...and keep going
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
13 Αυγούστου 2018
31 Ιουλίου 2017
λίγο πριν με γλείψουν οι φλόγες
Με το μαγική βοήθεια (έτσι αποκαλείται οποιαδήποτε ανθρώπινη λειτουργία δε χρήζει περαιτέρω εξήγησης) που μόνο το μυαλό ενός ανθρώπου μπορεί να προσφέρει, ο καπνός της μεγάλης πυρκαγιάς που είχε φτάσει 1 με 2 χιλιόμετρα από το σπίτι μου αφού εύκολα πέρασε από τις γρύλλιες των παντζουριών κατάφερε και τρύπωσε στο όνειρό μου.
Σελίδες περιπετειών εμού του υπερανθρώπου όπως ηρωικές διασώσεις παίδων και ευτραφών αβοήθητων κυρίων, υπερπτήσεις πυροσβεστικών αεροπλάνων, αστραπιαία εκσκαφή προστατευτικών τάφρων και αναχωμάτων και άλλες πολλές πρέπει να έλαβαν χώρα σε τέσσερα μόλις δευτερόλεπτα REM ύπνου προτού τα πνευμόνια μου –έχοντας παραιτηθεί προ εξαμήνου από την κακή συνήθεια του φυσικού καπνίσματος - πανικοβληθούν και με ξυπνήσουν εν μέσω υστερικής ασφυξίας.
Φοράω βιαστικά ένα βρακί μία φανέλα κι ένα ζευγάρι παντόφλες και ξεχύνομαι εκτός σπιτιού μισοκοιμισμένος. Ανηφορίζω τον καντινότερο λόφο, οι καπνοί έχουν αρχίσει να τυλίγουν σχεδόν τα πάντα, ο ουρανός έχει πάρει τα χρώματα της δύσης παρόλο που ο ήλιος είναι ακόμα ψηλά κι εγώ ενώ προσπαθώ να εντοπίσω τόσο την εστία της φωτιάς όσο και την ακριβή πιθανότητα της επιβίωσής μου – επιτρεπτή και συγχωρεμένη η δραματοποίηση οιασδήποτε κατάστασης έπειτα από απότομο ξύπνημα- γίνομαι αφόρητα κτητικός:
Να πάρω τα πόδια μου όσο πιο γρήγορα γίνεται από εδώ.
Να πάρω τηλέφωνο αυτούς που αγαπάω.
Να πάρω μια φωτογραφία.
Να πάρω το πορτοφόλι μου και το laptop μου από το σπίτι.
Να πάρω μιαν ανάσα ακόμα.
18 Αυγούστου 2016
μια άλλη P.J.
![]() |
| η P.J. |
Πορτοκαλί χρώματος αυτή, με τέσσερα πόδια, ριγέ ουρά και
ατέλειωτη όρεξη για φαγητό, ξάπλα, και τρίψιμο σε ζώσες (κυρίως) αλλά και μη επιφάνειες, ανακηρύσσεται η ηρωίδα του φετινού μου καλοκαιριού.
Θείο δώρο (γι αυτό και επέμενα να την ονομάσουμε κατά το
λαϊκότερον Θεοδώρα αλλά δεν πέρασε η γνώμη μου) που πρωτονιαούρισε πριν 20
ημέρες, τρίτη μέρα τότε στην εξοχή, τρίτη μέρα παράδοξης και ασφυκτικής περικύκλωσης
από διαβόητα τρωκτικά του αγρού.
Θείο δώρο γιατί γάτα δεν είχαμε δει από τα
καλοκαιρινά αυτά μέρη την τελευταία τεσσαρακονταετία.
Δεν είχα ποτέ μέχρι σήμερα τη συνήθεια να χαριεντίζομαι με γάτες αλλά οι συνήθειες είναι για να σπάνε. Έτσι δεν είναι;
13 Αυγούστου 2016
XLVI σημαίνει 46
46, ο τηλεφωνικός κωδικός κλήσης της Σουηδίας, η σχετική
μοριακή μάζα της αιθανόλης και ο αύξων αριθμός της πολιτείας της Οκλαχόμα.
Σαρανταέξι
τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ο ατομικός αριθμός του Παλλάδιου Pd όπως κι
εκείνος των ανθρώπινων χρωμοσωμάτων.
10 Αυγούστου 2016
το πρόσωπό του
Είναι το αίσθημα της γαλήνης – έστω και εκείνης της καλοκαιρινά ιδρωμένης – που δεν με έχει κυριεύσει ακόμη. Μπορεί να μ΄έχει περιτριγυρίσει, να έχει φτερουγίσει γύρω από το κεφάλι μου για κάποια σκόρπια λεπτά αλλά είναι σίγουρο πως δεν προσγειώθηκε τελικά σττους ώμους μου, δεν στεφάνωσε τα αλατισμένα μαλλιά μου ούτε έκανε να αναθαρρήσουν κάτω από τον ήλιο οι τρίχες στα καμμένα μπράτσα μου.
Ίσως να το έδιωξα άθελά μου εγώ ο ίδιος, ίσως να το φόβισε η παραδοξότητα του άγχους που γεννάται λόγω έλλειψης άγχους και να διάλεξε τελικά για συντροφιά κάποιον άλλο αντί εμού. Αυτό σκεφτόμουν σήμερα καθισμένος στη σκιά του παράλιου βράχου μου, σχεδόν τρεις εβδομάδες στην εξοχή, όταν ξαφνικά ένα μεγάλοαρκούντως σκοτεινό για την εποχή σύννεφο σκίασε τον ήλιο. Κάποιες ακτίνες που κατάφεραν να του ξεφύγουν φώτισαν τα πάντα γύρω μου διαφορετικά. Η θάλασσα, τα βότσαλα και η άμμος, τα μεγάλα βράχια απέκτησαν καινούριες σκιές αφήνοντας το βλέμμα μου να περιπλανηθεί πάνω τους σαν η τριακοσιοστή φορά που τα τα έβλεπα να ήταν η πρώτη.
Και τότε ήταν νομίζω που είδα να ξεπλένεται από τα κύματα το πρόσωπό τ(Τ)ου.
29 Αυγούστου 2015
"οι Επικυρίαρχοι" - Είναι όλα τα μνημόνια ίδια;
Τον πρώτο χρόνο του ερχομού τους η επίδραση της παρουσίας των Επικυριάχων στο ρυθμό της ανθρώπινης ζωής ήταν μικρότερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Η σκιά τους ήταν παντού αλλά δεν ήταν καθόλου ενοχλητική. Αν και υπήρχαν πολύ λίγες μεγάλες πόλεις στη Γη που οι άνθρωποι δεν έβλεπαν κάποιο από τα ασημένια σκάφη να γυαλίζη στο στερέωμα, ύστερα από λίγο καιρό η παρουσία τους έγινε κάτι το φυσικό, σαν τον ήλιο, το φεγγάρι ή τα σύννεφα. Κατά πάσα πιθανότητα οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν μιαν αμυδρή μόνο γνώση του ότι η σταθερή ανάπτυξη του βιοτικού τους επιπέδου οφείλονταν στους Επικυρίαρχους. Όταν έβρισκαν καιρό να το σκεφτούν – πράγμα που γινόταν πολύ σπάνια – αντιλαμβάνονταν ότι τα σιωπηλά αυτά πλοία είχαν φέρει την ειρήνη στον κόσμο, για πρώτη φορά στην ιστορία, και τα ευγνωμονούσαν γι αυτό.
