



“Αυτό θα ήθελε κι ο πατέρας, δικός του ήταν, να πιάσει τόπο. Εγώ δεν πρόκειται να τον ακούσω, δεν έχω καν πικάπ... 'Αλλωστε κουραστήκατε χωρίς λόγο εδώ, δεχτείτε τον λοιπόν ως ανταπόδοση”.
Πήρα το 10’ιντσο του Chet Baker, το κράτησα σφιχτά μην κυλήσει απ'το παράθυρο και ευχαρίστησα από καρδιάς. "Νομίζω έχω έναν ακόμα (*) που μπορεί να σας αρέσει" είπε και έσκυψε ξανά στο ξύλινο έπιπλο με τους δίσκους.
Κι όμως, μικρές ανθρώπινες στιγμές καλοσύνης και ανταπόδοσης κάνουν την καθημερινότητα ωραιότερη.
(*) Αυτόν θα τον ακούσουμε κάποιαν άλλη φορά.
συνέχεια από το προηγούμενο
Σαν σε road movie χαρακτήρων που δε γνωρίζονται εντελώς (ίσως και καθόλου) μεταξύ τους, παρά μόνο κατευθύνονται για διαφορετικούς λόγους στον ίδιο προορισμό, ξεκίνησε το ταξίδι προς βορρά στις 10 το βράδυ.
Οικιακές βοηθοί από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες υψώνουν καλοσιδερωμένες ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια γύρω από το σπίτι μου. Έχω την εντύπωση πως (οι σημαίες) είναι λιγότερες από πέρυσι. Οι σοβιετικές κυρίες (αυτές είναι μάλλον περισσότερες) απλώνουν κάτω απο τις γαλανόλευκες, σειρές από φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα και κάλτσες να ανεμίζουν. Ο μικρός άραβας που μένει απέναντι, μεγάλωσε. Μικρόν, τέτοιες μέρες, τον έντυναν απ’ το σπίτι του τσολιά. Τώρα κάνει πρωταθλητισμό σε κάποιο άθλημα, διαπρέπει και μαζεύει μόρια για τις πανελλήνιες. Θα επιχειρήσει, μου λέει, για καλών τεχνών. Εντωμεταξύ κάνει graffiti στους γύρω τοίχους.
Ο παππούς της οικογένειας έχει μήνες να φανεί. Τον έβλεπα να αναπαύεται στην αυλή κάθε απόγευμα, καπνίζοντας και μετρώντας τα αυτοκίνητα και ζήλευα την άνεση και τη δροσιά της υπόλευκής του κελεμπίας. (Όλο και περισσότερο σκέπτομαι να ακολουθήσω κι εγώ τον ενδυματολογικό αυτό κώδικα τώρα που καλοκαιριάζει).
Ένα χρόνο αργότερα όλο και κάποιος ηλίθιος θα συνεχίζει να παρκάρει τα αυτοκίνητά του στο πεζοδρόμιο, κάτω από το σημαιοστολισμένο του μπαλκόνι. Κάποιος “συνάδελφός” του, εξυπνότερος, οικιοποιήθηκε το παρακείμενο πάρκο για τον ίδιο σκοπό.
Σύννεφα τρέχουν πάνω από τις ταράτσες των σπιτιών της γειτονιάς μου. Έξω έχει κρυο παρ' όλον τον ήλιο, μέσα στο σπίτι είναι λίγο πιο ζεστά. Τα γύρω συνεργεία ανοιχτά, μπουζόκλειδα, εξατμίσεις και τα αμάξια να μαρσάρουν ακατάπαυστα, νομίζω τα φτιάχνουν πάλι για αγώνες σαββατιάτικους.Ανάμεσά τους, σ’ ένα μικρό συνοικιακό “είδη δώρων - είδη γάμου - είδη προικός” , το αφεντικό τηρεί κατά το συνήθειό του, τα έθιμα των ημερών. Σημαιοστολίζει με την ίδια ευλάβεια που υπερφωτοστολίζει τα Χριστούγεννα, τσικνίζει την τσικνοπέμπτη, μασκαρεύεται τις Απόκριες κ.ο.κ.
Ένας παλιός μαθητής μου πέρασε, μόλις, να με δει. «Έχετε κανένα καλό δίσκο να μου προτείνετε να αγοράσω;» με ρώτησε. Το “Forever Changes” των Love, αν δε το έχεις ήδη ακούσει, αποκρίθηκα και το έβαλα να παίζει στο πικάπ. Λοιπόν, νοστάλγησα την έκφραση που πήραν τα μάτια του την ώρα της ακρόασης.
Η ροή του δρόμου ,τα κορναρίσματα και οι βρισιές των οδηγών συνεχίζονται. Την ώρα που κλείνω το παράθυρο με προλαβαίνει ένας από τους κλώνους της κυρίας Γ: “Τι μου κάνετε σήμερα; η μαμά ; ο μπαμπάς; ” Όλα μαρτυρούν ένα φυσιολογικό πρωινό.
Καλό τριήμερο.
Υγ. Don't shoot us for being different, φαίνεται να λέει ο άγγελος στο επιτοίχιο σχέδιο του νεαρού γείτονα.
μέρα που έσκασε η ράδιο αρβύλα είδηση του θανάτου της Bonnie όταν πήγαινα στη β’ γυμνασίου. Το σόκ εκτόξευσε τις πωλήσεις του δίσκου της μέχρι εξάντλησης των αποθεμάτων στο συνοικιακό δισκάδικο της περιοχής (New Wave). Σχεδόν κάθε τυπικό σπίτι των Αμπελοκήπων (ακόμα και αρκετά μεταλλάδων συμμαθητών) είχε πλέον στη δισκοθήκη του το F.T.T.S.O.N., με το πορτραίτο της κυρίας Tyler στο εξώφυλλο, διαπερασμένο - από αυτί σε αυτί - από ένα σπαθί τζεντάι.
Έχω ένα κόλλημα με τα σπίτια που τα αδειάζουν λόγω "ανωτέρας βίας", οι συγγενείς. Με συγκινούν και με τρομάζουν οι ξεχασμένες (χαμένες ίσως ταιριάζει περισσότερο) μικρές ή μεγάλες ιστορίες που φαντάζομαι για κάθε – μα κάθε – αντικείμενο που πουλιέται, χαρίζεται, πετιέται και εντέλει ανακυκλώνεται. Προσπαθώ να καταλάβω στην αρχή, πότε αγοράστηκαν, που και κάτω από ποιες συνθήκες. Κι έπειτα υπολογίζω πόσα χρόνια πρέπει να έμειναν ακίνητα, πάνω σ’ έναν τοίχο, σε ένα σεμεδάκι ή μέσα σε ένα συρτάρι, μακριά από την κοινή θέα, αχρησιμοποίητα και κλειδαμπαρωμένα σε ακατοίκητα σπίτια.