8 χρόνια Lemonostiftis!
Πώς είσαι; Εύχομαι όλα καλά!
Καταρχάς να σε ευχαριστήσω που μου το θύμησες. Τα γενέθλια του μπλογκ δε θα μου πέρναγαν καν – είναι η αλήθεια από το μυαλό. Καλά είμαι. Στα λογικά πλαίσια που με αφήνουν πότε η χειμερινή δυσθυμία (κατάθλιψη δεν τη λες ακόμα) που με πιάνει τέτοιες εποχές και την οποία έχω αρχίσει να αποδέχομαι μεγαλώνοντας ως κατάσταση και πότε ένα παλιότερο θεματάκι υγείας το οποίο επανεμφανίστηκε και μου θυμίζει ένα είδος πόνου που είχα ξεχάσει. Καλά είμαι όμως, αυτή είναι η απάντησή μου. Και δεν εξωραΐζω την απάντησή μου, ούτε υπεκφεύγω εξυπνακίζοντας με το «Έχω υπάρξει και καλύτερα» που συνήθιζα παλαιότερα.
Το μπλογκ, όπως θα έχεις δει εδώ και πολύ καιρό δεν το φροντίζω. Δεν είναι ότι με κούρασε το αναρτείν, ούτε ότι βαρέθηκα να συντάσσω με λέξεις τις λίστες που φτιάχνω στο μυαλό και τα τυχαία ψυχανεμίσματά μου. Ούτε η απόλυτη πίστη - για να μην πω βεβαιότητα - πως η πλατφόρμα του blogger είναι νεκρή εδώ και καιρό (μολονότι τα στατιστικά δείχνουν πως παραδόξως υπάρχει ακόμα επισκεψιμότητα). Δεν είναι ούτε πως με κέρδισε το Facebook και απέχω.
Η αιτία της διάστασης στην οποία έχει βρεθεί η σχέση μου με το ιστολόγιο – πέρα από λοιπές προφάσεις – είναι η έλλειψη πλέον εκείνης της ανωνυμίας που μου επέτρεπε – ή ένοιωθα πως μου επέτρεπε –να εκτίθεμαι ελεύθερα, να γράφω σκέψεις και συναισθήματα ή ό,τι άλλο, έχοντας να αντιμετωπίσω μόνο πιθανά σχόλια αναγνωστών και όχι τα δια ζώσης βλέμματα και ερωτήσεις την επόμενη ημέρα. Αυτό με έκανε να κλειστώ …λιγάκι παραπάνω στον εαυτό μου. Κι έτσι όπως κάποτε παραπονιόμουν εδώ μέσα πως είχα χάσει τον προφορικό μου λόγο, έτσι πλέον πιστεύω – χωρίς να παραπονιέμαι όμως – πως χάνω πλέον και τον γραπτό.
Αυτά τα ολίγα ως απάντηση στην ερώτησή σου, η οποία είμαι 100% σίγουρος πως δεν ήταν τυπική, και γι αυτό την απάντησα εκτενέστερα απ’ ότι ίσως έπρεπε.
Ανέκαθεν συμπαθείς μα λίγο ψιλοαδιάφοροι οι Βρετανοί Slowdive στα αυτιά μου. Από εκείνα τα συγκροτήματα μιας ανθίζουσας σκηνής (της shoegaze/dream pop των early 90s στην προκειμένη) που συμπληρώνουν το μουσικό της τοπίο, προσφέρουν τα τραγούδια τους στα μέσα της πρώτης πλευράς κάποιας κασετοσυλλογής αλλά ποτέ δε σε κάνουν να εξανίστασαι και να αναφωνείς «Γιατί ρε γαμώτο αυτή η μπαντάρα δεν έγινε μεγάλη και τρανή;» μες την τσαντίλα.
Κάπως έτσι θα ξεκινούσα την όποια αναφορά μου στους Βρετανούς Slowdive από τις αρχές της δεκαετίας του 90 και μέχρι εχθές που τους είδα να παίζουν ζωντανά στο νεοσύστατο Release Festival. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Slowdive
Η χθεσινή ήταν μια πολύ καλή συναυλιακή μέρα για μένα, - πιστεύω και για πολλούς άλλους από εμάς - μιας και ήταν εκεί όλοι οι ευφρόσυνοι παράγοντες ενός πετυχημένου φεστιβάλ. Σασπένς για το αν τελικά θα πραγματοποιηθεί λόγω του άστατου και συχνά παράδοξα καταρρακτώδους για θέρος καιρού, σχεδόν εφηβικός προεόρτιος ενθουσιασμός, συνεννοήσεις επί συνεννοήσεων για την διακομιδή και την τελική συνάντηση, φίλοι, πάρα πολλοί φίλοι κι ακόμα περισσότερες εστίες καλών γνωστών διάσπαρτων στο τερέν της πλατείας Νερού (η οποία ευτυχώς δεν δικαίωσε το όνομά της), αλκοόλ σε …ωραίες ποσότητες, άφθονες μπύρες, τσίπουρα και τεκίλες (και μια σοκολάτα υγείας πορτοκάλι να διορθώνει κάθε τόσο τη γεύση), άρτια διοργάνωση με προσεγμένες λεπτομέρειες (ευχαριστήθηκα πολύ το εν είδη εισιτηρίου flyer που μοιράστηκε αναμνηστικά και σε αντικατάσταση των μπακαλοαποδείξεων που θεωρούνται σήμερα εισιτήρια), συζητήσεις με άγνωστους και ευγενείς ανθρώπους (Ναι, οι BEAK είναι μεγάλη μπάντα), επανασύνδεση με φίλους μας που ταξίδεψαν χιλιόμετρα για τις κοινές μας μουσικές αγάπες αλλά και με άλλους, ξεχασμένους, από τα παλιά (αλλά κι με έναν που παρότι με φίλησε και με αγκάλιασε και μιλήσαμε και κάνα πεντάλεπτο δεν κατάφερα να θυμηθώ αν τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου), όμορφο πλήθος συνθεατών, θα ‘λεγα συνομήλικων αν κρίνω και από το ισοϋψές ανάστημα των περισσότερων, εύκολη οπτική πρόσβαση στη σκηνή, συναίσθημα και φυσικά γενναίες δόσεις καλής μουσικής.
