που το χτυπάει το κύμα. Εκεί μείναμε. 

Τα πρωινά βόλτες στην εξοχή, περπατώ μόνος, με τα ακουστικά στα αυτιά (παίζει το Manha de Carnaval) και τη φωτογραφική στο χέρι, οι ακτίνες του ήλιου τρυπάνε τα μαύρα σύννεφα και με ζεσταίνουν όταν συνειδητοποιώ σπάνια στιγμή ευτυχίας καταγεγραμμένη εν τη γενέσει της. 

Τώρα από φωτογραφίες καλύτερα να περιμένω να ...εμφανιστούν τα φιλμ των υπολοίπων μιας και οι δικές μου δεν είναι στα σίγουρα αντιπροσωπευτικές του τετραήμερου και της καλοδιάθεσής μας. 

Η "εμπνευσμένη" φωτογράφηση ξεκίνησε από νωρίς. Στο αεροδρόμιο είπα:  - Βγάλε με μία εδώ, και πόζαρα πλάτη:

στις σκιές του Β23
 Έβγαλα και μερικές από το αεροπλάνο. 



Οι καλύτερές μου ήταν αυτές που τράβηξα κατά τη διάρκεια των περιπάτων μου, αλλά μέσα στην αντηλιά κάτι πάτησα κατά λάθος και άλλαξε το φορμάτ των φωτό γι αυτό και κάποιες είναι μακρόστενες.






 Στον Άγιο Νικόλαο, εντόπισα την οδό Walt Disney, η ύπαρξη της οποίας εξηγείται εδώ:The Moon Spinners



 έναν μαθητή του Banksy:



και κολώνες δωρικού ρυθμού για τον αρχαιολόγο του μέλλοντος




Την Καθαρά Δευτέρα, με θράκες, τσίκνες (εγώ πάντως μπριζόλες δεν έφαγα), αλκοόλ και τη γνωστή καλή παρέα την ώρα που ο χαρταετός μας βολτάρει στον αέρα, ενώ των διπλανών βραχυκυκλώνει επιτυχώς τα σύρματα της ΔΕΗ και μας αφήνει χωρίς ρεύμα


εμφανίζεται και ο γνωστός μαλάκας (παντού υπάρχει ένας) στην μέχρι πριν λίγο ήρεμη παραλία με το πειραγμένο αγροτικό, μαρσάρωντας, σβουρίζοντας στην άμμο και διώχνοντας όποιον καημένο πέταγε τον αετό του εκεί. Οι αρχικές ιδέες "Να πάμε να του την πούμε", "Να καλέσουμε αστυνομία/λιμενικό" κλπ δεν ευδοκίμησαν κι εγώ αισθάνθηκα πραγματικά αμήχανα όταν η φράση μου "Εγώ προσεύχομαι από μέσα μου να πέ..." κόπηκε στη μέση από τον κρότο της τούμπας που έφερε ο ακατανόμαστος σπάζοντας τον άξονα του αυτοκινήτου του και κολλώντας για ώρες στη βρεγμένη άμμο.



 Αυτά τα λίγα. Όχι ότι δεν έχω άλλα να πω αλλά είμαι πτώμα. 

Κι ήταν κι αυτό το παράξενο συναίσθημα, να σε φτάνουν σπασμένες οι ειδήσεις, να σε παίρνουν έστω και ξώφαλτσα τα νέα και να σε σκιάζουν στην άκρη της γης (εκεί έλεγα πως είμαι) και να σκέφτεσαι- τι άλλο να κάνεις - άστο, θα τα ακούσω καλύτερα αύριο.
Related Posts with Thumbnails