Αυτά ήταν όμως αρνητικά και καθόλου εντυπωσιακά οφέλη που τα αναγνώριζαν μεν αλλά σύντομα τα ξεχνούσαν.
Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, και η ψυχροπολεμική κόντρα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας (ΕΣΣΔ) για την κατάκτηση του διαστήματος έχει ξεκινήσει όταν μεγάλα διαστημόπλοια, λαμπρά, ενός κλάσεις ανώτερου του γήινου πολιτισμού, καταφτάνουν στη Γη. Τα εξωγήινα όντα επικοινωνούν με τους ανθρώπους μέσω του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθών στον οποίο και παραδίδουν το προς πραγμάτωση μανιφέστο τους που επιβάλλει μια σταδιακή μα σειρά υποχρεωτικών καταργήσεων διαμέσου της μόρφωσης και της καλλιεργειας. Προαπαιτούμενα στο μνημόνιο η κατάργηση των εθνικών κρατών, των συνόρων, των θρησκειών, και των πάσης φύσεως ανισοτήτων μεταξύ των έμβιων οργανισμών. Θα μπορούσε δε κανείς να συνοψίσει τις άνωθεν εντολές στις λέξεις Παιδεία, Ισονομία, Ελευθερία.
Ταυτόχρονα φροντίζουν να μην αποκαλυφθεί η φυσική τους όψη τουλάχιστον για εκείνη την πρώτη πεντηκονταετία της κυριαρχίας τους, όταν η ανθρωπότητα ήταν ακόμη απροετοίμαστη να δεχτεί ως ανώτερούς της κάποιους που η μορφή τους θύμιζε βάναυσα τους διαβόλους κάθε χαρτογραφημένης ή μη θρησκείας.
Οι «Επικυρίαρχοι» ήρθαν στο φοβερό μυαλό του βρετανού Άρθουρ Κλαρκ το 1953, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια πριν καταθέσει το magnus opus (;) του, το «2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος».
Το βιβλίο το είχα αγοράσει – πρόταση του βιβλιοπώλη ήταν - όταν ήμουν 7 χρονών σε μια προσπάθεια απογαλακτισμού από την παιδική μελλοντολογία του Ιουλίου Βερν. Το εξώφυλλο μπορεί να με είχε συνεπάρει και να το ‘χα μελετήσει μέχρι τελευταίας πινελιάς αλλά η αλήθεια είναι πως δεν κατάφερα όμως ποτέ να διαβάσω περισσότερες από 2 σελίδες. Παρατημένο έκτοτε σε μια γωνιά της εξοχικής βιβλιοθήκης με περίμενε για δεκαετίες υπομονετικά,μέχρι φέτος το καλοκαίρι που ξέμεινα από αναγνώσματα και το ξανάπιασα στα χέρια μου.
Κι εκεί στη σκιά του βράχου - σε δυο μέρες μόνο αντί για τους μήνες ανάγνωσης που θα του αφιέρωνα πιτσιρίκος - διάβασα:
Η ανθρώπινη φυλή εξακολουθούσε να λιάζεται στο μακρύ, ανέφελο, καλοκαιρινό απογευματινό της ειρήνης και της ευημερίας. Θα ξαναρχόταν άραγε ποτέ ο χειμώνας; Ήταν κάτι το ασύλληπτο, Η εποχή της λογικής, που την είχαν υποδεχθή πρόωρα οι αρχηγοί της Γαλλικής επαναστάσεως πριν δυόμιση αιώνες, είχε γίνει τώρα πραγματικότητα. Αυτή τη φορά δεν ήταν λάθος.
Υπήρχαν βέβαια και μειονεκτήματα, αν και τα δεχόταν με ευχαρίστηση. Έπρεπε να είναι κανείς πολύ γέρος για να αντιληφθή ότι οι εφημερίδες που τύπωνε κάθε μέρα, σε κάθε σπίτι, το τηλέτυπο ήταν στην ουσία αρκετά ανιαρές. Δεν υπήρχαν πια μυστηριώδεις δολοφονίες για να φέρουν την αστυνομία σε αδιέξοδο και να δημιουργήσουν μέσα σε εκατομμύρια στήθη ηθική αγανάκτηση που συχνά ήταν απωθημένη ζήλεια. Όσες δολοφονίες γίνονταν τώρα δεν ήταν ποτέ μυστηριώδεις. Αρκούσε να γυρίσει κανείς ένα κουμπί – και μπορούσες να δεις το έγκλημα να διαπράττεται ξανά. Το γεγονός ότι υπήρχαν μηχανήματα ικανά για τέτοια πράγματα είχε στην αρχή δημιουργήσει σημαντικό πανικό ανάμεσα στους φιλήσυχους ανθρώπους. Αυτό ήταν κάτι που οι Επικυρίαρχοι, για τα περισσότερα από τα παράξενα της ανθρώπινης ψυχολογίας, δεν είχαν προβλέψει. Χρειάστηκε να γίνει σαφές ότι κανένας ηδονοβλεψίας δε θα ήταν σε θέση να κατασκοπεύη τους συνανθρώπους του, και ότι τα λιγοστά μηχανήματα που βρίσκονταν στα χέρια των ανθρώπων θα ήταν κάτω από αυστηρό έλεγχο.
Kι αυτά όμως τα λίγα σοβαρά εγκλήματα που γίνονταν δεν έπαιρναν σπουδαία θέση στις ειδήσεις. Γιατί οι άνθρωποι με καλή ανατροφή δεν ενδιαφέρονται, σε τελευταία ανάλυση, για τις κοινωνικές γκάφες των άλλων.
Η μέση εργάσιμη εβδομάδα είχε τώρα κάπου είκοσι ώρες - αλλά οι είκοσι αυτές ώρες δεν ήταν αργομισθία. Πολύ λίγες εργασίες είχαν μείνει ρουτινιάρικες, μηχανικές. Το μυαλό των ανθρώπων ήταν κάτι το πάρα πολύ πολύτιμο για να σπαταλάται σε εργασίες που θα μπορούσαν να κάνουν μερικές χιλιάδες τρανζίστορς, μερικά φωτοηλεκτρικά κύτταρα και ένα κυβικό μέτρο τυπωμένων κυκλωμάτων. Υπήρχαν εργοστάσια που λειτουργούσαν εβδομάδες ολόκληρες χωρίς να τα επισκεφτή ούτε ένας άνθρωπος. Οι άνθρωποι χρειαζόταν για να αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις, να παίρνουν αποφάσεις, να σχεδιάζουν νέες επιχειρήσεις. Τα ρομπότ έκαναν όλα τα υπόλοιπα.