Τους Noise Figures τους είχαμε από χέρι χαμένους, δουλεύαμε οι περισσότεροι ακόμα τη στιγμή που θα ανέβαιναν στη σκηνή, η τεράστια όμως κίνηση στη Βασ. Σοφίας και τη Συγγρού μας στέρησε την ικανοποίηση να ακούσουμε και τους Closer. Ήταν όμως ο μακρινός βόμβος του μπάσου τους που μας προσανατόλισε στην πορεία μας προς το συναυλιακό χώρο, δυο τρεις νότες προλάβαμε να ακούσουμε όλες κι όλες από το τελευταίο τους τραγούδι και τον αποχαιρετισμό τους.
Slowdive
Μπύρες, καλή διάθεση, δροσερό παραθαλάσσιο απόγευμα και Slowdive. Νομίζω ήταν οι μνήμες της παρατεταμένης εφηβείας των 20something που με ανατρίχιασαν ίσως ακόμα περισσότερο και από την ίδια τη μουσική τους. Προσηλωμένος στην πρώτη-πρώτη σειρά, στην ελάχιστη απόσταση από το τοτέμ των τεράστιων ηχητικών εγκαταστάσεων κλείνω τα μάτια (δε χάνεις τίποτα από την αντιηρωική σκηνικά τους παρουσία) και στροβιλίζομαι χαοτικά ακίνητος στον μακρόσυρτο ελεγειακά θορυβώδη ήχο τους και τα 23 μου χρόνια.
Catch the Breeze και το στήθος μου δονείται και συντονίζεται στον όγκο των ηχητικών κυμάτων της μουσικής. Μεγάλη απόλαυση· η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.
αυτά έπαιξαν οι Slowdive
BJM
Κι έπειτα βγήκαν οι Brian Jonestown Massacre.
Ο Anton Newcomb και η παρέα του οι οποίοι προς τιμήν τους παρακολούθησαν ολόκληρο το set των Slowdive με κατανυκτική προσήλωση από τα πρανή της σκηνής.
Brian Jonestown Massacre
Πρώτη φορά ντυμένος στα λευκά, πολύ σπάνιο αυτό, μου λέει ο Antony K στα δεξιά μου, ο ειδικός Brianjonestownmassacroλόγος της παρέας απαριθμώντας μου τα ονόματα των μελών της μπάντας, επισημαίνοντάς μου τις 2 απουσίες των (δε θυμάμαι ποιων) καθώς και την έκτακτη συνδρομή του κιθαρίστα των Dead Skeletons στο ρόστερ της μπάντας.
Με φόρα από το shoegaze παρελθόν τους στην απόλυτα ψυχεδελική αισθητική που τιμούν σήμερα, καταλαμβάνουν τη νύχτα ικανοποιώντας νομίζω με τις επιλογές τους το όλο και αυξανόμενο ελληνικό κοινό.
Ικανοποιώντας και με το παραπάνω και τα δικά μου αυτιά μεν, μην καταφέρνοντας όμως να με κάνουν να μετανιώσω (παρόλο που θα το ήθελα) που την προηγούμενη φορά που εμφανίστηκαν στην Αθήνα προτίμησα τις αγκαλιές των Of Montreal αντί των δικών τους που έπαιζαν την ίδια ημέρα. Vad hands med dem, Pish, Leave it Alone, Days Weeks & Moths, Disappoint(?), Anemone μερικά από τα τραγούδια που έπαιξαν (και δε νομίζω πως χρειάζεται να αναφέρω ξανά ποιανών συνδρομή χρειάστηκα για την καταγραφή τους).
PJH
Let England Ssake
Για την εμφάνιση της PJ Harvey τώρα τι να σου πω; Έχω την εντύπωση πως είναι μια από τις καλύτερες συναυλίες που έχω δει ποτέ κι αυτό το προσυπογράφω στην ιστορία μου δίχως ίχνος υποκειμενικότητας μιας και ποτέ στο παρελθόν δεν έχω δηλώσει ο μέγας των φανατικών.
