Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Albert Camus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Albert Camus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Ιουλίου 2012

ο τέταρτος κρίκος



Κάποιος Σάλητ, ο δεύτερος από τους  πέντε γιους - και ο μόνος σπουδαγμένος - ενός τυρέμπορα από την Τύνιδα,  βγάζει τα προς το ζην πουλώντας κινέζικα σκατολοΐδια στις παραλίες της Αττικής. Ο ίδιος απορεί που βρίσκονται τόσοι βλαμμένοι που αγοράζουν την άχρηστη πραμάτειά του και μάλιστα την ώρα που θα έπρεπε απλά να ευχαριστιούνται το νερό και τον ελεύθερό τους χρόνο.  Από τη στιγμή όμως που η βλακεία των άλλων είναι πηγή εσόδων για αυτόν κουβέντα δεύτερη δε λέει.

Ο Σάλητ σήμερα ξεκίνησε τον ποδαρόδρομο νωρίς. Το ήξερε πως ο καιρός προμηνυόταν καυτός, "Σαν της πατρίδας" έλεγαν στο καφενείο εχθές, έτσι σκέφτηκε πως ζεστός καιρός σημαίνει παραλίες γεμάτες. Και γεμάτες παραλίες μεταφράζονται σε διπλό, μπορεί και τριπλό, μεροκάματο. Ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει επουδενί χαμένη.

Τι περίεργο όμως. Πέρα από δυο τρεις ομάδες καβουρντισμένων ανθρώπων με μαλλιά σαν άχυρο - δεν ήταν ντόπιοι αυτοί, μπορούσε να τους ξεχωρίζει πλέον, όχι όπως όταν πρωτόρθε που του 'μοιαζαν όλοι ίδιοι -  που τον κοίταξαν με μισό μάτι, άλλον άνθρωπο δε συνάντησε. Κι ήταν κιόλας δέκα το πρωί.

Έβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε τον ιδρώτα του χωρίς να χάσει το βηματισμό του. "Κι ο προφήτης ιδρωμένος θα είναι σήμερα" μονολόγησε και έπειτα χαμογέλασε ένοχα με το βλάσφημο αστείο του. Γύρισε  μηχανικά μετανιωμένος, όπως έκανε από παιδί, τις κόρες των ματιών του προς τον ουρανό, τα φρύδια του ανασηκώθηκαν, έσμιξαν κι έγιναν σύννεφα που άδειασαν βροχή συσσωρευμένου ιδρώτα στα ορθάνοιχτα μάτια του.  Το τσούξιμο τον έκανε να κοντοσταθεί μα πάλι δε σταμάτησε. Με οδηγό τον ήχο της θάλασσας στα δεξιά του, συνέχισε να προχωρεί με κλειστά τα μάτια κάνοντας τα μικρά βήματα ενός τυφλού χωρίς το λευκό μπαστούνι του.

Όταν κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του τον είδε. Στα πενήντα μέτρα απ’ αυτόν στεκόταν ένας άντρας μουσκεμένος στον ιδρώτα του, φορτωμένος σαν κι αυτόν με ένα μικρότερο όμως από τον δικό του σάκο. Σαν στράφηκε ο άντρας κατά τη θάλασσα, ο Σαλήτ πρόσεξε πως είχε εκείνο το είδος της  γενειάδας που συναντούσες μόνο σε ανθρώπους της πίστης του. Δικός μας, σκέφτηκε ο Σαλήτ χαρούμενος που θα μιλούσε επιτέλους σε άνθρωπο που πιθανότατα να ‘ναι κι από την ίδια χώρα.  Πάνε κοντά τρεις ώρες που δεν είχε πει ούτε λέξη. Ανοίγει το βήμα του, τον πλησιάζει και με μια κίνηση σαν ελαφριά υπόκλιση του λέει:

-Σαλάμ αλέκουμ.

-Καλημέρα του απαντάω έκπληκτος – δεν είχα αντιληφθεί άλλη ανθρώπινη παρουσία στην παραλία – ενώ την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως είναι καιρός να κουρέψω τα ποσειδώνια μούσια μου. Δεύτερη φορά που με περνάνε για άραβα λόγω γενειάδας.

Ο πλανόδιος πωλητής που μόλις καλημέρισα μισόκλεισε τα μάτια του, με κοίταξε μία από πάνω μέχρι κάτω, μ’ έκοψε που λένε, και χωρίς δεύτερη κουβέντα με προσπέρασε μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο στη γλώσσα του. Μυστήριος άνθρωπος σκέφτομαι, αλλά πάλι ποιος είναι καλά με τέτοιο καύσωνα; Δεν πρόλαβα κιόλας να τον ρωτήσω αν πουλάει καμιά ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα και τράβηξε κατά την ευχή του Θεού.

Τελικά, μια δυο μέρες παραπάνω στην εξοχή δεν έβλαψαν ποτέ και κανέναν, επιβεβαιώνω σχεδόν φωναχτά τη χθεσινή απόρριψη της προγραμματισμένης επιστροφής μου στην Αθήνα. Ειδικά όταν το Σαββατοκύριακο αναλώθηκε φορτωμένο από τα καμώματα εξ αίματος και εξ αγχιστείας ζωντόβολων.