Η ύπαρξη τόσο πολύ ελεύθερου χρόνου θα είχε δημιουργήσει πριν ένα αιώνα, πελώρια προβλήματα. Η μόρφωση είχε υπερνικήσει τα περισσότερα, γιατί ένα καλοεφοδιασμένο μυαλό είναι απρόσβλητο από την ανία. Το γενικό επίπεδο μορφώσεως ήταν σε ένα επίπεδο που κάποτε θα φαινόταν φανταστικό. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η εξυπνάδα είχε αυξηθή αλλά ήταν η πρώτη φορά που δινόταν σε όλους η ευκαιρία να αξιοποιήσουν το μυαλό που είχαν.
Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν δυο σπίτια, σε μέρη του κόσμου που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Τώρα που οι πολικές περιοχές είχαν ανοιχθεί, ένα σημαντικό ποσοστό της ανθρώπινης φυλής μετακινιόταν από την Αρκτική στην Ανταρκτική, κάθε έξι μήνες, ζητώντας το μακρύ, χωρίς νύχτες, πολικό καλοκαίρι. Άλλοι είχαν πάει στην έρημο, στα βουνά ή ακόμη μέσα στη θάλασσα, δεν υπήρχε κανένα μέρος πάνω στον πλανήτη όπου η επιστήμη και η τεχνολογία δεν μπορούσαν να σου δημιουργήσουν ένα νέο σπίτι, αν το ήθελες πολύ.
Οι άνθρωποι μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις παραξενιές τους αυτές γιατί είχαν και τον καιρό και το χρήμα. Η κατάργηση των ενόπλων δυνάμεων είχε αμέσως διπλασιάσει σχεδόν τον πλούτο της γης και η αυξημένη παραγωγή είχε κάνει τα υπόλοιπα. Ήταν δύσκολο επομένως να συγκρίνει κανείς το βιοτικό επίπεδο του ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα με οποιοδήποτε πρόγονό του. Όλα ήταν τόσο φτηνά, ώστε τα απαραίτητα για τη διαβίωση παρέχονταν δωρεάν, σαν υποχρέωση της πολιτείας προς την κοινωνία, όπως άλλοτε οι δρόμοι, το νερό, ο φωτισμός των δρόμων και η αποχέτευση. Ο καθένας μπορούσε να ταξιδέψη όπου ήθελε, να φάη οτιδήποτε φαγητό ήθελε – χωρίς να δώση ούτε ένα φράγκο. Είχε αποκτήσει το δικαίωμα να το κάνη με το να είναι ένα παραγωγικό μέλος της κοινωνίας.
Υπήρχαν φυσικά και μερικοί κηφήνες, αλλά ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν αρκετά δυνατή θέληση για να αφοσιωθούν σε μια ζωή απόλυτης τεμπελιάς είναι πολύ μικρότερος απ’ότι νομίζεται γενικά. Το να συναντήση κανείς κάτι τέτοια παράσιτα ήταν λιγότερο βαρύ απ’ ό,τι το να συντηρήση τις στρατιές των εισπρακτόρων, των βοηθών στα καταστήματα, των υπαλλήλων των τραπεζών, των χρηματιστών και άλλων, που η κύρια λειτουργία τους ήταν, αν κανείς το έβλεπε από μια παγκόσμια άποψη, να μεταφέρουν εγγραφές από το ένα κατάστιχο στο άλλο.
Είχε υπολογιστεί ότι το ένα τέταρτο σχεδόν της συνολικής δραστηριότητας της ανθρώπινης φυλής ξοδευόταν τώρα σε διάφορα σπορ, από τα πιο καθιστικά, όπως ήταν το σκάκι, ως τις πιο θανατηφόρες απασχολήσεις, όπως ήταν ο συνδυασμός σκι και ανεμόπτερου πάνω στις ορεινές κοιλάδες. Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα αυτών ήταν η εξαφάνιση των επαγγελματικών σπορτσμαν. Υπήρχαν τόσοι λαμπροί ερασιτέχνες και οι αλλαγμένες οικονομικές συνθήκες είχαν εξαφανίσει σαν άχρηστο το παλιό σύστημα.
Ύστερα από τα σπορ, η ψυχαγωγία σε όλες της τις μορφές, ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανία. Για πάνω από εκατό χρόνια τώρα, υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν πως το Χόλλυγουντ ήταν το κέντρο του κόσμου. Τώρα θα μπορούσαν να πουν πιο έγκυρα, αλλά ήταν επίσης βέβαιο αν έλεγες ότι οι περισσότερες από τις παραγωγές του 2050 θα φαίνονταν ακατανόητα εγκεφαλικές για τους θεατές του 1950. Κάτι είχε βελτιωθεί, το ταμμείο δεν ήταν πια ο κυρίαρχος.
Μέσα σε όλες τις τρέλλες και τις διασκεδάσεις ενός πλανήτου που τώρα έμοιαζε σαν να ήταν προωρισμένος να γίνει ένας απέραντος χώρος παιχνιδιού, υπήρχαν και μερικοί που εύρισκαν ακόμη καιρό να κάνουν μια αρχαία αλλά πάντοτε αναπάντητη ερώτηση.
Που θα μας βγάλουν όλα αυτά;
-----
![]() |
| Αρθουρ Κλαρκ (16 Δεκ 1917 – 19 Μαρ 2008) |
"No, merely mildly cheerful." απάντησε με το φλεγματικό του χιούμορ ο Άρθουρ Κλαρκ στους επίμονους δημοσιογράφους όταν για την επιβεβαίωση της σεξουαλικότητάς του (την οποία ο ίδιος δεν έκρυβε ιδιαιτέρως) τον ρώτησαν αν είναι gay.
17 Αυγούστου 2015
πουθενά
Όπως λειτουργούν οι Κυριακάτικές μου βόλτες στα παζάρια της Αθήνας με τον ίδιο τρόπο ακριβώς αντιλαμβάνονται το μυαλό μου και το σώμα μου τις μοναχικές πρωινές βουτιές του καλοκαιριού στην «παραλία μου». Παρότι αμφότερα κοπιαστικά για το αγύμναστο σώμα μου, νιώθω πως γεμίζω μπαταρίες: ξεκουράζομαι, ξεφορτώνομαι όσες αχρείαστες σκέψεις με παιδεύουν, διασκεδάζω το χρόνο με τον εαυτό μου ενώ χωρίς να το καταλάβω καλά-καλά οριοθετώ τα πλάνα για τις επόμενες μέρες ή τους επόμενους μήνες. Γαληνεύω.
