Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Οδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Οδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Νοεμβρίου 2015

παιγχνίδια από δεύτερο χέρι

 
Άσκοπη, άχρωμη μέρα για αγορές η χθεσινή στα παζάρια της Κυριακής.

Χάζεψα όμως τους μικρούς πυγμάχους που γελούσαν καθώς αντάλλασσαν κροσέ και uppercuts έξω από το σταθμό του Ελαιώνα. 


Έκοψα βηματισμό για να τους καμαρώσει ο φακός της φωτογραφικής μου μηχανής. Όπως άλλωστε είχα κάνει και λίγα ώρα πρωτύτερα μπροστά σε αυτό το περίφημο new wave αισθητικής παραπροπερασμένης δεκαετίας ενσταντανέ.



Δίσκους, βιβλία ή ό,τι άλλο ενδιαφέρον χτυπά συνήθως την προσοχή μου μπορεί να μην αγόρασα, αλλά δε γύρισα σπίτι με την αίσθηση πως άδικα εξάντλησα τις αντοχές του δεξιού αχίλλειου τένοντα. Ήμουν ικανοποιημένος με το ψηφιακό φορτίο των μερικών χιλιάδων pixels που φορτώθηκε στη μηχανή μου στη διάρκεια του συννεφιασμένου πεντάωρου: 


με την παραπάνω φωτογραφία του απογοητευμένου ανθρώπου που περιφέρει τα υπάρχοντά του ανάμεσα σε λάσπες, σκουπίδια και κάθε λογής μπάζα μπάζα,


ή με αυτές τις κυρίες που τιτίβιζαν ασταμάτητα, περήφανες για τα παιγχνίδια από δεύτερο χέρι με τα οποία θα γυρνούσαν σπίτια τους.


31 Μαρτίου 2015

οι 10 μοναξιές κι ο έκπτωτος άγγελος


Το ποτάμι φουσκωμένο από τη βροχή και πίσω του, δέκα μοναξιές ακίνητες. Ούτε μία, ούτε δύο. Σε αντίθεση με τα σκουπίδια που ταλαντώνονται στην επιφάνεια της λάσπης – νερό δεν το λες - που κυλάει κάτω σχεδόν από τα πόδια τους. 


Λίγο παραπέρα μια όχι άγνωστη εικόνα σε εμένα (και όσους ταξιδεύουν τα 172 μέτρα που τη χωρίζουν από το πέρας της πόλης των Κυριακάτικων Αθηνών του 21ου αιώνα) φωτίζεται ύποπτα και μοιάζει τόσο διαφορετική που με προκαλεί να τη φωτογραφήσω. 


Σήμερα οι άνθρωποι είναι λιγοστοί και σχεδόν κανένας δε χαμογελάει. Μόνο ένας (ακόμα ένας) έκπτωτος άγγελος μου ρίχνει μια διαγώνια ματιά και υπομειδιά. 


Αργότερα ένας ηλικιωμένος κουστουμαρισμένος κύριος θα σταθεί όρθιος πάνω από εμένα και έναν νεότερο από εμένα, άγνωστό μου άντρα και καθώς αμφότεροι ξεφυλλίζουμε - σχεδόν γονατιστοί - με τα ακροδάχτυλά μας δυο πακτωμένα πακέτα από δίσκους βινυλίου θα μας ρωτήσει.

- Θα θέλατε να έρθετε σπίτι μου να ακούσουμε δίσκους γραμμοφώνου αγαπητοί μου κύριοι; 


8 Μαρτίου 2015

η προσωπική μου Λαϊκή Αγορά


Τις Κυριακές στα παζάρια της Ιεράς Οδού δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν τεράστια ηχοσυστήματα – απ΄αυτά με τα πολλά λεντάκια - συνδεδεμένα σε γεννήτριες ή ξηλωμένες μπαταρίες αυτοκινήτων και παίζουν μουσική. Το σκυλάδικο πάει σύννεφο. Στη διαπασών ώστε να αντηχούν ακόμη και 80 μέτρα μακρύτερα καθώς απομακρύνεσαι από αυτά.