Ισιώνω με το πέλμα μου τα βότσαλα,  απλώνω την ξεσκισμένη ψάθα, και ρίχνω όπως όπως τον μπλε σάκο θαλάσσης με τις άγκυρες  – κληρονομιά κάποιας  θείας – πάνω της. Βγάζω τα ρούχα μου και να ‘μαι - Δευτέρα πρωί - την πιο ζεστή μέρα του χρόνου, να στέκομαι μόνος στην παραλία και να κοιτάζω τη θάλασσα. Πότε πότε σπρώχνω τη ματιά μου προς τον ήλιο. 

Ο εύκολος συνειρμός "παραλία –  αφόρητος ήλιος – άραβας" στην αρχή μου φτιάχνει τη διάθεση, τεντώνω μάλιστα το μέσο και το δείκτη του δεξιού χεριού κάθετα στον ήδη σηκωμένο αντίχειρα σκανδάλη, όπλο παιδικό κολλημένο παράλληλα στον μηρό μου.

Έτσι φαινομενικά νωθρός στεκόμουν όταν μου ήρθε στο μυαλό και ο τέταρτος κρίκος του μυθιστορηματικού συνειρμού – η αλήθεια είναι πως στη λογοτεχνική πραγματικότητα υπήρξε ο πρώτος – και με ξεβόλεψε. Αναρωτιέμαι λοιπόν, πως θα αντιδρούσα αν μου τηλεφωνούσαν σήμερα, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, τα - πιθανολογώ αναμενόμενα - κακά μαντάτα. Ερώτηση sos, νομίζω  την απάντηση την ξέρω, επιφυλάσσομαι όμως να εκτεθώ κάποια άλλη στιγμή. Είναι τόσο καυτός ο ήλιος που δε μου αφήνει δυνάμεις να επιχειρηματολογήσω.

Σβήνω το τσιγάρο μου, τοποθετώ το κινητό μου τηλέφωνο σ’ ένα βράχο, αν χτυπήσει να το ακούσω και μπαίνω στη θάλασσα. Κολυμπάω καμιά διακοσαριά – ασυνήθιστα πολλά για την κολυμβητική ιδιοσυγκρασία  μου – συνεχόμενα μέτρα. Τόσα έκανα και χθες, αλλά εκείνα ήταν αφιερωμένα αλλού. 



υγ. Αργότερα στην παραλία ξεπλυμένος από ταλαίπωρες σκέψεις συνέχισα τη μελέτη του V του Thomas Pynchon (με απλή ανάγνωση το βιβλίο δε βγαίνει), μάζεψα κατά το σύνηθες αφημένα σκουπίδια άλλων, αντιχαιρέτησα έναν γνωστό,  μίλησα με φίλους στο τηλέφωνο,  πήρα κι έναν υπνάκο. 

Και τώρα σπίτι με κλεψιμαίικο ίντερνετ. Αυτά.

19 Αυγούστου 2010

ο ξένος

Σαν πιστός που σέρνει πάντα μαζί του τη βίβλο, το κοράνι ή ό,τι άλλο του υπαγορεύει το συναίσθημά του, κουβαλάω πάντα μαζί μου τον "Ξένο". Την ιστορία του «Χριστού που μας αξίζει» όπως είχε πει ο ίδιος ο Καμύ το 1954.

Έτσι τις μέρες που η ζέστη με ξεγυμνώνει από σκέψεις, θέλω και πρέπει - και εγώ νοιώθω ικανός για το οτιδήποτε - ανατρέχω στο προσωπικό μου ευαγγέλιο. Αναζητώ ξανά και ξανά το σύνδεσμο με την πραγματικότητα, τις ώρες που το μυαλό μου βράζει και τα πάντα έχουν πάρει αφόρητα ανθρώπινες διαστάσεις.

Είναι ο καυτός ήλιος, αυτός που ξεθωριάζει χρώματα και συναισθήματα, τον οποίο ανέκαθεν εχθρευόμουν. Εκείνες τις αλλόκοτες ζέστες που πληθαίνουν και κάνουν το αυτόματο της αναπνοής να είναι η μόνη προβλέψιμη συμπεριφορά.

Ως έφηβος θα κατέρρεα, έκτοτε – ίσως εξίσου ανώριμος - παίρνω στα χέρια μου ξανά, την προσωπική μου ιερή σύνοψη. Διαφορετική έκδοση κάθε φορά, άλλη αποδόση, άλλη
μετάφραση. Όχι από κάποιο κόλλημα μα σαν ιεραπόστολος σε επιχείρηση προσυλητισμού, χαρίζω το βιβλίο αμα τη αναγνώσει του στο εγγύτερα γνωστό μου άτομο.



Υγ. Ομολογώ πως ήταν οι Cure με το Killing an Arab – το πρώτο τους single(1979) - που με μύησαν στον κόσμο του Ξένου κοντά 25 χρόνια πρίν. Φοβούμενοι παρεξηγήσεις από την ασχετοσύνη των ηλιθίων, το 45αρι κυκλοφόρησε αρχικά με συμβουλές - σε αυτοκόλλητο - ενάντια σε ρατσιστική χρήση του τραγουδιού. Εντωμεταξύ, σήμερα που η ηλιθιότητα έχει θριαμβεύσει το συγκρότημα υπακούοντας στην πολιτική ορθότητα της εποχής αυτολογοκρίνουν το κομμάτι τους. Τραγουδούν πλέον ... “Kissing an Arab” ή στην καλύτερη …“Killing Another” .

Related Posts with Thumbnails