Σκέφτομαι, αν την πω Ιέρεια θα κατηγορηθώ για χρήση στερεότυπων αλλά παρόλα αυτά δεν μπορεί κανείς να την χαρακτηρίσει αλλιώς. Δεν γίνεται. Η ουσία του ροκ εν ρολ συγχωνευμένη σε μία γυναίκα είναι γεγονός: η ένταση, η θεατρικότητα, τα πιστεύω και τα βιώματα, η λαγνεία και το σεξ, η συγκίνηση, ο ιδρώτας του δεινού χορευτή και το σπάραγμά του, ο ηλεκτρισμός, το ταξίδι και ο σκοπός, το πνεύμα της Patti Smith, η απίστευτη φωνή και ο χειρισμός της, οι καταραμένοι έρωτες, ο μυστικισμός της Diamanda Galas, η απώλεια και η ευτυχία μα προπάντων οι ίδιες οι συνθέσεις καθαυτές δίπλα στο συγκρότημά της, αυτόν τον αιώνια αγέραστο ανθό μιας άλλοτε νεολαίας που κάποτε άλλαζε με τον τρόπο του τον ρου της μουσικής ιστορίας, του John Parish και του Mick Harvey (!!!) συμπεριλαμβανομένων. Απλά πράγματα.
PJ Harvey & band
κι αυτά τραγούδησε η Polly
Στο after party που δόθηκε κάπου στα βάθη των Πατησίων, όσοι δεν έπρεπε να ξυπνήσουν από τα χαράματα για τις δουλειές της επομένης, τιμήσαμε τη δυνατή μουσική και το αλκοόλ μέχρι πρωίας.
Υπακούω στη συμφωνία που έχω κάνει με τον εαυτό μου από χρόνια. Κλείνω αμέσως τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και χαμηλώνω όσα ραδιόφωνα με ενημερώνουν για τις φωτιές που μασάνε τα ελάχιστα δάση στα πέριξ της Αθήνας. Προσποιούμενος πως οι πυρκαγιές ποτέ δεν άναψαν αφού δεν έφτασαν ως ειδήσεις στα αυτιά μου, τις αγνοώ και παραμένω ήρεμος αφού δε μπορώ να το διαχειριστώ αλλιώς. Κι αυτό παρότι τα πεύκα που καίγονται είναι το μόνο που μου υπενθυμίζει πως βρίσκομαι ήδη στα μέσα του καλοκαιριού.
Τα αυτοκίνητα λίγο πριν βγουν στην κεντρική διασταύρωση κόβουν ταχύτητα και κάνουν έναν μικρό ελιγμό, το ένα μετά το άλλο. Ένας άνθρωπος είναι πεσμένος καταμεσής του δρόμου. Ακίνητος, με μια ακαμψία που θυμίζει περισσότερο τα απανθρακωμένα αγάλματα των νεκρών της Πομπηίας παρά λιποθυμία. Έχει τα μάτια ανοιχτά να κοιτάζουν κατευθείαν στο λιοπύρι της Αχαρνών. Κάνουμε κι εμείς τον ίδιο ελιγμό με τους προπορευόμενους μην τον χτυπήσουμε.
Και σταματάμε το αμάξι. Μουδιασμένος μιμούμαι τις κινήσεις που θα έκανε ένας καλός άνθρωπος: τον σηκώνω, είναι ελαφρύς και αποξηραμένος σαν χαρτόνι, του προσφέρω φαγητό, νερό και λίγα χρήματα. Με βοηθάει κι ένας ακόμα περαστικός, μουσκεμένος κι αυτός στον ιδρώτα σαν κι εμένα.
Έπειτα πήραμε την Αθηνών-Λαμίας, 5 ώρες ταξίδι για το Πήλιο.
Στο πολυδιασπασμένο πλέον παζάρι της προηγούμενης εβδομάδας αγόρασα μόνο μια φωτογραφία. Από την ταινία «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», του Αγγελόπουλου.
Όταν προ δεκαπενταετίας φιλοξενούσα ένα γερμανό φίλο, και τουλάχιστον για όσον χρόνο δεν κολυμπούσαμε κάτω από τις κολώνες του Ποσειδώνα στο Σούνιο, τον στριφογύρναγα στο κέντρο της πόλης. Σε κάθε αξιοθέατο – μικρό ή μεγάλο - και σε κάθε μικρό δρομάκι της Αθήνας. Κι αυτός φωτογράφιζε συνεχώς κι ήθελε να ξημεροβραδιάζεται στο βράχο της Πνύκας.
Θυμάμαι πως οπουδήποτε κι οποτεδήποτε οι άνθρωποι με τους οποίους συγχρωτιζόμασταν αντιλαμβάνονταν την καταγωγή του, τον έπιαναν μονότερμα. Από τους εμπόρους των μπαχαρικών της οδού Ευριπίδου και τους σερβιτόρους των πατσατζίδικων της Βαρβακείου ή των καφέ της Πλάκας μέχρι τον φύλακα του Αρχαιολογικού Μουσείου και τους υπαλλήλους της πολεοδομίας του διηγούνταν – τις περισσότερες φορές ήρεμα και σπανιότερα υστερικά – ιστορίες από την γερμανική Κατοχή. Δικές τους ή των δικών τους. Για τα ίδια του είχε μιλήσει και ο θείος Α.
Η αλήθεια είναι πως αν και προσπαθούσε να το κρύψει ενοχλούνταν. Όχι γιατί θεωρούσε τους έλληνες συνομιλητές του αγενείς αλλά γιατί δεν τα είχε ξεκαθαρίσει όλα και ο ίδιος τελείως μέσα του.