Ήταν πριν μερικές εβδομάδες που παραδόξως η μουσική δε με ενοχλούσε αλλά αντιθέτως με έπιασα να σταματάω τη δική μου μουρμούρα και να σιγοτραγουδάω κι εγώ. Κάποιος – ο Θεός να τον έχει καλά – είχε βάλει το ‘Βρέχει στη φτωχογειτονιά’ και η δωρική φωνή του Μπιθικώτση σκέπαζε τα πάντα. Εκείνη η στιγμή νομίζω ήταν το ερέθισμα και η αφορμή για αυτήν την ανάρτηση.

Ζηλεύοντας προς στιγμήν κάθε λέξη την οποία θα έγραφε (ή μάλλον θα ένιωθε) κάποιος βυθισμένος στη λαική μουσική επιχειρώ τη δική μου λαϊκή αγορά.

Μια λίστα δηλαδή με λαϊκά τραγούδια που με το δικό του τρόπο το καθένα με εκφράζει και που τα περισσότερα τα ευχαριστιέμαι συχνά πυκνά, συνήθως όμως όταν είμαι μόνος μου. Κι αυτό είτε γιατί έτσι δε ντρέπομαι τις ενίοτε βουρκωμένες παραφωνίες μου, είτε γιατί οι 9 (για να μη σου πω οι 10) στους 10 φίλους μου δεν αντέχουν τα περισσότερα από όσα βρίσκονται σ’ αυτήν, (Κατά μία – ατεκμηρίωτη επιστημονικά - θεωρία μου, νομίζω ότι τους αρέσουν πάρα πολύ περισσότερο απ’ ότι δείχνουν αλλά ντρέπονται να το παραδεχτούν). Ίσως φταίω κι εγώ που βαριέμαι απίστευτα να κοντράρω λεκτικά την κατακραυγή τους που καιροφυλακτεί κάθε που ακούγονται αυτά από τα ηχεία μου.

Τραγούδια που με συγκινούν – κάποιες φορές αβάσταχτα – με στίχους που είτε τους χαρίζω τα καλύτερά μου ντεσιμπέλ στο αστικό μου ισόγειο είτε τους σιγομουρμουράω περπατώντας χιλιόμετρα μόνος, πότε-πότε και από κάποια θέση συνοδηγού με το χέρι να κρατάει το ίσο χτυπώντας ρυθμικά το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου. 

Δε νομίζω ότι υπάρχει καλύτερη στιγμή για να τη "βγάλω" από πάνω μου αυτή τη λίστα από μια Κυριακή απόγευμα.

Ο κυρ Αντώνης - Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα

συνθέτης/ Μάνος Χατζιδάκις
στιχουργός/ Νίκος Γκάτσος
δίσκος/ 45''


Για κάποιον …αδιευκρίνιστο λόγο με αυτό το τραγούδι με νανούριζαν όταν ήμουν μικρός μάνα και θειάδες οπότε όπως και να το δεις το άσμα το έχω στο DNA μου. Είναι επίσης σίγουρο πως ποτέ δεν μου τραγουδούσαν την  τελευταία στροφή, εκεί που ο κυρ Αντώνης …απλά δεν ξύπνησε. Συγκινούμαι τα μέγιστα πάντα από τη στιγμή που το άκουσα ολόκληρο και κατάλαβα το νόημα του ριζικού του πρωταγωνιστη.


Ερωτικό – Μανώλης Μητσιάς

συνθέτης/ Θάνος Μικρούτσικος
στιχουργός/ Άλκης Αλκαίος
δίσκος/ ' Εμπάργκο', 1982


Κι αν κάποτε προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω έναν προς έναν τους σχεδόν Ομηρικά κωδικοποιημένους στίχους του Άλκη Αλκαίου σήμερα μου φτάνει που βαθειά μέσα μου τους καταλαβαίνω χωρίς ίσως να μπορέσω ποτέ να τους εξηγήσω σε κάποιον που πιθανόν θα μου ζητούσε την ερμηνεία τους. Το μόνο που θα έλεγα είναι «Άκουσέ το» αφού είναι – και ως σύνθεση μα και στιχουργικά - ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχω ακούσει ποτέ. Και είναι και η φωνή του Μητσιά – η μόνη που ανέκαθεν έστρεφε δέκα συναισθηματικά κλικ την ψυχολογία μου – που με παρασύρει ολόκληρο μέσα στην επική δραματουργία του τραγουδιού. 