Την «παραλία μου» φέτος δεν την επισκέφτηκα παραπάνω από 2-3 φορές. Δεν πέταξα τα ιδρωμένα από τα δυο ηλιόλουστα χιλιόμετρα ποδαρόδρομου ρούχα μου πάνω στα βότσαλα όσες φορές ενδείκνυται για την ψυχική μου υγεία, δεν διάβασα στη σκιά του μεγάλου βράχου τα βιβλία που αναλογούσαν στους καλοκαιρινούς μήνες, ούτε μάζεψα με το συνήθη ζήλο οσιομάρτυρα τα (άπειρα πλέον) σκουπίδια των ανεγκέφαλων συλλουόμενων της προηγούμενης μέρας. Δεν κολύμπησα όσο θα επιθυμούσα, ούτε ήπια το τσάι μου ρεμβάζοντας το άπειρο με το τσιγάρο να κρέμεται ελάχιστα πάνω από τα γένια μου. Δεν μάζεψα παρά ελάχιστα σύκα στον ανηφορικό δρόμο της επιστροφής.
Δεν γκρινιάζω όμως. Παράπλευρες απώλειες πάντα υπάρχουν στη σκιά των μεγαλύτερων γεγονότων.
Προχθές που κατάφερα μιαν τέτοια πρωινή «εκδρομή» και προσπάθησα να χωρέσω βιαστικά τις συνήθειες τόσων ετών σε ένα τρίωρο, απέτυχα. Το τοπίο μπορεί να με θυμόταν και να μ’ αγκάλιασε αλλά εγώ μάλλον φάνηκα σα φουριόζος κι αδέξιος εραστής.
Κοιτάζοντας λίγο πριν αποχωρήσω το σαν εξώφυλλο των RIDE πέλαγος μπροστά μου έβγαλα μια μόνο φωτογραφία.
15 Αυγούστου 2015
οι γκρίζες μέρες είναι οι ατέλειωτοι σιωπηλοί δρόμοι μιας έρημης χώρας χωρίς ουρανό
Στο παραδιπλανό κρεβάτι του θαλάμου, γιατί στο διπλανό κοιμάται ένας ετοιμοθάνατος φαρμακοποιός, όπως μπαίνεις αριστερά, είναι ξαπλωμένος ο κύριος Θανάσης. Κάτι σαν ξαφνική άνοια τον χτύπησε μόλις πριν από δυο μέρες και το μυαλό του γύρισε 6 ολόκληρες δεκαετίες προς τα πίσω. Δυο αποδείξεις της εφορίας που έχασε, αυτές για το λάδι, η αιτία. Συγχύστηκε κι ανέβασε πίεση, έτσι πληροφορεί τον καθέναν που έχει λόγο να βρίσκεται σε αυτόν το θάλαμο η κοντόχοντρη γυναίκα του με τα παχιά τοξοτά φρύδια. Το λέει κρατώντας σα να ντρέπεται χαμηλά τον τόνο της φωνής της.
Ο κυρ Θανάσης, κοντούλης μα μικροφτιαγμένος αυτός, ηρεμία δεν έχει. Θέλει να βγει να παίξει έξω στα πεύκα με τα άλλα παιδιά, να φάει το καλαμποκόψωμό του πατώντας τις κάμπιες που σχηματίζουν ατέλειωτες γραμμές κάτω από τα δέντρα - η μια γλύφοντας τα πισινά της άλλης -, να ρίξει μια ματιά πριν κοιμηθεί στα σχολικά διαβάσματα, να πιει το κατσικίσιο γάλα του να μεγαλώσει, να πάει στο στρατό, να δουλέψει στο χωράφι μαζί με τον πατέρα του στην αρχή κι έπειτα βοηθός στο μηχανουργείο της Ελαΐδος, να συνηθίσει πριν λατρέψει τη γεύση του κρασιού, να γνωρίσει την κοντόχοντρη γυναίκα που θα παντρευτεί και να περάσει σαρανταπέντε χρόνια στο πλάι της. Να κάνει κι έναν γιο εντωμεταξύ.
Για να τα προλάβει όλα αυτά όμως πρέπει να σηκωθεί από το κρεβάτι τώρα αμέσως, δεν του πρέπει να χρονοτριβεί. Έτσι, παρ όλη την καλή κι υπάκουη ανατροφή που του δώσαν οι δικοί του, χτυπιέται και μουγκρίζει σαν κακομαθημένο εννιάχρονο παιδί καθώς προσπαθεί να ανακαθίσει στο πολυκαιρισμένο στρώμα. Τα πόδια του - δυο καλάμια που σκίζουν τον αέρα - ψάχνουν ήδη να φορέσουν τις πλαστικές τους παντόφλες.
- Είσαι κακό παιδί, θα σε μαλώσω και θα κλαις μετά, του κάνει η μάνα-γυναίκα του ενώ ταυτόχρονα του σκουπίζει με μια βρεγμένη πετσέτα τα αίματα.
Η βελόνα του ορού έχει σκίσει όσο περισσότερο δέρμα μπορεί από το χέρι του έξαλλου Θανασάκη αλλά αυτός δε μοιάζει να πτοείται. Σε αντίθεση η σύζυγος αγωνιά και πότε τον καλοπιάνει και του χαϊδεύει τα μαλλιά και πότε τον κοπανάει μητρικότατα αλλά δυνατά στα χέρια και τα πόδια. Που και που τον φοβερίζει:
- Άμα δεν κάτσεις καλά Θανάση, τον αγριεύει θα φωνάξω την αστυνομία. Θα ‘ρθει ο αστυνόμος και θα σε πιάσει του λέει. Να!
- Νάτος, ο αστυνόμος ! συνεχίζει και με προτεταμένο το δείκτη του αριστερού της χεριού του δείχνει εμένα. Ο γερασμένος πιτσιρικάς έχει βάλει τώρα όλη τη δύναμη κι όλο το νεύρο του να πεταχτεί από τα σκεπάσματα. Έλα εδώ κυρ Αστυνόμε σε παρακαλώ που δεν μπορώ να τον κάνω καλά. Με κοιτάζει μούσκεμα στον ιδρώτα και καταλαβαίνω πως το εννοεί.
- Τι έχουμε εδώ; λέω πλησιάζοντας με αβέβαιο βήμα κι ακούγομαι σα χωροφύλακας ή σαν ενωμοτάρχης του 50. Φρόνιμος κύριε Θανάση, σε θέλω φρόνιμο, του λέω κι εκείνος πείθεται και ξαναξαπλώνει.
Για τρία ολόκληρα λεπτά.
Στο παραδιπλανό κρεβάτι ο πατέρας μου, σαν εξαϋλωμένη ζωγραφιά του Ελ Γκρέκο, μ’ εκλιπαρεί να αγοράσω τις αγαπημένες του μετοχές ενώ από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του θαλάμου μπαίνει η φωνή κάποιας Ρουμάνας αποκλειστικής που τραγουδάει το “A casa d’ Irene” .
σημ. ο τίτλος της ανάρτησης είναι ο πρώτος στίχος του "A casa d' Irene"
13 Αυγούστου 2015
XLV σημαίνει σαρανταπέντε
Η οργάνωση της καθιερωμένης γενέθλιας ανάρτησης με τον ετήσιο απολογισμό μου δεν είναι φέτος μια εύκολη και διασκεδαστική υπόθεση.