- Ο ένας παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου ήταν παρτιζάνος μου είχε πει. Και ο άλλος, ο Χένρικ, αυτός που πήρα το όνομά του, αξιωματικός των Ναζί.
Με τους Γερμανούς όπως και να το κάνεις υπάρχει συλλογικό προηγούμενο. Απολύτως λογικό κατά την προσωπική γνώμη του γράφοντα όταν σχεδόν όλοι οι δικοί του, του έχουν διηγηθεί ένα σωρό βαριές, δύσθυμες και τραγικές ιστορίες εξ απαλών ονύχων.
Είναι οι πληγές και οι μνήμες αυτών των πληγών που άφησε στα μέρη μας το πέρασμα του 3ου Ράιχ που δεν έσβησαν ποτέ εντελώς, παρόλα τα χρόνια που έχουν περάσει. Κι από ότι φαίνεται με τα τελευταία γεγονότα περαιτέρω άμβλυνση του αισθηματικού χάσματος δεν προβλέπεται. Αντιθέτως.
Παρότι απηυδισμένος (sic) με τη γερμανική πολιτικοοικονομική στάση (όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη) βάλθηκα να σκέφτομαι …θετικά. Ίσως για να παραμερίσω εκείνη την οργή που μου ‘μοιζε με μίσος καθώς ξεπηδώντας από μέσα μου με εμπόδιζε να σκεφτώ νηφάλια. Έπιασα τον εαυτό μου να προσπαθεί να οργανώσει μια λίστα με όλα εκείνα Γερμανικό μου είναι εντελώς απαραίτητα και δεν θα τα’ άλλαζα με τίποτα.
Χμμμ.
Τα γερμανικά αμάξια δεν τα χρειάστηκα να τα οδηγήσω ποτέ, μπορώ χωρίς λουκάνικα Φρανκφούρτης και Βαυαρικά σαλάμια, χωρίς μπύρες και στρούντελ μήλου επίσης, παρότι ταιριάζουν υπερβολικά στον ουρανίσκο μου. Κάνω ακόμα και χωρίς τα Adidas μου που μόλις πρόσφατα έμαθα πως είναι Βαυαρικά. Και το γερμανικό πορνό που μου πρότεινε κάποιος φίλος να συμπεριλάβω στη λίστα δε μου λέει και πολλά.
Έτσι λοιπόν, με το κριτήριο της επιλογής σε αυστηρή εγρήγορση, κατάρτισα (προβλεπόμενα για μένα) την παρακάτω λίστα με τους 10 λόγους για τους οποίους παραδέχομαι τους Γερμανούς:
1. Οι Can. Οι πρωτοπόροι του krautrock και μια από τις πολύ αγαπημένες μου μπάντες αυτή του Holger Czukay. Κλασσικοί μουσικοί που έπειτα από μια avant-garde, θεία επιφοίτηση εξερεύνησαν βαθύτατα νέα φίλτρα πειραματισμού στους ήχους που μ’ αρέσει να ευλογώ.
Με τα εκπληκτικά τύμπανα του Jaki Liebezeit και τον τυχαία επιλεγμένο για τραγουδιστή τους Damo Suzuki.
#
2. Οι Kraftwerk. Τούτοι οι Θεοί ηλεκτρονικάριοι υπήρξανένα από τα συγκροτήματα που μου άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο ακούω μουσική όταν τους πρωτοανακάλυψα λίγο πριν από τα μισά της εφηβείας μου.
Παρότι έχω 5-6 άλλα τραγούδια τους ως πιο αγαπημένα ας προτείνω εδώ εκείνο με το οποίο τους πρωτογνώρισα.
#
3. Οι ρυθμοκράτορες Neu!, έτεροι εκπρόσωποι του λαχανορόκ (έτσι μεταφράζεται το kraurock στα ελληνικά) δε θα μπορούσαν να λείπουν
Προπάτορες μιας δημιουργικης γραμμής παραγωγής που λατρεύω και στην οποία εντάσσονται καλλιτέχνες όπως οι David Bowie, Sonic Youth, Brian Eno, Iggy Pop, Joy Division, Gary Numan, Ultravox, Stereolab, Radiohead και οι Electrelane,
#
4. Οι Einstürzende Neubauten, τα καταρρέοντα νεόχτιστα κτίρια του τεράστιου Blixa Bargeld. Οι πειραματικοί θορυβώδεις γερμανοί, οι ήχοι των οποίων χτυπούν άλλοτε σαν χαοτικά νανουρίσματα στα αυτιά μου
και άλλοτε σαν γλυκείς εφιάλτες καθώς τα αλυσοπρίονα σκίζουν τις λαμαρίνες.
#
5. Ο Klaus Nomi,
με το χαρακτηριστικό του φαλσέττο και την πρόωρα χαμένη εκκεντρικότητά του.
#
6. Ο Johannes von Weizsäcker και η Berit Immig.
Δυο αξιαγάπητοι ταλαντούχοι γερμανοί μουσικοί, αμφότεροι μέλη του φίλιου συγκροτήματος The Chap (και λάτρεις της ψαρόσουπας της μάνας μου), οι οποίοι έχουν θητεύσει ή/και θητεύουν ακόμα σε μπάντες όπως οι Karamasov, οι Omo και οι Erfolg.