Υπάρχω –  Στέλιος Καζαντζίδης. 

συνθέτης/ Χρήστος Νικολόπουλος
στιχουργός/ Πυθαγόρας
δίσκος/ 'Υπάρχω', 1975


Ακούγεται μυθικά υπαρξιακό και ταυτόχρονα βαθιά ερωτικό αυτό το τραγούδι στα αυτιά μου. Και παραληρηματικά ζηλόφθονο, αφού η αρά (κατάρα) του έρωτα – ή μήπως στον έρωτα - είναι η πιο στέρεη βάση των στίχων ενός λαϊκού τραγουδιού. Η φωνή του Καζαντζίδη, η μάλλον εξορισμένη από τα σπιτικά ηχεία κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής μου με έφτασε με το τραγούδι αυτό (και μερικά ακόμη) λίγο πριν από τα μισά της εφηβείας μου και δε χρειάστηκε η υπέροχα δαιμονισμένη εκτέλεση του Πουλικάκου και ο Δράκουλας των Εξαρχείων (το οποίο είδα αργότερα) για να το λατρέψω.


Ζεϊμπέκικο – Σωτηρία Μπέλλου/ Διονύσης Σαββόπουλος 

συνθέτης/ Διονύσης Σαββόπουλος 
στιχουργός/ Διονύσης Σαββόπουλος
δίσκος/ '10 χρόνια κομμάτια', 1975


(Ακόμη κι αν ακούγεται κλισέ) από τα αρχετυπικά τραγούδια της ζωής μου ως ακροατής μουσικής το σωτήρια πένθιμο Ζεϊμπέκικο. Και μάλιστα πολύ πέρα από την αγάπη μου για το Σαββόπουλο ή την αρέσκειά μου στην επιμειξία των ειδών και την πασίγνωστη ιστορία της ηχογράφησης του. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που - παρότι πολυακουσμένο - άπαξ και ξεκινήσουν οι πρώτες του νότες (ιδιαίτερα στην κοινή με τη Μπέλλου εκτέλεση από το ‘Δέκα χρόνια κομμάτια’), βρίσκεις εύκολα το λόγο να αναβάλλεις τα πάντα, ίσως ακόμη και το θάνατό σου, για να το ακούσεις μια φορά ακόμα.


Πρωινό τσιγάρο – Χορωδία (Κώστας Θωμαΐδης, Γιώργος Μεράντζας, Ανδρέας Μικρούτσικος, Σάκης Μπουλάς, Θανάσης Νικόπουλος, Γιάννης Σαμσιάρης)

συνθέτης/ Νότης Μαρουδής
στιχουργός/ Άλκης Αλκαίος
δίσκος/ 'Στην όχθη της καρδιάς μου',1984


Γυμνάσιο το πρωτοάκουσα και το πρωτοτραγούδησα. Σε ποδαρόδρομους, σε στάσεις λεωφορείων και εθνικές οδούς, να το έχω συντροφιά ανάμεσα στα δόντια μου ουκ ολίγα πρωινά - παγωμένα ή καυτά δεν έχει σημασία – και τους στίχους γραμμένους σε ένα χαρτί στην κωλότσεπη μην τυχόν και τους ξεχάσω. Στα διόδια με το χέρι τεντωμένο μερικά χρόνια αργότερα, η παλάμη γροθιά κι ο αντίχειρας όρθιος, κι εγώ να έχω τη χαρά να συγχαρώ το συνθέτη του προσωπικά καθώς συνταξιδεύαμε για Αθήνα. 

Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό

Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή


Το τρένο φεύγει στις οκτώ – Μανώλης Μητσιάς 

συνθέτης/ Μίκης Θεοδωράκης
στιχουργός/ Μάνος Ελευθερίου
δίσκος/ 'Τα λαϊκά',1974


Θεοδωράκης/Ελευθερίου Στο βάθος του μάλλον αστικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε η αφεντιά μου, η μουσική συγκίνηση δε βρισκόταν εύκολα στον ήχο του μπουζουκιού. Παρόλα αυτά κάμποσες ήταν οι εξαιρέσεις κι οι περισσότερες μάλλον οφείλονταν στην αγάπη προς συγκεκριμένους συνθέτες παρά στον ήχο. Θεοδωράκης λοιπόν εντός. 
Ανατριχιαστική η πρώτη εκτέλεση της Μαρίας Δημητριάδη αλλά εκείνη του Μητσιά έχει για κάποιον όχι ανεξήγητο λόγο υπάρξει αιτία κι αφορμή ενεργοποίησης των δακρυϊκών μου αδένων. Και νομίζω πως εξακολουθεί να έχει την ίδια δυναμική πάνω μου.


Αυτή η νύχτα μένει – Δήμητρα Παπίου 

συνθέτης/Σταμάτης Κραουνάκης
στιχουργός/ Σταμάτης Κραουνάκης
δίσκος/ 'ost-Αυτή η νύχτα μένει', 2000


 Αριστούργημα κατά την ταπεινή μου επί του θέματος άποψη. Συγκινησιακά φορτισμένη η γνωριμία μαζί του, στα σκοτάδια κινηματογραφικής αίθουσας, soundtrack της ομώνυμης ταινίας. Από τις ομορφότερες καταγραφές της απογοήτευσης, της εγκατάλειψης και του έρωτα. Μόνο και μόνο γι αυτό το τραγούδι δεν εξοβελίζω τον Κραουνάκη στα τάρταρα του σύμπαντος της προσωπικής μου αισθητικής, αντιθέτως ακούω προσμένοντας τις δουλειές του. Την δε Παπίου την έχω δει live, αρχές 90 σε επαρχιακό κέντρο της εθνικής οδού Αθηνών-Πατρών και δεν είχα περάσει άσχημα.

Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω
σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο
κάθε βράδυ βγαίνω να πνιγώ
πότε άστρα πότε άκρη της αβύσσου
κάτι κυνηγώ σαν τον ναυαγό
τα χρόνια μου σεντόνια μου τσιγάρα να τα σβήσω


Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας - Μάνος Λοΐζος

συνθέτης/ Μάνος Λοΐζος
στιχουργός/
δίσκος/ 'ost- Ευδοκία', 1971


Αριστουργηματικό το ορχηστρικό θέμα του Λοΐζου, το οποίο - δυστυχώς μα δικαίως – βρίσκεται συνυποψήφιο με μερικά άλλα τραγούδια για τον τίτλο του ‘Should I Stay or should I go’ της ελληνικής μουσικής. Που σημαίνει πως ενώ προσυπογράφω πως το έχω βαρεθεί - όπως οποιοσδήποτε εχέφρων που το έχει ακούσει (κι ενίοτε χορέψει) όλες εκείνες τις χιλιάδες φορές (κάμποσες εκ των οποίων άσκοπες) που κάποιο μπουζούκι ή μπαγλαμάς τυχαίνει να βρίσκεται σε ακτίνα 40-50 μέτρων από αυτόν – παρόλα αυτά αγαλλιάζω ακούγοντάς το. Τουλάχιστον στην πρωτότυπη εκτέλεσή του.


Δε λες κουβέντα – Σωτηρία Μπέλλου

συνθέτης/ Δήμος Μούτσης
στιχουργός/ Κώστας Τριπολίτης
δίσκος/ 'Το φράγμα',1981


Απλά πράγματα εδώ: ‘κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα’ κι αυτό είναι ένα δικό μου συμβόλαιο: ένας απόλυτος προσωπικός κώδικας επιβίωσης. Ταυτόχρονα το ‘Φράγμα’ είναι ένα από τα καλύτερα – ίσως γιατί είναι και από τα πιο πολυακουσμένα – ελληνικά άλμπουμ της δισκοθήκης μου που δύσκολα θα χαρακτήριζα λαϊκό παρότι κατά το ήμισυ είναι. Στην περίπτωση του Μούτση δυσκολεύτηκα λίγο στην επιλογή καθώς ο ‘Άγιος Φεβρουάριος’ είναι έτερος πολυαγαπημένος του δίσκος από τη μέρα της πρώτης κυκλοφορίας του κι αυτός.


