Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραστάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραστάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Οκτωβρίου 2016

τρεις νάνοι απ' την Αγκούζα, ένα βινύλιο και δυο σουβλάκια


Μάζεψαν τις βαλίτσες τους, πακέταραν τα όργανά τους κι έπειτα ο καθένας κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός του. Οι τρεις άντρες συναντήθηκαν έξω από την πυλωτή της πολυκατοικίας της Αγκούζα στο Κάιρο και πιθανότατα να σταμάτησαν το πρώτο διερχόμενο ταξί που είδαν μπροστά τους. Στο αεροδρόμιο, είπε στον ταξιτζή εκείνος που έκατσε στο μπροστινό κάθισμα.

Λίγες ώρες αργότερα οι Dwarfs of East Aguza βρίσκονταν στην Αθήνα, στη μικρή αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. 

Στη μάλλον free jazz με αραβικά στοιχεία αυτοσχεδιαστική εμφάνιση του, ο κ. Alan Bishop με τους δύο συνένοικους και μουσικούς του συνοδοιπόρους (τον Sam Shalabi στην ηλεκτακουστική και τον Maurice Louca στα πλήκτρα ) διέψευσε εντελώς τις προσδοκίες μου για ένα συναρπαστικό και πολλά υποσχόμενο μουσικό συμβάν. 

Δέν είναι πως περίμενα να ακούσω τίποτα από το μουσικό του παρελθόν, τόσο το μακρινό με τους Sun City Girls όσο και εκείνο το εγγύτερο των Invisible Hands, αλλά να: ένα ταξίμι αρχικά αλλά και κάποια περάσματα στο hammond στη συνέχεια παρότι ήχησαν ευχάριστα στ' αυτιά μου δεν ήταν αρκετά για να με κρατήσουν ενεργό ως ακροατή που αν μη τι άλλο απροετοίμαστος δεν είχε βρεθεί εκεί. 

Όταν έφτασα σπίτι κρατούσα το καινούριο βινύλιο του Κ.Β. στο χέρι και ήταν αυτό και τα δυο σουβλάκια που φάγαμε στη Φωκίωνος Νέγρη ό,τι άφησε στη μνήμη η βραδιά. 


Αυτά.

8 Ιουνίου 2016

PJ Harvey, Brian Jonestown Massacre, Slowdive: ιστορίες για ηλεκτρικούς έρωτες, ψυχεδέλεια και σουβλάκια

Ανέκαθεν συμπαθείς μα λίγο ψιλοαδιάφοροι οι Βρετανοί Slowdive στα αυτιά μου. Από εκείνα τα συγκροτήματα μιας ανθίζουσας σκηνής (της shoegaze/dream pop των early 90s στην προκειμένη) που συμπληρώνουν το μουσικό της τοπίο, προσφέρουν τα τραγούδια τους στα μέσα της πρώτης πλευράς κάποιας κασετοσυλλογής αλλά ποτέ δε σε κάνουν να εξανίστασαι και να αναφωνείς «Γιατί ρε γαμώτο αυτή η μπαντάρα δεν έγινε μεγάλη και τρανή;» μες την τσαντίλα.

Κάπως έτσι θα ξεκινούσα την όποια αναφορά μου στους Βρετανούς Slowdive από τις αρχές της δεκαετίας του 90 και μέχρι εχθές που τους είδα να παίζουν ζωντανά στο νεοσύστατο Release Festival. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

Slowdive
Η χθεσινή ήταν μια πολύ καλή συναυλιακή μέρα για μένα, - πιστεύω και για πολλούς άλλους από εμάς - μιας και ήταν εκεί όλοι οι ευφρόσυνοι παράγοντες ενός πετυχημένου φεστιβάλ. Σασπένς για το αν τελικά θα πραγματοποιηθεί λόγω του άστατου και συχνά παράδοξα καταρρακτώδους για θέρος καιρού, σχεδόν εφηβικός προεόρτιος ενθουσιασμός, συνεννοήσεις επί συνεννοήσεων για την διακομιδή και την τελική συνάντηση, φίλοι, πάρα πολλοί φίλοι κι ακόμα περισσότερες εστίες καλών γνωστών διάσπαρτων στο τερέν της πλατείας Νερού (η οποία ευτυχώς δεν δικαίωσε το όνομά της), αλκοόλ σε …ωραίες ποσότητες, άφθονες μπύρες, τσίπουρα και τεκίλες (και μια σοκολάτα υγείας πορτοκάλι να διορθώνει κάθε τόσο τη γεύση), άρτια διοργάνωση με προσεγμένες λεπτομέρειες (ευχαριστήθηκα πολύ το εν είδη εισιτηρίου flyer που μοιράστηκε αναμνηστικά και σε αντικατάσταση των μπακαλοαποδείξεων που θεωρούνται σήμερα εισιτήρια), συζητήσεις με άγνωστους και ευγενείς ανθρώπους (Ναι, οι BEAK είναι μεγάλη μπάντα), επανασύνδεση με φίλους μας που ταξίδεψαν χιλιόμετρα για τις κοινές μας μουσικές αγάπες αλλά και με άλλους, ξεχασμένους, από τα παλιά (αλλά κι με έναν που παρότι με φίλησε και με αγκάλιασε και μιλήσαμε και κάνα πεντάλεπτο δεν κατάφερα να θυμηθώ αν τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου), όμορφο πλήθος συνθεατών, θα ‘λεγα συνομήλικων αν κρίνω και από το ισοϋψές ανάστημα των περισσότερων, εύκολη οπτική πρόσβαση στη σκηνή, συναίσθημα και φυσικά γενναίες δόσεις καλής μουσικής. 


Τους Noise Figures τους είχαμε από χέρι χαμένους, δουλεύαμε οι περισσότεροι ακόμα τη στιγμή που θα ανέβαιναν στη σκηνή, η τεράστια όμως κίνηση στη Βασ. Σοφίας και τη Συγγρού μας στέρησε την ικανοποίηση να ακούσουμε και τους Closer. Ήταν όμως ο μακρινός βόμβος του μπάσου τους που μας προσανατόλισε στην πορεία μας προς το συναυλιακό χώρο, δυο τρεις νότες προλάβαμε να ακούσουμε όλες κι όλες από το τελευταίο τους τραγούδι και τον αποχαιρετισμό τους.

Slowdive

Μπύρες, καλή διάθεση, δροσερό παραθαλάσσιο απόγευμα και Slowdive. Νομίζω ήταν οι μνήμες της παρατεταμένης εφηβείας των 20something που με ανατρίχιασαν ίσως ακόμα περισσότερο και από την ίδια τη μουσική τους. Προσηλωμένος στην πρώτη-πρώτη σειρά, στην ελάχιστη απόσταση από το τοτέμ των τεράστιων ηχητικών εγκαταστάσεων κλείνω τα μάτια (δε χάνεις τίποτα από την αντιηρωική σκηνικά τους παρουσία) και στροβιλίζομαι χαοτικά ακίνητος στον μακρόσυρτο ελεγειακά θορυβώδη ήχο τους και τα 23 μου χρόνια. 

Catch the Breeze και το στήθος μου δονείται και συντονίζεται στον όγκο των ηχητικών κυμάτων της μουσικής. Μεγάλη απόλαυση· η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. 

αυτά έπαιξαν οι Slowdive

BJM

Κι έπειτα βγήκαν οι Brian Jonestown Massacre. 
Ο Anton Newcomb και η παρέα του οι οποίοι προς τιμήν τους παρακολούθησαν ολόκληρο το set των Slowdive με κατανυκτική προσήλωση από τα πρανή της σκηνής. 

Brian Jonestown Massacre
Πρώτη φορά ντυμένος στα λευκά, πολύ σπάνιο αυτό, μου λέει ο Antony K στα δεξιά μου, ο ειδικός Brianjonestownmassacroλόγος της παρέας απαριθμώντας μου τα ονόματα των μελών της μπάντας, επισημαίνοντάς μου τις 2 απουσίες των (δε θυμάμαι ποιων) καθώς και την έκτακτη συνδρομή του κιθαρίστα των Dead Skeletons στο ρόστερ της μπάντας. 

Με φόρα από το shoegaze παρελθόν τους στην απόλυτα ψυχεδελική αισθητική που τιμούν σήμερα, καταλαμβάνουν τη νύχτα ικανοποιώντας νομίζω με τις επιλογές τους το όλο και αυξανόμενο ελληνικό κοινό.


Ικανοποιώντας και με το παραπάνω και τα δικά μου αυτιά μεν, μην καταφέρνοντας όμως να με κάνουν να μετανιώσω (παρόλο που θα το ήθελα) που την προηγούμενη φορά που εμφανίστηκαν στην Αθήνα προτίμησα τις αγκαλιές των Of Montreal αντί των δικών τους που έπαιζαν την ίδια ημέρα. Vad hands med dem, Pish, Leave it Alone, Days Weeks & Moths, Disappoint(?), Anemone μερικά από τα τραγούδια που έπαιξαν (και δε νομίζω πως χρειάζεται να αναφέρω ξανά ποιανών συνδρομή χρειάστηκα για την καταγραφή τους).