#
7. Οι άγγελοι του Βιμ Βέντερς στα «Φτερά του Έρωτα» να κουβεντιάζουν πότε πάνω στις στέγες των σπιτιών της πόλης του Βερολίνου με φόντο τον συννεφιασμένο ουρανό
και πότε σε καπνισμένα μπαρ της πόλης συντροφεύοντας τόσο τους αυστραλούς μετανάστες Crime & the City Solution όσο (και κυριως) στο συντοπίτη τους, τον Nick Cave με τους Bad Seeds του.
#
8. Tangerine Dream. Το συγκρότημα του Edgar Froese
που ομολογώ πως μπορεί να άργησα να εκτιμήσω, στο ζηλευτά παλιομοδίτικό progressive ήχο των οποίων, βυθίζομαι - ευκαιρίας δοθείσης - όλο και πιο βαθειά τα τελευταία δυό χρόνια.
#
9. Αν και δεν πρόκειται για γερμανούς εντούτοις η βερολινέζικη περίοδος των David Bowie και Brian Eno,
τότε που αριστουργήματα όπως το Low και το Heroes βγήκαν από τα μυαλά τους, είναι καθόλα συναρπαστική.
#
10. Οι Alphaville. Γιατί υπήρξαν τεράστιο παιδικό μου κόλλημα
και μάλιστα από εκείνα που δεν ντράπηκα αργότερα μεγαλώνοντας παρότι έφαγα bullying από νταήδες κολλητούς γι αυτό.
#
11. Τέλος νομίζω, στον 11ο λόγο, θα έγραφα μια κασέτα 90αρα για να συμπληρώσω όσα ακούσματα δε χώρεσαν στην παραπάνω λίστα. Μια κασέτα που στην πρώτη της πλευρά θα έβαζα τραγούδια από τους Amon Duul II (Fly United), Harmonia (Dino), Cluster (James), Faust (The sad skinhead), και La Dusseldorf (La Dusseldorf).
Την ίδια ώρα που στη δεύτερη πλευρά θα υπήρχε ένας συμπληρωματικός αχταρμάς/playlist που θα περιείχε αγαπημένα τραγούδια από τους μινιμαλιστές Trio (Da Da DA), το cult Μπαουικό άνθεμ του Peter Schilling (Major Tom, coming home), το electro new wave P-Machinery των Propaganda, τα υπέροχα σκοτεινά Matador και Derwisch των Xmal Deutschland, μια από τις καλύτερες ντίσκο παραγωγές του Frank Farian (ας πούμε το Rasputin των Boney M), την flamboyant trash αισθητική του Eurovivion-ικού Dschinghis Chan λόγω παιδικού απωθημένου καθώς και ότι άλλο μου προτείνετε εσείς*.
*Μεγάλη παράλειψη οι City, οι μόνοι Ανατολικογερμανοί με το περίφημο Am Fenster.
υγ. Όχι, δεν τα ξέχασα. Το ξέρω πως έχω αφήσει απ’ έξω τις ταινίες του Φασμπίντερ, το «Ταμπούρλο», κάμποσα άλλα έργα του Βέντερς, τις αναμνήσεις από τη μάζωξη της παρέας στο Βερολίνο το 2005, το κίνημα του Bauhaus, τις μουσικές του Mahler και του Wagner αλλά όλα αυτά ίσως να μου φανούν χρήσιμα την επόμενη φορά που θα πιάσω τον εαυτό μου οργισμένο.
You can’t always get what you want but if you ask lemon you may listen to what you need !
Καθώς το καλοκαίρι σιγά-σιγά πλησιάζει νομίζω πως έφτασε η ώρα για άλλη μια εκπομπή ακροατών. Ήτοι εσείς διαλέγετε εγκαίρως τα τραγούδια που θα ακούσουμε παρέα την ερχόμενη Παρασκευή, μου στέλνετε τις επιλογές σας κι εγώ - τον ουρανό με τ’ άστρα κι αν μου ζητήσετε -, θα κάνω τα πάντα για να τα βρω: θα τα ψάξω, θα τα ψηφιοποιήσω από βινύλια, θα το κατεβάσω, θα τα αγοράσω, στην ανάγκη θα τα τραγουδήσω ο ίδιος. Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το ζητήσεις εγκαίρως (για να το μάθω είπαμε αν χρειαστεί).
Ένα επεισόδιο αφιερωμένο σε όσους λογίζονται ακροατές – φανατικοί ή μη – της εκπομπής «στον λεμονοστίφτη» που μου κρατάνε συντροφιά ακούγοντας τα εβδομαδιαία μου ημερολόγια/playlist άλλοτε ζωντανά κι άλλοτε ηχογραφημένα .
Παρασκευή 5 Ιουνίου στις 10:00 το πρωί όπως πάντα και για (πολύ) περισσότερο από τις γνωστές δύο ώρες, όποιος/α επιθυμεί να πάρει μέρος στο συλλογικό επεισόδιο αρκεί να συνδεθεί δικτυακά και ραδιοφωνικά από το σπίτι, τη δουλειά ή απ' όπου αλλού πατώντας τον παρακάτω σύνδεσμο:
Ευχαριστώ όσους φίλους και φίλες έχουν ήδη στείλει τις επιλογές τους.