"...Αποσυντονισμένος από τον τρόπο που δονείται το τρέχον καλοκαίρι, εστιάζω τα μάτια μου στα δικά σου, προσποιούμαι πως παρακολουθώ τα όσα μου λες κουνώντας ελαφρά κάθε τόσο το κεφάλι μου πάνω κάτω, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάζω πέρα από το δεξί σου ώμο με την περιφερειακή μου όραση. Βλέπεις σε σένα δεν είναι τα όσα έχεις στο κεφάλι σου που με ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή..."
Ταυτόχρονα προσπαθώ μάταια - είναι η στυφή καθημερινότητα με την οποία σαν παχύρρευστη κρέμα έχω πασαλειφτεί ακουσίως που με εμποδίζει - να αναλογιστώ τις χαρές και τις λύπες της 44ης χρονιάς, τις ημερομηνίες που λογικά πρέπει να χαράκτηκαν μέσα στα 2 τελευταία εξάμηνα (και για πάντα) στο μυαλό μου, τους ενθουσιασμούς και τις απογοητεύσεις (ιδιαίτερα εκείνες που περιστράφηκαν στη σκιά ΤΗΣ μεγάλης απογοήτευσης), τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τους φίλους που ήρθαν κι εκείνους που έφυγαν σε αυτές τις 365 ημέρες, τα μονοσέλιδα κόμικ μου, τους καλούς δίσκους, τα "εργασιακά", τα όμορφα ταξίδια, τους στόχους, τις φρέσκες ιδέες - παρότι ενίοτε άκυρες -, το μήνα της κατάθλιψης ή τις εκπομπές μου. Αδύνατον να τα ταξινομήσω μέσα μου όλα αυτά, ούτε λόγος να βγάλω το ισοζύγιο τους – θετικό ή αρνητικό - όπως έκανα τα προηγούμενα χρόνια κάθε τέτοια παραμονή.
Ο μόνος λοιπόν τρόπος που σκέφτηκα προκειμένου να τιμήσω τους 45 Αύγουστους που μεσολάβησαν από εκείνη την Πέμπτη του 1970 όπου κάποιος γιατρός με σήκωσε από τα πόδια κι εγώ με τα μάτια ακόμα γεμάτα ζουμιά πρωτόδα τον κόσμο ανάποδα, είναι ένα mixtape φτιαγμένο με πολυαγαπημένα και ως επί το πλείστον πολυακουσμένα τραγούδια, μέσα από άλμπουμ και 45αρια που κυκλοφόρησαν ένα προς ένα και έτος προς έτος τέτοιο καιρό από το 1970 έως σήμερα:
- Roberta Flack - The Impossible Dream
- Mahavishnu Orchestra - You Know You Know
- The Kinks - Supersonic Rocket Ship
- Can - Spray
- Leonard Cohen - Lover Lover Lover
- Rod Steward - Sailing
- The Modern Lovers - Astral Plane
- Iggy Pop - The Passenger
- Devo - Mongoloid
- Talking Heads - Heaven
- David Bowie - Ashes to Ashes
- The Gun Club - Sex Beat
- Yazoo - Winter Kills
- The Chameleons - Pleasure & Pain
- Cyndi Lauper - Time After Time
- The Cure - Kyoto Song
- Nick Cave & the Bad Seeds - Hey Joe
- Tom Waits - Temptation
- The go Betweens - Streets of your Town
- Depeche Mode - Personal Jesus
- Pixies - The Happening
- Blur - There's No Other Way
- Luna - Anesthesia
- The Breeders - Cannonball
- Dinosaur Jr - Feel the Pain
- Garbage - Milk
- Eels - Your Lucky Day in Hell
- Calexico - Low Expectations
- Lauryn Hill - To Zion
- Rowlans S. Howard - White Wedding
- The Strokes - Hard To Explain
- Royksopp - So Easy
- The Raveonettes - Love Can Destroy Everything
- The Libertines - Arbeit Macht Frei
- Madness - You Keep me Hangin On
- The Thermals - Here's Your Future
- Caribou - Melody Day
- The Chap - Proper Song
- Modest Mouse - Satellite Skin
- Radiohead - A Wolf At The Door (live)
- Beirut - A Candle's Fire
- Swans feat Low - Lunacy
- Franz Ferdinand - Right Action
- Morrissey - World is None of Your Business
- The Sweeplings - In too Deep
Χαίρομαι που τον περισσότερο καιρό νιώθω ζωντανός κι εν
τέλει το διασκεδάζω που έχω ακόμα όρεξη όταν πέφτω να σηκώνομαι ξανά. Ακόμα και
τώρα που η έλξη της γης είναι ακόμα μεγαλύτερη για μένα. Χρόνια μου πολλά.
υγ. Αν κάποιος/α θέλει να κατεβάσει τούτο το αυγουστιάτικο mixtape δεν έχει παρά να κλικάρει στο παρακάτω εικονίδιο.
![]() |
| click pic to download |
XLIV σημαίνει σαραντατέσσερα
7 Αυγούστου 2015
αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερη λίστα
| πλαστικοποιημένο χριστιανικο flyer |
Εγώ που με βλέπεις έτσι σε καταλαβαίνω, μου λέει με την ευγενέστατη φωνή του ο σταφιδιασμένος μαυριδερός ταξιτζής που θα με πήγαινε από το νοσοκομείο στο σπίτι, ρουφώντας μια ακόμα καλαμιά φραπέ από το πλαστικό ποτήρι που κρατάει στο ίδιο χέρι με το οποίο κρατάει και το τιμόνι. Στο άλλο χέρι, το αριστερό, καπνίζει σφηνωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα ένα τσιγάρο. Σκληρό πράγμα το νοσοκομείο. Κι εγώ μέχρι εχθές εδώ ήμουν. Και όχι σαν επισκέπτης: Έμφραγμα.
Το 10ο έμφραγμα μέσα σε 8 χρόνια,
καταλαβαίνεις! Καταλαβαίνω του λέω, κι αυτός συμπληρώνει πως δεν ήταν μόνο το
σερί των εμφραγμάτων που τον έκαναν θαμώνα των νοσοκομείων, αλλά καθώς τυγχάνει
και άστεγος – 2 μέρες τη βδομάδα το δουλεύει το ταξί, δεν αντέχει παραπάνω - και
Η1Ν1, και μηνιγγίτιδα, και σχιζοειδή κατάθλιψη, και ηπατίτιδα τον είχαν
καθηλώσει για μήνες στο κρεβάτι. Α, και σπασμένα πλευρά, και γαστρορραγία και πνευμονία. Και μια
μελαγχολία που δεν πήγε κανένας να τον επισκεφτεί.