PJH


Let England Ssake

Για την εμφάνιση της PJ Harvey τώρα τι να σου πω; Έχω την εντύπωση πως είναι μια από τις καλύτερες συναυλίες που έχω δει ποτέ κι αυτό το προσυπογράφω στην ιστορία μου δίχως ίχνος υποκειμενικότητας μιας και ποτέ στο παρελθόν δεν έχω δηλώσει ο μέγας των φανατικών. 


Σκέφτομαι, αν την πω Ιέρεια θα κατηγορηθώ για χρήση στερεότυπων αλλά παρόλα αυτά δεν μπορεί κανείς να την χαρακτηρίσει αλλιώς. Δεν γίνεται. Η ουσία του ροκ εν ρολ συγχωνευμένη σε μία γυναίκα είναι γεγονός: η ένταση, η θεατρικότητα, τα πιστεύω και τα βιώματα, η λαγνεία και το σεξ, η συγκίνηση, ο ιδρώτας του δεινού χορευτή και το σπάραγμά του, ο ηλεκτρισμός, το ταξίδι και ο σκοπός, το πνεύμα της Patti Smith, η απίστευτη φωνή και ο χειρισμός της, οι καταραμένοι έρωτες, ο μυστικισμός της Diamanda Galas, η απώλεια και η ευτυχία μα προπάντων οι ίδιες οι συνθέσεις καθαυτές δίπλα στο συγκρότημά της, αυτόν τον αιώνια αγέραστο ανθό μιας άλλοτε νεολαίας που κάποτε άλλαζε με τον τρόπο του τον ρου της μουσικής ιστορίας, του John Parish και του Mick Harvey (!!!) συμπεριλαμβανομένων. Απλά πράγματα.

PJ Harvey & band


κι αυτά τραγούδησε η Polly

Στο after party που δόθηκε κάπου στα βάθη των Πατησίων, όσοι δεν έπρεπε να ξυπνήσουν από τα χαράματα για τις δουλειές της επομένης, τιμήσαμε τη δυνατή μουσική και το αλκοόλ μέχρι πρωίας.

Πάμε για άλλα!


13 Απριλίου 2016

Τρίτη βράδυ στους Ought ως όφειλα

«Θα το μετανιώσεις άσχημα αν δεν πας lem», είπα στον κακοδιάθετο εαυτό μου σε μια από τις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας. «Μα θέλω να κάτσω σπίτι και να οικτίρω τον εαυτό μου που ….», απάντησα αλλά δεν έπεισα κανένα μας πως αυτό ήταν που πράγματι ήθελα να κάνω.

«ΘΑ ΠΑΣ!» μου είπα. «Δεν έχει μα και μου…»

Σε κάτι τέτοιες διαφωνίες συνήθως υποκύπτω κι έτσι, έστω και το πρωινό της τελευταίας ημέρας, ξέκλεψα χρόνο από τις δεκάδες, διόλου ασήμαντες δουλειές που μου είχα φορτώσει εν είδη εργασιοθεραπείας (και τις οποίες αμελούσα εσκεμμένα από καιρό) και κατέβηκα στο κέντρο της πόλης.

Δύο εισιτήρια για τους Ought μου δίνετε; απευθύνθηκα ευγενέστατα στην ταμία του πάνω ορόφου κι εκείνη δεν μου τα αρνήθηκε.

Ought (φωτ. Νεκ)

Έτσι λίγες ώρες αργότερα, Τρίτη βράδυ, με τις 2 χαζο-αποδείξεις αντί εισιτηρίων στα χέρια βρέθηκα με τον Ν. στο Αν Club. Για τη συναυλία των Ought ως όφειλα.

Στον αραιό ακόμα κόσμο του Αν, αρχικά μας συστήθηκαν οι εγχώριοι The Cave Children. Τουλάχιστον σε εμένα που σαν όνομα μπορεί να τους γνώριζα, δεν θυμάμαι όμως αν είχα ξανακούσει συνειδητά μέχρι εχθές δείγματα των ηχογραφήσεών τους.

οι Cave Children (φωτ. Νεκ)

Ποπ – με την ευρεία έννοια - ψυχεδέλεια είναι ο στόχος προς τον οποίο κινείται η μπάντα. Και εν μέρει πιστεύω τον πετυχαίνουν. Εκείνο το SydBarrett-ικό τραγούδι (μη με ρωτάς για τίτλο, δεν το έχω αποκρυπτογραφήσει ακόμα) για παράδειγμα, με έβαλε έστω και στιγμιαία 100% μέσα στο όχημά τους. Όμορφες μελωδίες, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εκφορά των φωνητικών στα θετικά· τους στίχους δεν κατάφερα να τους διακρίνω, μιας κι ο ήχος του Αν ήταν ο παραδοσιακός ήχος του Αν. Η μάλλον άχαρη σκηνική τους παρουσία και κάποια χαρντ ροκ/progressive περάσματα που έκαναν στα αρνητικά. Τουλάχιστον για τα τελευταία πιθανολογώ πως χρειάζεται μια κάποια άλλη προσέγγιση από το ίδιο το συγκρότημα: να μην ακούγονται για παράδειγμα σαν μπάντα που διασκευάζει Deep Purple τις στιγμές που (εικάζω πως) επιδιώκουν τον baroque pop, βαρύ κι ασήκωτο ψυχεδελικό ήχο των πάλαι ποτέ Vanilla Fudge. Το άλμπουμ τους με διαβεβαίωσαν όσοι παρευρισκόμενοι το είχαν ακούσει είναι πάρα πολύ καλό οπότε το βάζω κι εγώ στο want list μου.

Απελευθερωμένος από την υποχρέωση της φωτογράφησης (χάλασε η φωτογραφική μου μηχανή προ εβδομάδος· ήταν που ήταν δανεική έγινε και αγύριστη) .

οι Ought επί τω έργω (φωτ. Νεκ)

Μεγάλη μπάντα οι Ought! Χαρισματικός ο frontman τους o Tim Darcy Το οποίο δεν θα έλεγε και τίποτα από μόνο του αν δεν είχαν και στις αποσκευές τους και σπουδαία τραγούδια. Post punk στα καλύτερά του. Για να μιλήσουμε λίγο με στερεότυπα (τα οποία ενίοτε βοηθούν τα μάλα στη καταγραφή μιας συναυλιακής εξόδου) τα πνεύματα τόσο του Tom Verlaine και των λοιπών Television όσο και του Mark E. Smith (The Fall) ήταν πανταχού παρόντα εχθές το βράδυ.

Κατοικοέδρευαν στο μυαλό των Ought, ξεχείλιζαν σαν λέξεις από το στόμα του ψιλόλιγνου Tim που παλλόταν σαν άλλος David Byrne, δονούσαν το μπάσο του Ben και τα τύμπανα του αλλόκοτα χαρούμενου Tim· κι έπειτα σε έναν συναρπαστικό σφιχτό εναγκαλισμό με την οξύνοια της μουσικής της ίδιας της μπάντας ξεχύνονταν προς όσους από εμάς γεμίσαμε τα 2/3 του Αν. 

Οught (φωτ. Νεκ.)
Ήμασταν πολλοί (σχεδόν όλοι γνωστοί) που απολαύσαμε τον απόλυτο post punk ήχο των Ought, όχι όσοι περίμενα όμως· λιγότεροι. Στο setlist το Pleasant Heart ήταν εκεί, το ίδιο φυσικά και το New Calm όπως και τα Men for miles, Beautiful blue sky, The weather song.

το setlist (φωτ. Μιχάλης Κουρής)

Τη φανέλα μπορεί να μην την ίδρωσα αλλά έμεινα 100% ικανοποιημένος από το χθεσινό λάιβ· μπορώ να πω με σιγουριά πως μια δυο φορές ξεχάστηκα εντελώς (κι αυτό είναι κατόρθωμα τη σήμερον) από την εκτός συναυλιακού χώρου καθημερινότητα μου, την κούραση που με βαραίνει, το 2016, ακόμα και την ηλικία μου.

Λίγο πριν φύγω  αγόρασα και το τελευταίο τους 10 ιντσο σινγκλ από το μάλλον φτωχό merchandise τους.

υγ. Ελλείψει οπτικοκουστικού υλικού, θα μπορούσες να τσεκάρεις μια παλιότερη  studio/live εμφάνισή τους εδώ:


21 Σεπτεμβρίου 2015

οι Parquet Courts και άλλες ιστορίες από το Σαββατοκύριακο


Αργοπορημένος ξυπνάω για την Κυριακάτική μου εξόρμηση στα παζάρια. Λίγα λεπτά της ώρας και μερικές χιλιάδες λεπτά του ευρώ με χώρισαν αμετάκλητα από μια αγκαλιά δίσκους που ορέχτηκα πρωινιάτικα αλλά δε σκάω κιόλας. Είμαι ξενύχτης και το δείχνω, οι χθεσινοβραδινές τοξίνες εναντιώνονται στα πόδια μου τα οποία δεν υπακούουν αδιαμαρτύρητα.