*Όλες οι δίοδοι επικοινωνίας (email, σχόλια στο blog, facebook, σταθερά/κινητά τηλέφωνα) είναι ανοιχτές για τις παραγγελίες. Είμαι ήδη σε εγρήγορση και ευχαριστώ όσους/ες έχουν ήδη συμμετάσχει.
Παρ’ τους, σε εσένα θα πιάσουν τόπο καλύτερα απ΄ οπουδήποτε
αλλού μου είπε ο Κ. κι εγώ συγκινημένος τον ευχαρίστησα κι απομακρύνθηκα φορτωμένος,
προσπαθώντας να ισοφαρίσω την έλξη που ασκούσε η Γη στους 200 δίσκους που κρέμονταν
μέσα στις σακούλες τους από τα χέρια μου!
Πίσω στο σπίτι που να με πιάσει ο ύπνος. Σε έντονη υπερδιέγερση
ανοίγω την πρώτη τσάντα, τραβάω έξω τον πρώτο δίσκο, το πικάπ ξεκινάει τις βόλτες
του κι εγώ απολαμβάνω τους Mecano.
Όταν μετά από ώρα - κι ενώ η έξαψη παρέμενε στα κόκκινα - η εξάντληση μιας γεμάτης μέρας με έριξε νοκ άουτ κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα πως άκουγα δίσκους.
#
Μυρμήγκια μπαινοβγαίνουν από προχθές στο πληκτρολόγιό μου. Καθώς είμαι 100% νηφάλιος και τα ευγενήκατά τ' άλλα έντομα δεν είναι παραισθήσεις νομίζω πως ήρθε η ώρα να καθαρίσω το σπίτι.
1985. Επί καθεστώτος Ζιβκοβ στην κουμμουνιστική τότε Βουλγαρια. Ταξίδι με πούλμαν, Το παρθενικό μου στο εξωτερικό, φυσικά με όλη την οικογένεια. Σόφια, Μπλαγκόεβγκραντ, Φιλιππούπολη. Η συνολική εικόνα εκείνου του ταξιδιού αποσυντίθεται οπότε στο μυαλό μου τριγυρίζουν πλέον σε επιμέρους παραστάσεις από
τη μουρμούρα για το ποιος θα κάτσει 'παράθυρο', τη μακρόσυρτη διαδρομή όπου αρκούσε ένας να ζητήσει ντροπαλά στάση για κατούρημα προκειμένου να ξεχυθούν όλοι – μα όλοι - οι επιβάτες προς ανακούφισή τους στα γύρω δάση, τις γιγάντιες συνεχόμενες πολυκατοικίες των προαστίων της πρωτεύουσας, τους μαυραγορίτες που αντάλλασαν δολάρια με λέβα σε καλύτερες ισοτιμίες (όσοι τουλάχιστον δεν έκρυβαν λευκά χαρτιά ανάμεσα στα χαρτονομίσματα) από τις τράπεζες σε κάθε γωνία των δρόμων, τα τεραστίων διαστάσεων πάρκα με τους ατέλειωτους ανθώνες σε πολύχρωμους σχηματισμούς, τις γούνες που ψώνισαν σχεδόν όλες οι γυναίκες του πούλμαν και τα ξυλόγλυπτα μικροαντικείμενα (φλογέρες, σπιρτοθήκες κλπ) που προμηθεύτηκαν - άγνωστο γιατί - οι άρρενες συνεπιβάτες, το μαυσωλείο του Γκεόργκι Ντιμιτρώφ με τον ίδιο να αναπαύεται βαλσαμωμένος αλά Λένιν στο ψύχος της κεντρικής αίθουσας, τα ελάχιστα αυτοκίνητα στους τεράστιους δρόμους, Zastava τα περισσότερα, το χορό της κοιλιάς ενός μπαλλέτου στη ντισκοτέκ του ξενοδοχείου, το κόκκινο walkman που μου κρατούσε συντροφιά με Eurythmics και Thompson Twins γλιτώνοντάς με - τουλάχιστον για όσο κρατούσουν οι μπαταρίες του – από Πάριους και Μαρινέλλες και ένα υπέροχο τυρί που σερβιριζόταν παντού, άσπρο σαν τη δική μας φέτα αλλά 100 φορές καλύτερο!
Τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, παρότι μια θεωρητική νοητή γραμμή που διακόπτονταν από κάποιο πραγματικό τελωνείο, σηματοδοτούν παραδόξως την πλήρη αλλαγή του τοπίου με το που τα περνούσες
Από τα στεγνοβούνια με την ελάχιστη βλάστηση, τα χορτολίβαδα και τις εκτάσεις με τις χρυσοπράσινες ελιές( που καθόλου δεν εκτιμώ) της χώρας μας, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά βρίσκεσαι σε απέραντα ελατόδαση.
Χιλιόμετρα οδήγησης μέσα σε καταπράσινα βουνά με τα ξέφωτα - όπου αυτά υπάρχουν - να οδηγούν σε μικροχωριά με μιναρέδες στις πλατείες τους, σε λίμνες, σε χιονισμένες ανήλιαγες ανοιχτωσιές, σε μικρά καλλιεργούμενα λιβάδια και σε μια χωματερή σε μια των περιπτώσεων.
Τριάντα ακριβώς χρόνια αργότερα είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσ την παραπάνω διαπίστωση, όταν πριν καμιά δεκαριά περίπου ημέρες ξαναδιάβηκα τα συγκεκριμένα σύνορα.