Μαστουρωμένος από την πνιγηρή αποφορά των χεσμένων από ώρα ηλικιωμένων ασθενών
του θαλάμου που παραμένει κολλημένη στα ρουθούνια και τον λάρυγγα τον ακούω – ανίκανος να κλείσω τα αυτιά μου -, προσεκτικά, και ενώ ενστικτωδώς κολλάω το σώμα μου στην πόρτα του συνοδηγού κρεμώντας το
κεφάλι μου έξω από το παράθυρο στο ζεστό αέρα της Κατεχάκη προσπαθώ να του πω
πως δεν είναι πρώτης τάξεως κουβέντα εν ώρα κούρσας η παρουσίαση της παραπάνω
λίστας - τουλάχιστον σε πελάτη που μόλις έχει βγει από το νοσοκομείο - αλλά εκείνος δε
με ακούει.
Πόσω χρονών είσαι τον ρωτάω άμα τέλειωσε το μονόλογό του. Μεθαύριο γίνομαι 50, μου απαντά.
4 Αυγούστου 2015
ο ασυνεπής χρόνος του καλοκαιριού
Κι έτσι ο καιρός περνούσε μέσα στη σιωπή χωρίς οι δείκτες να προχωράνε: χρόνος αδιαίρετος και απροσμέτρητος. Μόλις έχασε τα σημεία στήριξής του, ο χρόνος έπαψε να είναι μια συνεχής γραμμή κι έγινε κάτι σαν άμορφο ρευστό που διαστελλόταν και συστελλόταν κατά βούληση. Μέσα σ' αυτό το είδος του χρόνου κοιμόμουν και ξυπνούσα, και σιγά σιγά συνήθιζα όλο και περισσότερο στη ζωή χωρίς τα δικά μου ρολόγια. Εκπαίδευσα το σώμα μου ώστε να καταλαβαίνει πως δε χρειάζομαι πια το χρόνο. Όμως πολύ σύντομα ένιωσα ένα τρομερό άγχος.
Ειν' η αλήθεια πως είχα απελευθερωθεί από την αγχωτική συνήθεια να ελέγχω το ρολόι μου κάθε πέντε λεπτά, αλλά μόλις το πλαίσο του χρόνου εξαφανίστηκε εντελώς, οι κραυγές του κουρδιστού πουλιού μέσα από τις ρωγμές από όπου κρυφάκουγα τη δική μου πραγματικότητα άρχισαν να αραιώνουν. Τότε ήταν που άρχισα να νιώθω την πείνα μου να γίνεται πολύ πιο έντονη. Όχι σαν το γνωστό αίσθημα απουσίας αλλά περισσότερο σα σωματικό πόνο - εντελώς σωματικό κι εντελώς άμεσο - την κατάλαβα την πείνα. Σαν να σε έχουν μαχαιρώσει με λόγχη φτιαγμένη από αλάτι ο πόνος, ασυνεπής, ανέβαινε ξαφνικά φέρνοντας δάκρυα στα μάτια κι όταν δεν υποχωρούσε άμεσα έφτανα σε σημείο να λιποθυμήσω. Χωρίς όνειρα.
1 Αυγούστου 2015
καλό μήνα
Καλό μήνα, μέσα σε βρώμικους γιακάδες από το ζεστό ιδρώτα, μέσα από τις σελίδες παλιών περιοδικών και κόμικ που βρίσκεις στους τόπους καλοκαιρινής σου διαμονής ή στα κουτάκια της αντιβίωσης που πολεμά τις μύξες που σου χάρισε ένα αιρκοντίσιον.
Καλημέρα η σημερινή με την αβεβαιότητα για την επαύριο να μένει στη ναρκωμένη της μοίρα.
21 Ιουλίου 2015
το μετέωρο βήμα του καλοκαιριού
Υπακούω στη συμφωνία που έχω κάνει με τον εαυτό μου από χρόνια. Κλείνω αμέσως τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και χαμηλώνω όσα ραδιόφωνα με ενημερώνουν για τις φωτιές που μασάνε τα ελάχιστα δάση στα πέριξ της Αθήνας. Προσποιούμενος πως οι πυρκαγιές ποτέ δεν άναψαν αφού δεν έφτασαν ως ειδήσεις στα αυτιά μου, τις αγνοώ και παραμένω ήρεμος αφού δε μπορώ να το διαχειριστώ αλλιώς. Κι αυτό παρότι τα πεύκα που καίγονται είναι το μόνο που μου υπενθυμίζει πως βρίσκομαι ήδη στα μέσα του καλοκαιριού.
Τα αυτοκίνητα λίγο πριν βγουν στην κεντρική διασταύρωση κόβουν ταχύτητα και κάνουν έναν μικρό ελιγμό, το ένα μετά το άλλο. Ένας άνθρωπος είναι πεσμένος καταμεσής του δρόμου. Ακίνητος, με μια ακαμψία που θυμίζει περισσότερο τα απανθρακωμένα αγάλματα των νεκρών της Πομπηίας παρά λιποθυμία. Έχει τα μάτια ανοιχτά να κοιτάζουν κατευθείαν στο λιοπύρι της Αχαρνών. Κάνουμε κι εμείς τον ίδιο ελιγμό με τους προπορευόμενους μην τον χτυπήσουμε.
Και σταματάμε το αμάξι. Μουδιασμένος μιμούμαι τις κινήσεις που θα έκανε ένας καλός άνθρωπος: τον σηκώνω, είναι ελαφρύς και αποξηραμένος σαν χαρτόνι, του προσφέρω φαγητό, νερό και λίγα χρήματα. Με βοηθάει κι ένας ακόμα περαστικός, μουσκεμένος κι αυτός στον ιδρώτα σαν κι εμένα.
Έπειτα πήραμε την Αθηνών-Λαμίας, 5 ώρες ταξίδι για το Πήλιο.
Στο πολυδιασπασμένο πλέον παζάρι της προηγούμενης εβδομάδας αγόρασα μόνο μια φωτογραφία. Από την ταινία «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», του Αγγελόπουλου.
10 Ιουλίου 2015
οι ενδιαφέροντες καιροί
"Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς", λέει κατά τον ανεπιβεβαίωτο μύθο μια κινέζικη κατάρα. Κι αν η πλησιέστερη σχετική κινέζικη κατάρα είναι η "宁为太平犬,莫做乱世人" που μεταφράζεται ως «Καλύτερα να είσαι ένας σκύλος σε ειρηνικούς καιρούς παρά άνθρωπος σε περιόδους χάους» έχω τη βεβαιότητα πως κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει πως ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Γεγονός που φυσιολογικότατα δεν είναι πάντα θετικό.
![]() |
| Alpha Bank, Λουίζης Ριανκουρ |
Για τις ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ τα έχω ξαναγράψει. Εξακολουθούν να είναι νηφάλιες και ομιλητικές. Θα μπορούσα όμως να παρατηρήσω μια έξτρα κούραση, Εκείνη της αβεβαιότητας στα πρόσωπα του κόσμου που στήνεται καθημερινά για το 60αρι του. Ειδικά τωρα που τα capital controls έχασαν τον "εξωτισμό" των πρώτων ημερών.
![]() |
| στην οδό Κολοκοτρώνη |
- Κοπελιά δε χρειάζεται να αγοράσεις εισιτήριο, λέει μια μεσήλικη γυναίκα στην καλοντυμένη εικοσιπεντάχρονη.