Τελικά δε μου έκλεψαν τη φωτογραφική μηχανή μέσα από την τσάντα – θεία Δίκη το σκεφτόμουν για μια πρόσφατη αλητεία μου – την είχα κοιμισμένα ξεχάσει σπίτι. Ίσως έπαιξε ρόλο που εντωμεταξύ έλαβα και μια Άφεση Αμαρτιών και έτσι τα στιγμιότυπα από το προηγούμενο βράδυ θα μπορούσαν να δημοσιευτούν τελικά εδώ.. 

Σάββατο βράδυ στα Εξάρχεια, καθισμένοι με τη Β. σε ένα βρωμερό πεζούλι της πλατείας, τα λέμε με μια μπύρα από το περίπτερο στο χέρι, λίγο μόνο νωρίτερα πριν χωθούμε στα άδυτα υπόγεια του Αν club. Δυο μόλις λεπτά πριν οι παντελώς άγνωστοί μου, δικοί μας Nerrves ανεβαίνουν στη σκηνή. 

The Nerrves

Ενθουσιασμένος με το σχεδόν μονόριφο, τριαντάλεπτο σετ τους, πιάνω τον εαυτό μου να καμαρώνει τόσο τον garage punk ήχο όσο και την αντιηρωική σκηνική παρουσία μιας ακόμη καινούριας μπάντας από την ακμάζουσα νέα ελληνική σκηνή. Δεμένος ήχος, θετικότατη διάθεση, εντυπωσιακό το να βλέπεις τον ντράμερ ενός συγκροτήματος να εκτελεί και χρέη βασικού τραγουδιστή – ιδιαίτερα όταν τόσο ο ρυθμός στα τύμπανα όσο και η εκφορά των στίχων είναι καταιγιστικά –, ακόμα μία μπύρα, κρίμα που τους παρακολούθησαν σχετικά λίγοι θεατές. 

Ok, θα στο κρατήσω εγώ εδώ, πες μου το όνομά σου να το σημειώσω και το παίρνεις στο τέλος της συναυλίας μου λέει βιαστικά ο Sean μιας και σε λίγα λεπτά πρέπει να πάρει το μπάσο του και να ανέβει στη σκηνή. 

Η τετραμελής μππάντα από το Brooklyn της Νέας Υόρκης, οι Parquet Courts – γιατί περί αυτών ο λόγος -, έπαιξαν ένα από τα πειστικότερα live που έχω δει τη φετινή χρονιά. Εύγε!

Parquet Courts

Το διόλου μυστικό συστατικό του δικού τους μουσικού τάλαντου ήταν ασφαλώς η αιχμή του δόρατος της χθεσινής τους εμφάνισης . Κι έπειτα όλα τα υπόλοιπα συστατικά, απολαυστικά κατεργασμένα και στις ενδεδειγμένες δόσεις κατευθείαν από την παρακαταθήκη της αμερικάνικης ροκ κληρονομιάς: Το proto-punk του Jonathan Richman τον καιρό που έπαιζε με τους Modern Lovers,η κολλεγιακή ανεμελιά των Feelies, η αφέλεια και η ενέργεια των Ramones, ο αστικός θόρυβος των Velvet Underground, η paisley των Dream Syndicate, τα sixties και το post punk των Savage Republic

Κι εμείς χορεύαμε μέσα στο μισοάδειο ΑΝ, και πίναμε μπύρες και ευχαριστιόμασταν τεντώνοντας τα πόδια μας στους καναπέδες του ακατανοήτως μισογεμάτου ΑΝ club, ξορκίζοντας τις γκρι σκοτούρες μας για 90 λεπτά, ευλογημένοι από την ξαφνική μας διάθεση για ετούτη την κάθοδο στο κέντρο.

Tη συναυλία έκλεισαν με αυτο υπεραγαπημένο anthem:


Καληνύχτισα με ένα σουβλάκι και 2 επτάιντσα στο χέρι.

Κι έπειτα, την άλλη μέρα, ιδιαίτερα αφού επανασυνδέθηκα με τη φωτογραφική μου (;) μηχανή, ένιωθα μια χαρά - παρότι πονούσα ολόκληρος από την έλλειψη ύπνου – που ο πρωθυπουργός της χώρας μου δε θα ‘χε μαγκίτικο μουστάκι ταξιτζή.

16 Σεπτεμβρίου 2015

prima donna ή όταν πήγα να δω ξανά τον Rufus




Το ότι είχα ξεχάσει να πάρω παυσίπονο δεν ήταν ο βασικός λόγος που βαθμολογώ τη χθεσινή εμφάνιση του Rufus ως μέτρια. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τον Rufus Wainwright τον είχα ξαναδεί στο Λυκαβηττό προ 5ετίας μια βραδιά Ιουνίου έπειτα από το Athens Pride της τότε χρονιάς. Θυμάμαι πως είχα πάει με το ζόρι, σχεδόν με είχαν σύρει, και ευτυχώς που είχε γίνει έτσι γιατί το στραπάτσο από τη γνωριμία μου με τη μουσική και τη φωνή του ήταν μεγάλο καθώς μου είχε ενθουσιωδώς αποστομώσει κάθε ατάκα του τύπου «Πολύ φλώρικη μουσική για τα αυτιά μου». Έκτοτε πάντα απολάμβανα σε ενδεδειγμένες χρονικές στιγμές τις ακροάσεις των καινούριων του δίσκων. 

Κάτι σα συμπαντική συνωμοσία ήσσονος σημασίας που επισφραγίστηκε με ένα φθηνό εισιτήριο των 10 ευρώ ήταν εκείνο το σερί γεγονότων που με έστειλε εχθές να τον ξανασυναντήσω στο Ηρώδειο. Και να προτιμήσω την εμφάνισή του από εκείνη της Angel Olsen που είχα σταμπάρει από καιρό.

Το βαγόνι του μετρό που κατευθυνόταν στο σταθμό Ακρόπολη ήταν γεμάτο από κόσμο που φωσφόριζε από μακριά πως ο τελικός του προορισμός ήταν ο ίδιος με τον δικό μου (εμένα από την άλλη, δε νομίζω πως κανείς θα ορκιζόταν άφοβα πως θα μουν συθεατής του). 

QUIZ: Βρες τον Rufus (η λύση παρακάτω)

Στο Ηρώδειο και στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών η παράσταση χωριζόταν σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, το κατάμεστο θέατρο – ανάμεσά μας και ο ίδιος ο συνθέτης και τραγουδοποιός με τον σύζυγό του - , παρακολουθήσαμε μια «οπτικοποιημένη» εκδοχή της πρώτης του όπερας με τον τίτλο Prima Donna, εμπνευσμένη από μια σειρά συνεντεύξεων που είχε δώσει στο παρελθόν η αξεπέραστη ντίβα της όπερας Μαρία Κάλλας, μιλώντας για το ρόλο της ως πρίμαντονα, την δύναμη αλλά και την μοναξιά που κρύβει.

Ερμηνευτές, τρεις λυρικοί τραγουδιστές: οι σοπράνο Τσέλια Κοστέα και Βασιλική Καραγιάννη, και ο τενόρος Antonio Figueroa. Παράλληλα προβαλλόταν το φιλμ με εικόνες της Κάλλας του Φρ.Βετζόλι.

Δεν μπορώ να πω πως δεν κατάλαβα τίποτα (όπως μιαν άλλη φορά που είχα βρεθεί στον ίδιο χώρο για κάποια όπερα του Βέρντι – τρομάρα μου - ), οι υπέρτιτλοι μια χαρά έκαναν τη δουλειά τους μεταφράζοντας τα λεγόμενα. Είναι η αδυναμία μου να μπω στην ψυχολογία αυτού του μουσικού είδους, να με αγγίξει ο λόγος ύπαρξής του, να ανατριχιάσω με τα τεκταινόμενα όσο σπαρακτικά κι αν είναι αυτά. Είναι η διαπίστωση πως όσον αφορά την όπερα είμαι ένας πραγματικός Βάρβαρος που δεινοπαθεί μέχρι να τελειώσει το θέαμα, δυσκολεύεται να τοποθετήσει άχαρα το σώμα του σε θέση απόλαυσης στο στενό μαρμάρινο χώρο που του αναλογεί, που τρέμει να μη φανεί πως ο ξαφνικός του βήχας είναι αποτέλεσμα βαρεμάρας, που μετρά το χρόνο τρώγοντας κουλουράκια αθόρυβα ή συντονίζοντας το ξεφλούδισμα φυστικιών Αιγίνης (τα Cassius τέλειωσαν νωρίς) με τα κύμβαλα προκειμένου να μην προκαλέσει την οργή των γύρω του και την προσοχή της ταξιθέτριας και φάει ντισκαλιφιέ. 