Σε μια βιαστική διήμερη εκδρομή στη γείτονα χώρα με την καλή παρέα της Θεσσαλονίκης αυτή τη φορά, κατά τη διάρκεια της καθιερωμένης ετήσιας φιλοξενίας και παραμονής μας στην πόλη τους.
Διασχίζουμε το Πέτριτς. Είναι το πρώτο χωριό που συναντάμε αμέσως μετά τον Προμαχώνα και το ταξίδι μας γίνεται αυτοστιγμεί χρονικό. Αποκτούμε τις πρώτες μας εικόνες από τη δεκαετία του ’50 (που δε ζήσαμε).
Στις άκριες του χωριού υπάρχει ένας τσιγγάνικος μαχαλάς για τον οποίο και τι δε θα έδινα να ξεπερνούσα το φόβο μου και να σημείωνα καμιά τριακοσαριά απανωτά κλικ με τη φωτογραφική μου μηχανή. Αλλά όταν διασχίζεις το βαλκανικό αντίστοιχο του – κινηματογραφικού τουλάχιστον - Μπρονξ – φροντίζεις να περνάς απαρατήρητος και όχι να τραβάς φωτογραφίες τους δεκάδες κατοίκους που στέκονται και λιάζονται μπροστά από τα μισοερειπωμένα σπίτια με τα ξεραμένα δέντρα και τις κουρελούδες που κλείνουν τα ένα προς ένα σπασμένα τζάμια των παραθύρων.
Πρώτος σταθμός το Sandanski, το παλιομοδίτικο θέρετρο με τα ολοκαίνουρια ξενοδοχεία στον κεντρικό πεζόδρομο της οποίας αράζει η μισή βόρεια Ελλάδα για καφέ αφού φουλάρει τα ρεζερβουάρ λίγο πάνω από τα σύνορα.
Με βαρυκόκκαλα γυαλία ηλίου, δυτικοευρωπαϊκό αέρα στα μπατζάκια και ψώνια από διάσημους οίκους (αμφιβόλου όμως γνησιότητας) από τα τοπικά μαγαζιά παρά πόδας.
Οι μαγαζάτορες όλοι είναι δίγλωσσοι. Μιλούν απταίστως την ελληνική.
δίγλωσσες και οι επιγραφές
Εμείς σκοπεύουμε να βρούμε να αγοράσουμε κάνα μαγιώ, να ‘χουμε να βουτάμε σε όποια θερμά λουτρά, πηγές και ιαματικά νερά συναντήσουμε στο δρόμο μας όπως και στο σπα του ξενοδοχείου που θα διανυκτερεύσουμε.
το night club
Υποψιαζόμαστε γαρ πως η αδαμιαία περιβολή δε θα είναι τόσο αποδεκτή εδώ τουλάχιστον όσο ήταν στη Φινλανδία προ μηνών και είμαστε η παρέα που τσαλα-βουτάει όπου βρει.
Τελικά αγοράζω μόνο εγώ με 5 ευρώ καθώς είμαι ο μόνος που ξεπερνάει τη ντροπή του κολυμβητικού σλιπ. Θα δειχνω σα καλοζωισμένος ασπρουλός Ρώσος ολιγάρχης στις διακοπές του αλλά δε με νοιάζει τους λέω και γελάω. Τελικά φαινόμουν όντως έτσι.
Όπου και να κοιτάξεις, γαϊδούρια αλλά και τα άλογα σέρνουν κάρα. Είναι περίεργη η κατανομή του πλούτου στη χώρα.
Ακόμα και στις μεγαλύτερες πόλεις όπως διαπιστώσαμε αργότερα, στα φανάρια θα δεις σταματημένα αγώγια, κάρα φορτωμένα πραμάτειες και ανθρώπους να περιμένουν το πράσινο ανάμεσα σε Mercedes, Audi και BMW.
Στο δρόμο μαζεύουμε ένα ζευγάρι Πολωνών ωτοστοπατζήδων.
Τους αφήνουμε στο παραδοσιακό χωριό που έχουμε πρόχειρα προγραμματίσει να γευματίσουμε. Ο σερβιτόρος δε μιλά άλλη από τη μητρική του γώσσα, οι τρίγλωσσοι κατάλογοι βοηθούν την κατάσταση.
Το google translator έχει κάνει μέτρια δουλειά.
Το Βέλινγκραντ, ονομασμένο προς τιμή του Vela Peeva του κομμουνιστή παρτιζάνου του 2ου παγκόσμιου και ακτιβιστή του συνδικάτου των νεολαίων εργατών, είναι ο τελικός μας προορισμός.
Το βράδυ τα πάντα είναι κλειστά και σκοτεινά και δεν υπάρχει ψυχή στους δρόμους.
Αράζουμε σε ένα φωτεινό μπαρ/ζαχαροπλαστείο/εστιατόριο για το οποίο θα μονομαχούσαν ο Τζάρμους με τον Καουρισμάκι για το ποιος θα το πρωτοχρησιμοποιήσει σκηνικό σε ταινία του. Μπύρες, πίτσες, και ουίσκυ ενώ στην τηλεόραση που αντιλαλεί σε κάθε γωνιά του μαγαζιού τραγουδούν ένα σωρό πλουμιστοί διαγ(κ)ωνιζόμενοι στο «Βουλγαρία έχεις ταλέντο!»