- Γιατί; απαντά αυτή.
Η κυρία της εξηγεί κι έπειτα σταυροκοπιέται μονολογώντας: Καλά τόσες μέρες και δεν έχει πάρει χαμπάρι;
![]() |
| ο νόμος του Πόθου 036 Κατεχάκη - Κυψέλη |
Τις πρώτες μέρες των δωρεάν συγκοινωνιών όταν επισήμανα το αυτό σε έναν κύριο που έβγαζε εισιτήριο, εκείνος μου ενεργοποίησε το θυμικό με έναν περίεργο τρόπο. «Ευχαριστώ πολύ φίλε, το γνωρίζω και γι αυτό το βγάζω. Το κράτος έχει ανάγκη από έσοδα τέτοιο καιρό» μου είχε απαντήσει.
![]() |
| έρχονται στιγμές που κουράζεσαι και το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια αγκαλιά από κάποιον που σε καταλαβαίνει |
Τις τελευταίες μέρες η φωτογραφική μου μηχανή έχει γίνει προέκταση του χεριού μου και ο φακός της αποτυπώνει όσες εικόνες μου κάνουν στιγμιαία εντύπωση μεν αλλά θα διαγράφονταν από τη μνήμη μέσα στον καταιγισμό ενημέρωσης που έχω επιλέξει να με βομβαρδίζει.
Στο σταθμό του ηλεκτρικού, βλέπω μια σχετικά νέα γυναίκα μέσα στις ράγες.
- Όλα καλά; της φωνάζω ενώ ταυτόχρονα επιταχύνω προς την άλλη μεριά της αποβάθρας όπου μια συνομήλική της τής απλώνει ήδη χείρα βοηθείας.
Απλά περνούσα απέναντι μου λέει, γιατί είδα τη φίλη μου και ήθελα να τα πουμε. Μην ανησυχείς!
Δεν κρατήθηκα. Με συγχωρείς που θα το πω αλλά είσαι ηλίθια της είπα κι ένα λεπτό αργότερα επιβιβάζομαι στο βαγόνι του τρένου προσέχοντας το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.
Παρατηρώ προσεκτικά το τι συμβαίνει γύρω μου. Είμαι καλά με τον εαυτό μου και μπορώ να κρίνω χωρίς φίλτρα και συναισθηματισμούς. Μαζεύω πληροφορίες και καταγράφω δεδομένα. Ακόμα και τις φορές που συμπληρώνω τα κομμάτια που μου λείπουν με τη φαντασία μου,
η ιδιαίτερη για μήνα Ιούλιο διαύγεια που με έχει κυριέψει ξεζουμάρει το φακό της φωτογραφικής μηχανής και βλέπω ολόκληρη την εικόνα.
![]() |
| οδός Πανεπιστημίου |
29 Αυγούστου 2014
αντιτουριστικό
Την Κρήτη δεν την έχω ακριβώς στην καρδιά μου, δε φτάνει μόνο η καλή παρέα για να την αγαπήσω αν και ομολογουμένως βοηθάει πολύ. Αγαπάω όμως πολύ, γνωρίζοντας και περπατώντας τα, κάποια από τα μέρη της. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη η τηλεμεταφορά για να πηγαίνω άκοπα, αζάλιστα κι αβάδιστα απ’ το ένα στο άλλο.
Στήσαμε το ορμητήριό μας σε ένα μαγευτικό οικισμό, χωριό δεν το λες τον Σαμωνά, όπου το τρίπτυχο ταβέρνα-εκκλησιά-σχολειό (όπως αποδίδεται στα μέρη μας το μπαρ-σαλούν και φυλακή της άγριας Δύσης) καλύπτεται κατά τα 2 πρώτα τρίτα και δίνει στο ημι-κατοικημένο αυτό μέρος το δικαίωμα καταγραφής του στο χάρτη.
Φιλοξενούμενοι καλών φίλων σε σπίτι εκλεκτό με ωραίους συγκατοίκους και θέα ό,τι τραβάει η ψυχή σου, βουνό και κάμπο, ουρανό και θάλασσα, ανατολή και δύση από υψόμετρο 400 μέτρων.
Με πολύ νόστιμο φαγητό, ευγενέστατους συγγενείς, μερικά τσομπανόσκυλα ελευθέρας βοσκής και το μοναδικό χάρισμα να είναι ο τελικός σταθμός μιας διαδρομής κατά την οποία ανεβαίνουν ένας ένας οι βαθμοί Κελσίου κάθε 50 μέτρα κατακόρυφης ανάβασης (ή 900 μέτρων φιδωτής οδήγησης σε άσφαλτο). Από τούτο το ορμητήριο ξεκινήσαν όλες μας οι
| το κλειστό σχολειό |
| ο πίνακας του κλειστού σχολειού |
Έχουμε διασχίσει την ξεραΐλα των Λευκών Βουνών όταν ξυπνώ ζαλισμένος από τις δεκάδες στροφές του δρόμου. Ίσα που προλαβαίνω να πω έναν εκτός χρόνου χαιρετισμό στους άφαντους τέτοια εποχή και τέτοια ώρα δροσουλίτες πριν παρκάρουμε κάμποσα χιλιόμετρα μετά τους αμμόλοφους που συναντάμε. Βρισκόμαστε στην άκρη του κόσμου όπου τα πάντα τσουρουφλάνε, ευχαριστιέμαι με αυτή τη σκέψη που δικαιολογεί απόλυτα το γιατί κανείς δεν έχει χτίσει κανεις το σπίτι του εδώ γύρω.
Μόνο μια σοβιετική θα την έλεγες, παραλληλεπίπεδη κατασκευή από γκρι μπετόν είναι πίσω μου κι από μέσα της βγαίνει πότε-πότε ο γιός της ταβερνιάρισσας να μου φέρει νερό να πιω. Εντοπίζω εύκολα τον Ν. και τον Σ. που κολυμπούν δίπλα στην θεόρατη κίτρινη κουλούρα της μικρής Δάφνης χωρίς να ξεμακραίνουν από την ακτή, δεν ξανοίγονται πέρα από τα όρια άκρες του μικρού όρμου μην τους στείλουν τα κύματα που αφρίζουν πεσκέσι στις απέναντι ακτές.
Εγώ πίνω ρακί και προσπαθώ ανεπιτυχώς να διαβάσω τον Τοίχο του Jean Paul Sartre, ενώ ο ήλιος μου καίει το δεξί μου μάτι και τυφλές ριπές αέρα γυρνάνε κατά το συμφέρον τους τις σελίδες του βιβλίου πριν καν τις διαβάσω. Μια μύγα με παρατηρεί με τις τεράστιες ματάρες της, βολεμένη στην απάνεμη πίσω πλευρά του μισογεμάτου νεροπότηρού μου. Δε θα μάθω ποτέ αν είναι η ίδια που με τσιμπάει λίγο αργότερα όταν εκεί, στην άκρη κάποιου πουθενά μια μικρή και τρεις ενήλικες απολαμβάνουν μυζηθρόπιτες με μέλι.