Στο δεύτερο τώρα μέρος, εκείνο όπου ο Rufus θα τραγουδούσε τα δικά του τραγούδια ή κάποια από όσα αγαπάει, τα πράγματα βελτιώθηκαν μεν, αλλά ούτε τις παρυφές ενός ποθητού συναυλιακού ζενίθ δεν άγγιξα δε. Όμορφες οι επιλογές των τραγουδιών του προγράμματός του παρότι δεν έπαιξε το υπεραγαπημένο μου “Going to a town”, 


αλλά η σύμπραξη σε κάποια από αυτά με τους τρεις οπερετικούς τραγουδιστές αποδυνάμωσε κατά τη γνώμη μου τη βαρύτητα των συνθέσεών του ( Μου θύμισε εκείνη την εποχή στα τέλη των 90’s όπου τόσο η Καμπαγιέ όσο και ο Καρρέρας ή κυρίως ο Παβαρότι είχαν εισβάλλει στο ροκ mainstream εκτελώντας πάσης φύσεως ντουέτα με όλους τους τραγουδιστές.) 

Το ίδιο αχρείαστη και ακαταλαβίστικη μου φάνηκε και η παρουσία της Νένας Βενετσάνου που ερμήνευσε δυο τραγούδια μόνη της και το Anthem του Cohen μαζί με τον Rufus. Τι δουλειά είχε εκεί η Νένα δεν μπόρεσα να το αποκρυπτογραφήσω , η επιτηδευμένη νομίζω φωνητική της εμφάνιση με κλώτσησε μακρύτερα απ’ όσο είχα καταφέρει να πλησιάσω μέχρι εκείνη τη στιγμή την μελό αλλά και πολιτικοποιημένη τραγουδοποιία της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού αλλά τουλάχιστον το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" ήταν η ερμηνεία που με συγκίνησε περισσότερο εχθές το βράδυ.


Έπειτα μαζευτήκαμε και ήπιαμε (γενικώς) στο σπίτι της Μ για άλλη μια φορά μέχρι αργά το πρωί. Με θέα την Ακρόπολη στα 100 μέτρα και χωρίς να μας πάρει η Τροχαία τις πινακίδες αυτή τη φορά. 

Αυτά.

μπροστά από το κίτρινο πουκάμισο



12 Σεπτεμβρίου 2015

τα κρίνα και άλλες χθεσινές ιστορίες


Ωρα 5:00 μμ και με μια γεμάτη πλαστική τσάντα ανηφορίζω μέσα στον ήλιο το λόφο που με χωρίζει από τη στάση του λεωφορείου που θα με βγάλει στη Βικτώρια. Ο βραχύς βηματισμός μου δεν είναι επιλογή αποφυγής εγκεφαλικού ή καρδιακού επεισοδίου. Είναι η μάξιμουμ ισχύς που μπορώ να αποδώσω σε αυτές τις συνθήκες. 

Λίγο αργότερα μέσα στο λεωφορείο ένα παιδάκι καθισμένο απέναντί μου στην ποδιά της μητέρας του, με μια ολόδική του αλληλουχία κινήσεων των τριών πρώτων δακτύλων του δεξιού του χεριού (πάνω στο κούτελο, αριστερός ώμος, κάτω στην κοιλιά, δεξής ώμος) κάνει το σταυρό του κοιτάζοντάς με. 

Μου φαίνεται πως δε σας το μάθανε καλά στο νηπιαγωγείο, του λέει η μάνα του και το διορθώνει οδηγώντας του το χέρι στη σειρά των κινήσεων που πρέπει να κάνει ώστε να κάνει το σταυρό του και όχι το ρόμβο του. Το πιτσιρίκι – που δεν έχει σταματήσει λεπτό να με κοιτάζει - συνεχίζει να σταυροκοπιέται άναρχα κι όταν η μάνα του το ρωτάει τι το έπιασε ξαφνικά εκείνο με δείχνει με το δάχτυλο λέγοντας χωρίς ίχνος συνωμοτικότητας

Να! Σαν κι αυτόν είναι ο κύριος Χριστός που μας έδειξαν σήμερα.

Αν ο Χριστός ήταν ιδρωμένος με μούσια, γυαλιά και βερμούδα, 12 χρόνια μεγαλύτερος και κάμποσα κιλά βαρύτερος, ίσως ο πιτσιρικάς να έχει δίκιο. 

Στην πλατεία Βικτωρίας κανείς δε μιλάει γλώσσα την οποία να ομιλώ κι εγώ είμαι ψαρωμένος στο να βρω ικανό τρόπο συνεννόησης. Με τα πολλά, κι έχοντας αποτύχει στη διαλεκτική, κάθομαι σε ένα πεζούλι ανάμεσα στον πολύ κόσμο, βγάζω από την πλαστική τσάντα δυο πλήρεις αλλαξιές ρούχα, ένα μπουφάν κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και τα επιδεικνύω. Στα επόμενα 25 δευτερόλεπτα τρία “thank” ήχησαν στ’ αυτιά μου και μπροστά μου δεν υπήρχε τίποτα. 

Τα επόμενα τρία τέταρτα με βρήκαν να μελετάω μια δισκοθήκη σε ένα από τα πιο περίεργα σπίτια τα οποία έχω ποτέ επισκεφτεί. Η χαρακτηριστική ρυμοτομία που του προσέδιδε ένας ατέλειωτος διάδρομος ο οποίος κάποια στιγμή διακλαδιζόμενος αποκτούσε σχήμα καλλιγραφικού Υ με επτά - αν θυμάμαι καλά - μικρά δωματιάκια να εκβάλλουν σε αυτόν δεν ήταν το πιο παράξενο. Ούτε η βαριά του μυρωδιά κλεισούρας ή τα σημάδια λήξης μιας κάποτε ευημερούσας οικίας.

κάπως έτσι ήταν
Σε μισή ώρα πρέπει να είμαι στην Τεχνόπολη σκέφτομαι με μερικούς (ακόμα) δίσκους υπό μάλης.

Ωρα 8:02 μμ, Θέμα τύχης που έφτασα στην ώρα μου, μπουκάρω φουριόζος στο Γκάζι υπό τους ήχους του Black Limo. Συμπαρασύρομαι στις πρώτες δονήσεις με το νου μου στο κινητό καθώς η συνάντηση όλων θα γινόταν εντός του χώρου ο οποίος πλημμυρισμένος από αρκετές χιλιάδες κόσμου δε διευκόλυνε κανένα ραντεβού. Πόσω μάλλον όταν για να μη χάσω τους Drive επέλεξα να στείλω σε όλους το μήνυμα «Κάπου στα μισά της νοητής γραμμής που ενώνει το κόκκινο φουγάρο με το σβηστό γλόμπο στ αριστερά της σκηνής». 

Της χθεσινής συναυλίας δεν της πρέπει κριτική για τον ήχο ή την απόδοση των καλλιτεχνών μιας κι ήταν περισσότερο κάτι σα γιορτή παρά σαν ένα φεστιβάλ με μερικά από τα ονόματα με το μεγαλύτερο εκτόπισμα στην εγχώρια σκηνή. Μια γιορτή αγάπης (κι ας ακούγεται κάπως αυτό) και εξορκισμού της αρρώστιας. Προς τιμήν και προς αρωγή του Θάνου Ανεστόπουλου επαναδραστηριοποιήθηκαν τα Διάφανα Κρίνα και μαζί με τους ήταν οι Last Drive, ο Γιάννης Αγγελάκας, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο Σταύρος από τους Deus X Machina. 

" Και η αγάπη πάλι θα καλεί "/ Sold out για δεύτερη συνεχόμενη μέρα./

οι Last Drive με τον Σταύρο των Deus
Οι Drive με βαρύ ήχο κάποια στιγμή ακούγονται σαν τους Floyd στην Πομπηία. / Δεν ξέρω αν έχω δει το Γκάζι τόσο γεμάτο παρόλα αυτά Χωρίς ιδιαίτερο κόπο βρεθήκαμε όλοι σιγά-σιγά. / Με τον Σταύρο των Deus στα φωνητικά οι Last Drive παίζουν το Human Fly./ O Αγγελάκας με νέα μπάντα στη συνέχεια./ 



Το νέο του υλικό πρέπει να το ξανακούσω πριν εκφέρω γνώμη. / Αιρετικό, Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Σιγά μην φοβηθώ./ Κι έπειτα βγήκαν τα Κρίνα μέσα σε συγκινητικότατο ενθουσιασμό. Πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια./ Τα Διάφανα Κρίνα πρέπει να έμειναν στη σκηνή δυόμιση ώρες/ Η βαρύτονη φωνή του Ανεστόπουλου άψογη./ Βάλτε να Πιούμε. / Θέμεθλο - Σύμπραξη με τον Αλκίνοο επί σκηνής/ Όλα Αυτά Που Δεν θα δώ, Κυριακή Των Βαΐων, Μέρες Αργίας, 


Κλόουν Την Τετάρτη, Έγινε Η Απώλεια Συνήθειά Μας, Η Γιορτή, Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ'την κόλαση, Διάφανα κρίνα, Η μπαλαντα της φωτιας – Μουχλαλούδα, Παράξενα νέα από κάποιο άλλο άστρο, Κάθε τι που ανασαίνει, Μνήμες του νερού/ Αυτά που ξεχώρισα εγώ στην πρώτη και τελευταία (;) φορά που τους είδα ζωντανά./ Αν κάποιος φανατικός ακροατής από τους δεκάδες χιλιάδες πιστούς τους φαν επιχειρούσε να ανακαλέσει το setlist της εμφάνισης θεμιτότερο και ευκολότερο ίσως ήταν να καταγράψει τα τραγούδια που δεν έπαιξαν. / Μπύρες, πολλοί και καλοί φίλοι, ιδρώτας και εξάντληση δεν μου επέτρεψαν άλλες καταγραφές. Ξέρω μόνο ότι ήταν ένα ωραίοπ βράδυ. 