ο ερειπωμένος σταθμός του τρένου
Μεγάλη πόλη, με αγέλαστους και σκυθρωπούς - πλην των απαραίτητων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν την γενική εντύπωση - κατοίκους, αφημένη στην τύχη της, σκονισμένη από το χρόνο που πάγωσε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Η θέα της πόλης από το δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Τα ξενοδοχεία στην άκρη της πόλης – σε ένα από αυτά μείναμε και εμείς - αν και δεν είναι αταίριαστα χτισμένα, επισημαίνουν με τη σχετική πολυτέλειά τους την κατήφεια της υπόλοιπης πόλης.
Ο μόνος Βούλγαρος που ανταποδίδει τον χαιρετισμό μου είναι τούτος ο μικρό ς της φωτογραφίας που δείχνει να βαριέται τη ζωή του όση ώρα οι ενήλικοι που τον συνοδεύουν είναι απασχολημένοι.
Το επόμενο πρωί μας βρίσκει στο κέντρο του Βέλινγκραντ που αυτή τη φορά έχει λίγο περισσότερο κόσμο.
Ίσως η καλυτερη φωτογραφία του ταξιδιού μου.
Η κυριλλική γραφή ανέαθεν με συνέπαιρνε ιδιαιτέρως οπότε τώρα που βρίσκω την ευκαιρία φωτογραφίζω κάμποσες πινακίδες που δεν ξέρω καν τι γράφουν.
"Εσύ στην προηγούμενη ζωή σου πρέπει να ήσουν Σλάβος", μου λέει ο Ν.
αυτοσχέδιο κατάστημα κινητής τηλεφωνίας
Εγώ, σκασμένος που δεν εντόπισα το γκρεμισμένο κλάμπ που είχα δει την προηγούμενη και υπολόγιζα από βραδύς να φωτογραφήσω με πρωινό φως, εγκαταλείπω τους υπόλοιπους στο καφέ και βολτάρω για λίγο στην ...εμπορική πλευρά της πόλης.
Σα να έχει πέσει ο μεγάλος θανατικός, σε κάθε σημείο της πόλης, καρφιτσωμένα σε δέντρα, κολλημένα σε τοίχους και αναρτημένα σε αυλόπορτες υπάρχουν πολλές δεκάδες αφισάκια με φωτογραφίες νεκρών κατοίκων της πόλης.
Ίσως να είναι έθιμο για το Πάσχα σκέφτομαι, για να τιμήσει κάθε σπίτι τους νεκρούς του. Δε μπορεί να πέθαναν όλοι ταυτόχρονα.
Ο γυρισμός μέσα από τα δάση, από άλλη διαδρομή αυτή τη φορά, αλλά πάλι μέσα από την οροσειρά της Ροδόπης είναι ταυτόχρονα απολαυστικός αλλα και κουραστικός λόγω των χιλιομέτρων φαγωμένης ασφάλτου στους βουλγάρικους δρόμους.
Στάση για φαγητό στο Hadzhidimovo, Κι εδώ κυριαρχεί η ίδια εγκατάλειψη. Ένας χαμογελαστός κύριος μας εξηγεί στη γλώσσα του πως θα βρούμε το μοναδικό εστιατόριο. Τελικά κι αφού βλέπει πως δε χαμπαριάζουμε γρι, φωνάζει τη μαγείρισα του εστιατορίου που μένει εκεί κοντά, την επιβιβάζουμε στο αμάξι και μας δείχνει το δρόμο εκείνη.
Μην καπνίζεις έξω, οι Βουλγαροι κι οι Ελληνες δεν έχουμε πρόβλημα. Μόνο οι Γερμανοί έχουν μου λέει καλοσυνάτα ο εστιάτορας/ξενοδόχος (στη γλώσσα του κι αυτός αλλά το κατάλαβα) όταν με βλέπει να κατευθύνομαι στην αυλή του μαγαζιού που συνορεύει με το πάρκο της μικρής πόλης για να καπνίσω.
Βγαίνω έξω και πιάνω κουβέντα με τον αστυνομικό διευθυντή της μικρής πόλης. Με χειρονομίες και λίγες αγγλικές λέξεις που ξέρει μου εξιστορεί τα προβλήματαμε τους χρηματισμούς της τοπικής αστυνομίας, και της τοπικής πολιτικής εξουσίας ενώ δεν κρύβει το θαυμασμό του στην αντίστοιχη ελληνική. Ενθουσιασμένος από την γνωριμία φωνάζει και μου συστήνει τη γυναίκα του και τα δυο του μικρά κορίτσια.
Πίσω στο εστιατόριο με τις περίεργες τοιχογραφίες μας φέρνουν Κρητική ρακή άφθονη και κρητικό λάδι μόνο για μας σε αντίθεση με τα υπόλοιπα τραπέζια στα οποία αφήνουν ένα σχεδόν άχρωμο ηλιέλαιο.
Τη ρακή την αναλαμβάνω εγώ μιας και τόσο οι οδηγοί όσο και τα γυναικόπαιδα είναι φειδωλοί - και καλά κάνουν - στην κατανάλωσή της.
Γαλήνιος στη θέση του συνοδηγού ρίχνω κάτι τρικούβερτους ύπνους μέχρι τα σύνορα