Όχι πολύ πριν νυστάξω στη δαιδαλώδη διαδρομή που μας απόθεσε εδώ, είχαμε προλάβει να επισκεφτούμε το αυτοσχέδιο μουσείο πολέμου. Απομεινάρια από το 41-43, βόμβες, όπλα, πιστόλια, πιατικά, εφημερίδες, σαπούνια, νάρκες, τηλεσκόπια και κανόνια. Γερμανικά και συμμαχικά. Μαζεμένα με ζήλο και μεράκι, καλοσυντηρημένα τα περισσότερα.
Η συναισθηματική φόρτιση κι η ανατριχίλα στη θέα τους συνεχίζει παρόλη την άκομψη επιμονή του ιδιοκτήτη προς άγρα οικονομικής ενίσχυσης απ' όλους τους παρευρισκόμενους.
Του το 'ταξα όμως. Αν βρω που έχω καταχωνιάσει το παλιό γερμανικό κράνος με την τρύπα από σφαίρα στ' αριστερά, θα του το στείλω.
Σταθεροί και κατασταλαγμένοι ή στενοκέφαλοι κολληματίες καταλήξαμε να περπατάμε στα ίδια βήματα με εκείνα που βαδίσαμε προ δεκαετίας.
Στη Σούγια, στην ίδια σπηλιά βουτώντας στα παγωμένα ρεύματα γλυκού νερού, ανάμεσα στα ίδια πέτρινα μανιτάρια που ξεπροβάλλουν από το βυθό.
Στα 2 μοναστήρια στο βόρειο μέρος του Ν. Χανίων. Στην Μονή της Αγίας Τριάδας των Τζαγκαρόλων (16ος αι.) στην οποία πέρα από την όποια ιστορική ή/και θρησκευτική αξία μπορεί κανείς να θαυμάσει την εκπληκτικής και επαναλαμβανόμενης συμμετρίας Ενετική αρχιτεκτονική στα κίτρινα κτίσματά της.
Στο δρόμο που οδηγεί σε αυτή είναι γυρισμένη και η τελευταία σκηνή του αγαπημένου μου φιλμ (μικρού μήκους) Σάμουρε.
Το δεύτερο μοναστήρι, η Μονή Γουβερνέτου, που αυτή τη φορά δυστυχώς δεν προλάβαμε ανοιχτό είναι από τα ομορφότερα μέρη που έχω ποτέ βρεθεί. Με τα Νοτιοαμερικάνικης αισθητικής χρώματα στους τοίχους και τους σμιλεμένους τερατόσχημους αναβαθμούς, μακρυμάλληδες στυλοβάτες στις κολώνες να σε κάνουν να εντάσσεσαι, ιδρωμένος κομπάρσος, σε χαμένη ταινία του Αλεχάντρο Γιοντορόφκυ.
Αν κάποτε επισκεφτείς τη μονή Γουβερνέτου μην βαρεθείς να συνεχίσεις και πέρα από τον αυλόγυρό της. Στη διαδρομή που κατεβαίνει σε μια εντυπωσιακή σκήτη, περνά το πετρόχτιστο γεφύρι κι έπειτα προχωρά σ' ένα μικρό φαράγγι πριν καταλήξει στη θάλασσα όπου θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα βουτήξεις.
Στα Χανιά δεν υπάρχει χώρος να περπατήσεις. Το μόνο που μ' ενθουσίασε στην ολιγόωρη παραμονή μου εκεί - μη σου πω με συγκίνησε κιόλας -, τόσο με τα φωνητικά όσο και με το παίξιμο της ήταν η μικρή λαϊκή κομπανία, κυλίστηκα στην άσφαλτο να μη τη φωτογραφήσω τουριστικά κι αφ’ υωηλού όπως οι άλλοι, πριν τη χαρτζιλικώσω.
Κι έπειτα μπήκαμε στην καθολική εκκλησία με τα πλαστικά αγάλματα για να δροσιστούμε.
Ντάλα μεσημέρι στην Κνωσσό πρέπει να είμαστε οι μόνοι δύο Έλληνες. Μια ξεναγός μας ζητάει 80 ευρώ, κρίνουμε την τιμή ...μη συμφέρουσα και αυτοξεναγούμεστε με την Ανεξερεύνητη Κρήτη ανά χείρας.
Αν πρέπει να πάρω θέση στην περίφημη διαμάχη που αφορά την επάρκεια και τεκμηρίωση της υπό του Evans αναστήλωση του Μινωικού παλατιού θα έλεγα πως τη θεωρώ επιτυχή. Ακόμα κι αν δεν είναι ακριβής τα ζεύγη ματιών που την επισκέπτονται καθημερινά θα έπεφταν στο ένα πέμπτο αν έμεναν 1-2 πέτρες ριγμένες η μία πάνω στην άλλη.
Στο νέο μουσείο του Ηρακλείου, να πας υποχρεωτικά. Κατά την ταπεινή μου άποψη είναι ένα από τα καλύτερα μουσεία της χώρας, τουλάχιστον απ' όσα έχω επισκεφτεί. Και να έχεις ώρες μπροστά σου.
Εντυπωσιακά τα ευρήματα στις νέες αίθουσες. Όλα τα high light, της Μινωικής περιόδου πολλά εκ των οποίων έχουν κοσμήσει τα εξώφυλλα των σχολικών μας βιβλίων είναι εδώ. Οι τοιχογραφίες της Κνωσσού είναι εδώ, ο πρίγκηπας με τα κρίνα κι εκείνη με τα Δελφίνια, ο δίσκος της Φαιστού, οι κεφαλές των μελανόμορφων ταύρων με τα χρυσά κέρατα και οι Θεές με τα φίδια μεταξύ δεκάδων χιλιάδων άλλων εκθεμάτων.
Αν και δυστυχώς δεν τις φωτογράφησα έχω να λέω ακόμα για τις εκτιθέμενες αξίνες! 1900 π.Χ. το έτος κατασκευής τους και είναι ίδιες, ολόιδιες με τις σημερινές. Ένα εργαλείο που αγγίξε προφανώς τον κολοφώνα της λειτουργικής τελειότητας 4000 χρόνια πριν και το ανθρώπινο είδος το χρησιμοποιεί έκτοτε δίχως την παραμικρή αλλαγή.
Πολλά ακόμη συναντήσαμε, επισκεφτήκαμε, δοκιμάσαμε κι ωραίους ανθρώπους γνωρίσαμε συστεγαζόμενοι.
Για τον ταξίδι του γυρισμού τα έχω πει, ίσως όχι με το νι και με το σίγμα, αλλά ένα στίγμα το έδωσα.
Για τον ταξίδι του γυρισμού τα έχω πει, ίσως όχι με το νι και με το σίγμα, αλλά ένα στίγμα το έδωσα.
Καλό μας φθινόπωρο.
Bonus: Το αρχοντικό με τις πιο άκυρες Καρυάτιδες του πλανήτη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