Περαστικά να είναι όλα Θάνο. 

3 Σεπτεμβρίου 2015

oi Chikn, οι Viet Cong κι ο αναπόφευκτος οργασμός

Αναμφισβήτητα κι από τη φύση του κάθε οργασμός είναι απολαυστικός. Και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τουλάχιστον στην προφανέστερη των σεξουαλικοτήτων, την ανδρική, καταφτάνει ως γλυκό επισφράγισμα των όποιων μεγάλων προσδοκιών. Είναι όμως πάντοτε καταπραϋντική και αξιομνημόνευτη μια τέτοια έκρηξη και μπορεί να σε κάνει πάντα να ξεχάσεις μια ομολογουμένως (για να μην πω πανθομολογουμένως) μέτρια προηγηθείσα συνεύρεση; Αυτό το ερώτημα με βασάνιζε φεύγοντας από την πολλά υποσχόμενη αρχικά συναυλία των Viet Cong την Τετάρτη το βράδυ στο 6 D.O.G.S.

Σαν nerd απόκληροι από πολύ νωρίς στο συναυλιακό χώρο, με τις δεύτερες μπύρες ανά χείρας (από περίπτερο οι πρώτες έχουν καταναλωθεί με θέα την Ακρόπολη στην πλατεία του Μοναστηρακίου) βρισκόμαστε χωμένοι σε συζητήσεις που δεν είναι της παρούσης. Με τις πρώτες νότες των Chkn παρεισφρέουμε κι εμείς μέσα στον 

Εύγε στους Chikn που έκλεψαν την παράσταση

Τους έλληνες Chkn τους είχα πάρει χαμπάρι προ διετίας χάρη στην εκπληκτική ηχογράφηση του Gift. Έκτοτε και μέχρι εχθές που τους είδα ζωντανά κι ανέβηκαν δέκα σκαλιά στην προσωπική μου κλίμακα εκτίμησης τους είχα χάσει. Να όμως που έστω και καθυστερημένα ήρθε η ώρα να τους προτείνω και μάλιστα ανεπιφύλακτα. Οι kraut ρυθμοί, οι διαστημικές φόρμες, οι φιλτραρισμένες δόσεις ψυχεδέλειας από τη λατινική Αμερική στα κρουστά και οι συγκινητικές για τα’ αυτιά μου παραμορφώσεις στις 2 κιθάρες που διαπερνούν τον ήχο της μπάντας μαζί και η ταυτόχρονα σεμνή μα καταιγιστική - ενίοτε σαν αρτιαφιχθείσα από προπερασμένες δεκαετίες σκηνική τους παρουσία με αφήνουν υπερευχαριστημένο, και έτοιμο για το κυρίως πιάτο του μενού.

Ή για να το πω αλλιώς και σύμφωνα με την εναρκτήρια της ανάρτησης παράγραφο, το set των Chkn ήταν τα προκαταρτικά μιας ερωτικής πράξης που ο καθένας φαντασιώνεται. 

Κι έπειτα ήρθαν οι Viet Cong

οι Viet Cong

Οι οποίοι στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας τους και καλωσορισμένοι τα μέγιστα από το παραδόξως (;) μεγάλο ελληνικό τους κοινό, θα μπορούσαν να δώσουν μια από τις καλύτερες συναυλίες της φετινής χρονιάς. Θα μπορούσαν να αφήσουν τον post punk ήχο τους να κατακλύσει τα αυτιά μας, να μας επανεισαγάγουν (όπως ήταν άλλωστε και το ζητούμενο) στην αστική μας χειμερινή παράνοια μετά από ένα καθόλα περίεργο καλοκαίρι με τον καλύτερο τρόπο. Δεν τους βγήκε όμως, δυστυχώς. 
Δεν μπόρεσαν, δεν ήθελαν, ή δεν τα κατάφεραν (δεδομένων και των τεχνικών δυσκολιών που έκοψαν το ούτως ή άλλως διεκπεραιωτικό live των Viet Cong στη μέση) παρότι εύκολα παρατηρούσες σε κάθε ψήγμα του καλού τους εαυτού την προσμονή και τον ενθουσιασμό στα μάτια και τα σώματα του κόσμου έτοιμα να διαχυθούν και να πυροδοτήσουν τη βραδιά. 

Αξιοπρόσεκτη η καλή διάθεση και το όμορφο κλίμα μεταξύ των συθεατών [ευχαριστούμε πολύ για το κέρασμα και την παρέα παιδιά] ήταν όμως η δαιμονισμένη δεκάλεπτη – και λίγο λέω - εκτέλεση του Death στο κλείσιμο της εμφάνισης που έσωσε την κατάσταση. Ένας πραγματικός οργασμός, αναγκαίος και αναπόφευκτος. Καλοδεχούμενος όμως παρότι σηματοδότησε μια μάλλον κακή συνεύρεση.


11 Μαΐου 2015

the Limiñanas: je t'aime... moi non plus


 Ο αξιότιμος κ Gainsbourg μπορεί να άφησε το μάταιο τούτο κόσμο κάποιο Σάββατο του 1991, το πνεύμα του όμως – και αυτό είναι σίγουρο– παρέμεινε στον κόσμο των ζωντανών. Και δεν υπάρχει τρανότερη απόδειξη αυτού του παράδοξου γεγονότος από την ίδια την ύπαρξη των Limiñanas, της μπάντας που σα στοιχειωμένη από το λάγνο πνεύμα του Serge, παίρνει φόρα και ταξιδεύει στο χωρόχρονο. Λικνίζεται στο swinging Paris, εκτινάσσεται ψυχεδελικά πάνω στους walls of sound της δεκαετίας του 60 και λίγο μόνο πριν προσγειωθεί στις πέριξ του παρόντος μέρες, προλαβαίνει να κάνει μια καθοριστική στάση στα 90’s πιστώνοντας έτσι το garage pop ήχο που αρέσκονται να παίζουν με το χαρακτηριστικό indie groove της εποχής. 

Με τούτον τον όχι ιδιαίτερα ευφάνταστο αλλά παρόλα αυτά ειλικρινή πρόλογο σκεφτόμουν από μέρες να ξεκινήσω την αναφορά μου για τη συναυλία των Limiñanas που θα παρακολουθούσα το βράδυ της Παρασκευής στο Fuzz. 

[ Μιας συναυλίας για την οποία σχεδόν ανυπομονούσα καθώς ως λάτρης της ιδιόρρυθμης Γαλλικής ποπ του εκλιπόντος Δασκάλου είχα εναποθέσει τα τελευταία χρόνια τις ελπίδες μου στους ταλαντούχους μαθητές. (Οι οποίοι παρεμπιπτόντως κυκλοφόρησαν φέτος τον πολύ καλό τέταρτο τους δίσκο σε συνεργασία με τον Pascal Comelade των πάλαι ποτέ Fall Of Saigon!)

The Limiñanas

Μιας συναυλίας που παρά το ραδιοφωνικό hype του συγκροτήματος αλλά και το λογικότατο εισιτήριο των 16 ευρώ δυστυχώς δε μάζεψε πολύ κόσμο αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο λίγοι – αριθμητικά - είμαστε οι παροικούντες το λεγόμενο ανεξάρτητο ήχο σ’ αυτήν την πόλη. 

Drunken Gramophone

Μιας συναυλιακής νύχτας που άνοιξε πολύ όμορφα με το σκοτεινό rock 'n' roll των δικών μας Drunken Gramophone (τους οποίους δεν είχα ακουστά αλλά υπόσχομαι να ψάξω παραπάνω), συνέχισε χωρίς περιττές καθυστερήσεις - αν και σχετικά μουδιασμένα στην αρχή – στο κυρίως πρόγραμμα με τη πενταμελή μπάντα της Marie και του Lio (φτυστός ο Georges Moustaki) Limiñana. 
Και που με το πέρασμα της ώρας και τον καταιγισμό των «χιτ» φάνηκε να ανεβάζει όλο και περισσότερο τη διάθεση τόσο του κοινού όσο και της ίδιας των Γάλλων μουσικών πάνω στη σκηνή. 

Μιας εμφάνισης στην οποία ακούστηκαν μεταξύ άλλων τα My Black Sabbath, Salvation, Crystal Anis, Votre coté yéyé m'emmerde, I miei occhi sono i tuoi occhi, Alicante, Liverpool. Je suis une go-go girl, DownUnderground, Trouble in Mind, The Darkside, I'm dead, Migas 2000 και η οποία στο τέλος της συγκέντρωσε πραγματικά υψηλότατες βαθμολογίες στο μικρό γκάλοπ που έκανα μεταξύ των πολλών φίλων και γνωστών που βρίσκονταν γύρω μου το βράδυ της Παρασκευής στο Fuzz ].

The Limiñanas

 Όμως – τουλάχιστον εγώ - δε μπορώ να τα υποστηρίξω σήμερα αυτά τα ένθερμα λόγια του προλόγου. Και τούτο διότι η εμφάνιση των αξιαγάπητων Γάλλων θα έλεγα πως με άφησε σχεδόν ασυγκίνητο. Να πλέω σε μια συναισθηματική κενότητα – πράγμα απευκταίο για τέτοιες περιστάσεις – και χωρίς ιδρωμένη τη φανέλα της συναυλιακής καλοπέρασης . Δε νομίζω πως μου έφταιξαν τα τραγούδια καθαυτά, ίσως περισσότερο η μονοδιάστατη ερμηνεία τους με κούρασε. Ακόμα και το κυρίαρχο σεξ στην περσόνα της Marie που κούρδισε κάμποσους θαυμαστές της, εμένα μου φάνηκε περισσότερο σα κακοφορεμένος ρόλος (Brigitte με το στανιό ένα πράγμα), χλιαρό και επιτηδευμένο. 

Τέλος απορώ κι εγώ πως μπορώ να ακούγομαι τόσο ξινός (έτσι νομίζω με αποκάλεσαν εχθές όταν έδωσα κι εγώ τη βαθμολογία μου - 5,5 -) έπειτα από ένα live όπου όλα τα σωστά συστατικά ήταν εκεί. Καλή παρέα, χαλαρός χώρος, πολύ καλό support, προσμονή, τα τραγούδια που ξέρεις, γυναικεία φωνητικά, φαζαριστές κιθάρες, γυναίκα ντράμερ, καλός ήχος, εξαερισμός σωστός, απρόσμενες συναντήσεις και φυσικά μπύρες. Κι όμως.

Χωρίς να καταλογίζω ουδεμία ευθύνη στο συγκρότημα - αντιθέτως -, συνειδητοποίησα πως μάλλον η μεταξύ μας χημεία υπήρξε ανύπαρκτη. Μου θύμισε το live των Salad το μακρινό 95 (?) στο Ρόδον ή εκείνη της πρώτης εμφάνισης των Allah-Las στη χώρα μας μόλις πριν από κάνα δυο χρόνια, μετά το πέρας της οποίας δεν ξανάβαλα το βινύλιό τους να γυρίσει ξανά στο πικάπ μου.
Παρόλα αυτά το βράδυ της Παρασκευής πέρασα καλά. Γιατί η ζωή δεν κρέμεται από μια συναυλία. 

25 Ιανουαρίου 2015

Low, μια μελαγχολική ανάταση

17 δευτερόλεπτα πριν

Οι άγαρμπες πτώσεις με τη μούρη στα χαμηλά, εκεί που βλέπεις από κοντά το αίμα να ανακατεύεται με τα δάκρυα και τις μύξες και η καρδιά αυξάνει επικίνδυνα το βήμα των τοιχωμάτων της σίγουρα δεν είναι το αγαπημένο μου σπορ. Πέρα απ’ όσους/ες έχουν υπεραναπτυγμένη την μαζοχιστική φύση τους - κι εγώ δε νομίζω να ανήκω σε αυτήν την κατηγορία -, εικάζω δεν είναι αγαπημένο άθλημα κανενός. Οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα έκανε τα πάντα προκειμένου να αποφύγει μια τέτοια πρόσκρουση και τις πονεμένες - ψυχή τε και σώματι - συνέπειές της. 

Σε τούτην όμως την παραβολική μου εισαγωγή, όλα – μα όλα - τα παραπάνω αναιρούνται στην περίπτωση που το ‘χαμηλά’ επιτυγχάνεται σε μια συναυλία των – όνομα και πράγμα – Low. 


Μιλάω για εκείνες τις στιγμές που οι σπαραξικάρδιοι κυκλωτικοί post rock ήχοι είναι  αν μη τι άλλο το ζητούμενο και η πρόσκρουση στους γεροχτισμένους τοίχους της υποτονικής μελαγχολίας η βαθύτερη επιθυμία. Τουλάχιστον για τους μυημένους αλλά και για εμένα που με καταλογίζω όψιμο (εν συγκρίσει με την 20ετή τους πορεία) ακροατή. 

Στην χθεσινή βραδιά, τη θορυβωδώς λυρική μουσική των Low, την συγκρατώ ως προσωπικό σάουντρακ όχι μόνο των τελευταίων ημερών αλλά σίγουρα και των αμέσως επόμενων. 

Παράδοξο αν σκεφτείς πως η πρώτη μου επαφή με τη μουσική των Low έγινε (υπό την παρότρυνση της φίλης Σ.) κάποιο θερμό μα ανέμελο πρωινό στην εξοχή μερικά καλοκαίρια πριν και η ταύτισή μου με αυτή ολοκληρώθηκε εν μέσω παγωμένου και βροχερού εντός και εκτός χειμώνα στην καρδιά της σκοτεινής πόλης. Η Σ. ήταν πάλι παρούσα στο χώρο κι αυτό ίσως βοήθησε την ομαλή θεώρηση της αντίστιξης.

Στο Fuzz έφτασα μόλις 6 λεπτά πριν την έναρξη του set Low. Δυστυχώς κάποιες χρονικές επιλογές μου, μού απαγόρευσαν τη θέαση των Kenny Freq της support μπάντας που άνοιγε το χθεσινό συναυλιακό γεγονός. Χαιρέτησα όσους γνωστούς συνάντησα, είπα μερικά «θα τα πούμε αργότερα» με τη μπύρα ανά χείρας, έστριψα το πρώτο τσιγάρο, όπλισα τη μηχανή κι ετοιμάστηκα να παρακολουθήσω το συγκρότημα για το οποίο κατηφόρισα την Πειραιώς με την καλύτερη παρέα: me, myself & I. 



Το τρίο των Αμερικανών Low, κατέθεσε αμίλητο τον υπνωτιστικό, μινιμαλιστικό του ήχο και κατάφερε να ανατριχιάσει – άραγε ευτυχία, μελαγχολία ή και τα δύο; - τον κόσμο που τους παρακολούθησε απόλυτα προσηλωμένος για 105 λεπτά. Κιθάρα, μπάσο, ντραμς, αντρικά και γυναικεία φωνητικά έχτισαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. 


Σήκωσα τη φωτογραφική να καταγράψω το δεύτερο τραγούδι του live, όποιο κι αν θα είναι αυτό. Ήμουν τυχερός γιατί στο σκληρό δίσκο της μηχανής μου ψηφιοποίησα το αγαπημένο Plastic cup από τον τελευταίο τους δίσκο. Το ίδιο θα έκανα και στο πρότελευταίο της βραδιάς, το Sunflower.

Σχεδόν θρησκευτική τη λες και τη διάθεση του μάλλον αραιού ακροατηρίου (αριθμητικά ήταν ικανοποιητικότατο για όποιον θεατή αλλά όχι και τόσο φαντάζομαι για τους διοργανωτές της συναυλίας). Δεν έχω συναντήσει ξανά τόσο αφοσιωμένους στον ήχο θεατές. Ούτε κιχ δεν ακουγόταν από μέρους του – ακόμα και στις πιο χαμηλόφωνες συνθέσεις, εκεί που η φωνή της Mimi ακουγόταν πάνω από το υπόκωφο distortion εξίσου γλυκιά με εκείνη της Karen Carpenter -, γεγονός που σίγουρα ανέβασε τη συνολική ποιότητα της παράστασης. 

Όσο για το setlist και με τη συνδρομή της Σ. μπορώ να καταθέσω ότι μεταξύ άλλων ακούστηκαν τα Monkey, Canada, Death of a salesman, Murderer, Especially Me, No Comprende, Plastic cup, Sunflower νομίζω και τα Soon και Point of Disgust αλλά δεν είμαι σίγουρος καθώς τη βαθειά δισκογραφία των αγαπητών Low ποτέ δεν περηφανεύτηκα ότι την κατέχω. Το Just make it stop, το χιτ του τελευταίου άλμπουμ δεν το έπαιξαν.



Οι μόνες κουβέντες που απήυθηναν στο κοινό αφορούσαν τις σημερινές εκλογές και έγιναν μετά το πέρας του encore, λίγο πριν εξαφανιστούν στα παρασκήνια.


ΚΑΛΗ ΨΗΦΟ λοιπόν σε όποιον δεν το έχει πράξει ακόμη.


υγ. Το να στέκεσαι χαμηλά είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσης, αν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο και θες να συνεχίσεις να αναπνέεις. Είναι η μόνη σκέψη που μου ήρθε όπου το χαμηλά ακούγεται σωτήριο και δίχως αρνητικό πρόσημο. Άντε και ο χαμηλός πληθωρισμός ίσως.

3 Νοεμβρίου 2014

τι είναι η ζωή;


Είμαι καθισμένος σε ένα σκαμπό χωρίς πλάτη, τα πόδια μου δεν ακουμπάνε στη γη, κι έχω μπροστά μου, πάνω στην γυαλιστερή επιφάνεια του κυκλικού τραπεζιού τα χαρτιά με τις ερωτήσεις. 

Έχω ονειρευτεί κάμποσες φορές πως είμαι σε κάποιο αμφιθέατρο και δίνω κάποιο μάθημα αλλά πρώτη φορά εξετάζομαι σε εξωτερικό χώρο και μάλιστα μπροστά σε κόσμο. Ή μάλλον ανάμεσα σε κόσμο. Γιατί γύρω μου κυκλοφορούν άνθρωποι ντυμένοι σε έντονες αποχρώσεις του κόκκινου, - όσο κι αν τους κοιτάζω δεν αναγνωρίζω καμιά γνώριμη φάτσα -, που πουλάνε ευτελή αντικείμενα χωρίς να μου δίνουν ιδιαίτερη σημασία όσο δεν κινούμαι. Ο ήλιος μου καίει τα μάτια και δεν έχω μαζί μου γυαλιά ηλίου.

Στο χθεσινοβραδινό μου όνειρό μου συμβαίνουν όλα αυτά, κι εδώ διαφαίνεται πως χαλάω το σασπένς της ανάρτησης με την αποκάλυψη αυτή αλλά είναι η συνέχεια που κρατάει το ίσο τούτου του κειμένου.

Οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντήσω δεν προέρχονται από συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, με μια διαγώνια ανάγνωση έχω δει πως τις περισσότερες τις γνωρίζω, παρόλα αυτά δεν απαντώ σε καμία αν δε βρω πρώτα τη μία τουλάχιστον από τις δύο που αγνοώ παντελώς. 

"Τι είναι ζωή;" λέει η πρώτη (*)

Ζορίζομαι αφόρητα, σχεδόν πανικοβάλλομαι γιατί δεν μπορώ να την απαντήσω με τίποτα. Είναι ο χρόνος μεταξύ γέννησης και θανάτου; αναρωτιέμαι. Ή μήπως να γράψω εκείνη την εξυπνάδα που λέει πως «Ζωή είναι όλα όσα συμβαίνουν όσο εσύ σχεδιάζεις το μέλλον»;

Ζωή είναι η διαδικασία…

Δε θυμάμαι αν έστειλα στα κρυφά κάποιο μήνυμα σε φίλο ή απλά το γκούγκλαρα στο κινητό χωρίς να με πάρουν χαμπάρι οι δεκάδες αδιάφοροι επιτηρητές μου, πάντως την απάντηση στην οθόνη του κινητού μου δεν μπορώ να τη διαβάσω. Τι γελοίο, η πρεσβυωπία με ταλανίζει και στον ύπνο μου! 

Πετάγομαι απ’ το κρεβάτι στρεσσαρισμένος, μου ξαναθέτω την ερώτηση – τώρα στο ξύπνιο μου - αλλά και πάλι δε μπορώ να την απαντήσω γαμώτο. Ειλικρινά. 




 - Τίποτα δεν αλλάζει στην Αθήνα. Όλα είναι ίδια και αυτό μου αρέσει, ξέρω πως θα περάσω καλά με τους εδώ φίλους μου, είπε την προηγούμενη Παρασκευή το βράδυ στο Ρινόκερω ο Scott McCloud. 
Ο άλλοτε περφόρμερ των Girls Against Boys έχει κάνει δεκάδες φορές τη διαδρομή Μινεσότα-Αθήνα από τη δεκαετία του 90 κι ύστερα, ίσως γι αυτό η σημερινή του, μοναχική κι ακουστική εμφάνιση του, δεν έχει μαζέψει παραπάνω από 40-50 άτομα. 
Ρουφάω σιγά-σιγά τη μπύρα μου κι ευχαριστιέμαι αμίλητος τη σκοτεινή και χαμηλής διάθεσης μουσική του. Οι συνθέσεις του είναι άγνωστες και μη αναγνωρίσιμες σε μένα, διασκευάζει Misfits και Tom Waits και το Yesterday is here είναι το μόνο που μουρμουρίζω πριν παραγγείλω στη Σ. μια φωτογραφία με το κινητό του Ν.

Περπατάω νυχτιάτικα στα πέριξ της Ιπποκράτους μ' ένα σουβλάκι στο χέρι πριν ξαναβυθιστώ στην ασφυκτική καπνιά του μπαρ που κάνει τα μάτια μου να κλαίνε κι όπου με περιμένουν οι φίλοι μου.

και μιας κι ακούω George Harrison όση ώρα έγραφα την ανάρτηση:


Ζωή είναι  το να γυρνάς σπίτι με δυο ζευγάρια κάλτσες στην τσάντα που λίγες ώρες πριν ήλπιζες να γεμίσεις με τους δίσκους που θα ‘βρισκες στο παζάρι.


(*) Η δεύτερη αναπάντητη ερώτηση αφορούσε την ετυμολογία της λέξης «κακοφορά» την οποία κρίνω πως πολύ καλά έκανα και δεν την ήξερα γιατί δεν υπάρχει τέτοια λέξη.

28 Οκτωβρίου 2014

εχθές στον Παρνασσό με τον κ. Lee Ranaldo


Ιδρυμένος την 24η Ιουνίου του 1865 από τὰ τέσσερα παιδιά του νομισματολόγου Παύλου Λάμπρου ως πολιτιστικός, ο «Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός» - το όνομα «Παρνασσός» το πήρε καθώς κατά την παράδοση ὁ Παρνασσός ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα και τις Μούσες -, εξελίχθηκε γρήγορα σε πανελλήνιο πνευματικό κέντρο με πλούσια δράση κορυφαίων εκπροσώπων της πνευματικής, ακαδημαϊκής, (και όχι μόνο) ηγεσίας του τόπου. 
Και τα τεκταινόμενα στις άλλοτε υπέρλαμπρες αίθουσές του στο κέντρο της πόλης, οι οποίες διατηρούν και σήμερα μια νοσταλγικά ξεβαμμένη αίγλη, συνεχίζουν να αποτελούν κοσμήματα «γιὰ τὴν κοινὴ πρόοδο καὶ ὠφέλεια τοῦ λαοῦ».


Μισή ώρα πριν τις 9, εχθές το βράδυ, πατάμε τα μαρμάρινα πατώματα και τα χαλιά της αίθουσας του Παρνασσού για πρώτη μας φορά, και καθόμαστε στις δερμάτινες πολυθρόνες της δεύτερης μόλις από τη σκηνή σειράς. Είμαστε εδώ για τον κ. Lee Ranaldo και τις κιθάρες του. 

Αν δε γνωρίζεις (πράγμα απίθανο βέβαια αν βρίσκεσαι στην αίθουσα) το βαρύ παρελθόν του, δε σου περνά από το μυαλό ότι ο άλλοτε κιθαρίστας των πάλαι ποτέ Sonic Youth βρίσκεται αυτοπροσώπως μπροστά σου. Θυμίζει περισσότερο Αμερικανό τραγουδοποιό της δεκαετίας του 70, κι αυτό όχι μόνο για τη λιτή σκηνική του παρουσία (κιθάρα, σκαμπώ, μικρόφωνο) αλλά - και κυρίως για αυτό - για τον στρωτό ακουστικό ήχο του. 

o Lee Ranaldo επί σκηνής

Ουδείς συνειρμός από την θορυβώδη καταιγιστική εμφάνιση των s.Y. προ δεκαετίας σε κάποιο Rockwave στη Φρεαττύδα. Οι πειραματισμοί του κ. Lee Ranaldo έλειψαν παντελώς εχθές το βράδυ. ‘Ομως αυτό δε φάνηκε να πειράζει κανέναν από τους μύστες της παράστασης οι οποίοι στην πιο κατανυκτική ησυχία που έχει απλωθεί ποτέ πάνω από ροκ συναυλία (σίγουρα βοήθησε κι η επιλογή της αίθουσας σε αυτό) απόλαυσαν 100 λεπτά τραγουδοποιίας του ευγενέστατου κ. Lee, διακεκομμένα μόνο από μικρές de profundis αφηγήσεις ιστοριών, προλόγους σε κάθε επόμενο τραγούδι. 
Το τραγούδι για το νεκρό φίλο, κι εκείνα για την πλημμυρισμένη σκοτεινή Νέα Υόρκη, τους παιδικούς φίλους και τις πρώτες καταχρήσεις, τις διακοπές στην Ιταλία, τη χαμένη λόγω ηλικίας επαναστατικότητα. 


Με την αλά Michael Stipe φωνή του απλώνει το ρεπερτόριό του κυρίως στα 2 τελευταία προσωπικά του άλμπουμ, ξεκινά με το Tomorrow never comes το οποίο τράβηξα και στο παραπάνω αμφίβολης λόγω φωτισμού ποιότητας βίντεο, συνεχίζει με το Off The Wall (!!!) και το αριστουργηματικό κατ’ εμέ Χtina As I Knew Her. Μεταξύ άλλων τα Hammer Blows, Key/Hole, Lecce, Leaving, The Rising Tide, Last Night on Earth, Late Descent #2, Ambulancer. Διασκευάζει και το Revolution Blues του Neil Young.

Απολαυστικός. 

Sancho 003

Αξίζει να αναφέρω πως τη συναυλία άνοιξαν οι Sancho 003, το ντουέτο των Φώτη Σιώτα και Κώστα Παντελή με τα πειραγμένα μέσα από post rock φίλτρα και κινηματογραφικές διαθέσεις ηχοτοπία τους που παρέπεμπαν τουλάχιστον τα δικά μου αυτιά κατευθείαν στην ελληνική δημοτική παράδοση.



#



υγ. Τρίτη από τις κάμποσες υπενθυμίσεις που θα ακολουθήσουν: Στο επεισόδιο του λεμονοστίφτη αυτήν την Παρασκευή, τον πρώτο (και τελευταίο) λόγο θα έχουν οι επιλογές των ακροατών. Γι αυτό όσοι και όσες ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν μπορούν από τώρα να μου στέλνουν τις προσωπικές τους επιλογές.


8 Σεπτεμβρίου 2014

Space Lady, ουρανοκατέβατη από το διάστημα στην Αθήνα


Με τη μουσική, ή μάλλον με τον ηχητικό κόσμο της Space Lady, ήρθα σε πρώτη επαφή πριν μερικά χρόνια ανασκάπτωντας τις δισκογραφίες ιδιαίτερων καλλιτεχνών (πολλοί - όχι εγώ - θα έβαζαν στο καλλιτέχνες εισαγωγικά), περίεργων, weirdo τύπων ή αυτοαποκαλούμενων αν το θες μουσικών. Μόλις είχα δει το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ για το βίο και τις ημέρες του Daniel Johnston  («Τhe Devil & Daniel Johnston»)  κι είχα βαλθεί να εξερευνήσω τόσο τα δικά του μουσικά ημερολόγια όσο κι άλλων απόκληρων της μουσικής βιομηχανίας. 

Αφού λοιπόν ο  διπολικός Προφήτης Daniel μου είχε δείξει το δρόμο του διαφορετικού, ήρθαν οι αγγελικές μα κακόφωνες Shaggs να τον στρώσουν με κόκκινο χαλί για να υποδεχτώ τη Space Lady. Μια αυθεντική εκπρόσωπο του κλαμπ με τους παρίες του πενταγράμμου και της μουσικής των ουραγών του μουσικού στερεώματος, που θα μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις είτε αριστουργηματικά αθώα και cult είτε απλά τραγωδία. Εγώ – τουλάχιστον για μερικούς από τους καλλιτέχνες αυτούς – διάλεξα την πρώτη εκδοχή.

Μεγάλο ταλέντο δεν τη λες, κάθε σύγκριση με τον Moondog είναι βλάσφημη μεν, απαραίτητη όμως δε προκειμένου να καταλάβεις και να αξιολογήσεις το γιατί η Susan Dietrich βαφτίστηκε καλλιτέχνιδα κάτω από το προσονύμιο  Space Lady και πήρε τους δρόμους (κυριολεκτικά αυτό) προς άγρα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
Άστεγη και η ίδια ανά χρονικές περιόδους της ζωής της και δει της έγγαμης και τεκνοφόρας αναγκάστηκε να κεντρίσει πρώτα το δικό της τάλαντο κι έπειτα την προσοχή των περαστικών για μερικά κέρματα στους δρόμους της Βοστώνης και του Σαν Φρανσίσκο.


Εν προκειμένω τώρα, στην ίδια την παράσταση για την οποία είμαι ευτυχής που δεν ματαιώθηκε από την ξαφνική μπόρα βάζω από καρδιάς 5 αστεράκια. Η επιλογή του χώρου, στην εσωτερική αυλή που σχηματίζουν 4-5 τεράστια κτίρια στο κέντρο της πόλης (Μπράβο στα παιδιά του Some Bizarre για το εγχείρημα) υπερεπιτυχής. Πως θα μπορούσε άλλωστε μια μουσικός του δρόμου να τραγουδήσει σε κλειστό χώρο; Και χωρίς εισιτήριο. Free.

Το οποίο ελεύθερο πάσο στην υπαίθρια χθεσινή συναυλία άφησε χώρο (όπως όμως θα συνέβαινε και έξω στους δρόμους) σε μερικούς κάφρους να κοροιδέψουν φωνακλάδικα και με περισσή άνεσή τις όποιες καλλιτεχνικές ανησυχίες της ΣΛ ευχαριστιόταν το υπόλοιπο – διόλου αμελητέο – κοινό αντί να πάρουν τους κώλους τους και να σηκωθούν να φύγουν.

Στο χθεσινό live κανείς δεν ήθελε να έρθει μαζί μου. Γιατί άραγε; (Εικάζω πως φοβήθηκαν τον αστεροσειδή που χθες το βράδυ θα περνούσε στην κοντινότερη απόσταση του από τη Γη). Παρόλα αυτά το πήρα απόφαση να κατεβώ μόνος, ...ο κόσμος να χαλάσει. Είμαι πιο δυνατός από τη βαρεμάρα μου ξέρεις.
η κλασσική φωτογραφία της εξώφυλλο
του δίσκου 

Κουβέντιασα με ένα σωρό γνωστούς που με εντόπισαν, με μερικούς ακόμα που δεν είχα ξαναδεί, αλλά κυρίως τριγύρισα μόνος σε όλες τις πιθανές θέσεις θέασης απολαμβάνοντας, δεν υπερβάλλω, τη μουσική της μοναχικής και εύθραυστης διαστημικής κυρίας. Με την ευχαρίστηση και την ανατριχίλα με την οποία θα άκουγες πιτσιρικάς την αλαφροΐσκιωτη μα αγαπημένη σου θεία να σε νανουρίζει με τραγούδια εναλλακτικού ρεπερτορίου εκσφενδονίζοντας τη φαντασία σου σε ανέξοδα διαστημικά ταξίδια εντός κρεβατοκάμαρας.

Γλυκύτατη η ΣΛ, επαναλαμβανόμενα ψυχεδελικός, όπως και στις «επίσημες» ηχογραφήσεις της άλλωστε, εκεί ο μουντός ήχος του παλιομοδίτικου Casiotone συνθεσάιζερ εκεί και τα αιθέρια τα φωνητικά της. Και φυσικά το σήμα κατατεθέν της: το παιδιάστικο διαστημικό στέμμα, αυτό με το λαμπάκι που αναβοσβήνει και τα φτερά του Ερμή (ή μήπως ενός Βίκινγκ)  που φορά κατά τη διάρκεια των παραστάσεών της στο κεφάλι.

Όπως πάντα, έτσι και εχθές, η εξωσωματική εμπειρία που έχει βιώσει σε συνδυασμό με την πίστη της στην ύπαρξη εξωγήινων της χάρισαν το δικαίωμα και την ώθησαν να επιλέξει θεματολογικά ένα προς ένα τα τραγούδια του τριπαριστού ρεπερτορίου της. Μεταξύ φωτογραφιών πρόλαβα και τράβηξα και 1-2 βιντεάκια.


Εκτός από το προσωπικό μου υπερ-χιτ, τη διασκευή στο I Had Too Much to Dream Last Night των Electric Prunes, ακούστηκαν μεταξύ άλλων τα: Major Tom, Ghost Riders in the Sky, Born to Be Wild, Ballroom Blitz, το δικό της Synthesize Me, Radar Love, Across the Universe, Strawberry Fields Forever. 

Και μια ακόμα μπητλική διασκευή στο Imagine του Lennon, (όπου δυστυχώς μπορείς να ακούσεις και τους μαλακες που είπα πριν.) 


Τη σεμνότατη Space Lady την εκτίμησα πολύ παραπάνω απ' ότι περίμενα όταν εχθές το βράδυ έπεσε ουρανοκατέβατη στην Αθήνα. Στο τέλος του live αγόρασα - ενίσχυση αντί εισιτηρίου  - και το μόνο βινύλιο που έχει ποτέ κυκλοφορήσει, το Greatest Hits, και δεν ντρέπομαι να ομολογήσω - παρά την ηλικία μου - πως ήμουν από εκείνους που τους το υπέγραψε. 



Related Posts with Thumbnails