Κάνε κάτι να χάσω το τρένο – Δημήτρης Μητροπάνος

συνθέτης/ Τάκης Μουσαφίρης
στιχουργός/ Τάκης Μουσαφίρης
δίσκος/ 'Λαϊκά '76',1976




Από εκείνα τα τραγούδια που εγώ θεωρώ απόλυτα λαϊκά και δίχως ίχνος (της κακής εννοούμενης) εντεχνίλας. Η εναρμονισμένη στον ήχο αμεσότητα του παράπονου και της παράκλησης στα λόγια του τραγουδιού, αυτή που ξεπερνάει τον όποιο στομφώδη ποιητικοφανή στίχο με ταράζει συναισθηματικά όποτε το ακούω. Ακόμα και σήμερα η λούμπεν ενορχήστρωση με το αρμονιάκι ακούγεται χάρμα στα αυτιά μου.


Κάτω απ’ τη μαρκίζα – Βίκυ Μοσχολιού  

συνθέτης / Γιάννης Σπανός
στιχουργός/ Μάνος Ελευθερίου
δίσκος/ ' Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδά Σπανό',1977


Φίλια σύσταση το χρέωσε προ λίγων μόλις ετών ως την πλέον πρόσφατη είσοδο στη λίστα. Ένα τραγούδι που μέχρι πρότινος αγνοούσα.. Ίσως τον καιρό που μας έτρεχαν οι γονείς στις συναυλίες του συνθέτη (φαν της Μοσχολιού και φίλος του Σπανού η μάνα και ο πατέρας αντίστοιχα) να μην είχε ακόμα κυκλοφορήσει. Πάντως αδυνατώ να πιστέψω πως το ‘χα ακούσει ως ενήλικας και απλά το είχα προσπεράσει. Οι στίχοι με τον τρόπο του Μάνου Ελευθερίου συγκινητικότατοι. Από τότε που το έμαθα (και πήρα και το δίσκο), προσέχω ότι παίζεται συχνά στα ραδιόφωνα και το απολαμβάνω. 


Μην κλαις – Σωτηρία Μπέλλου

συνθέτης/ Ηλίας Ανδριόπουλος
στιχουργός/ Μιχάλης Μπουρμπούλης
δίσκος/ 'Λαϊκά  Προάστια', 1971


 Το «Μην κλαις» στο βάθος του υποσυνείδητού μου υπήρχε παιδιόθεν, ηχητικό απόκομμα από το κρατικό ραδιόφωνο που ξαναβγήκε στην επιφάνεια λόγω καταστάσεων τον καιρό που έφτανε στα μέσα της η τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Θυμάμαι να το τραγουδάμε με έναν καλό φίλο πιωμένοι κάποιο βράδυ, θυμάμαι ακόμα να αγοράζω το δίσκο μια Κυριακή και να γυρίζω σπίτι με τη χαρά εκείνου που μόλις έχει αποκτήσει κάτι σπουδαίο.


Βρέχει στη φτωχογειτονιά – Γρηγόρης Μπιθικώτσης 

συνθέτης/ Μίκης Θεοδωράκης
στιχουργός/ Τάσος Λειβαδίτης
δίσκος/ 'Πολιτεία Α' & 'ost-Συνοικία το όνειρο',1961


Οικογενειακό σάουντρακ από τις αρχές της μνήμης μου. Αν και η πρώτη εγγραφή στο μυαλό μου είναι του Μπιθικώτση, η ακρόαση της εκτέλεσης της Φαραντούρη (της εθνικής τραγουδίστριας της οικογένειας) ήταν σχεδόν στην ημερήσια διάταξη. Το πράσινο αναδιπλούμενο τραπέζι της κουζίνας με το ραδιοκασετόφωνο πάνω του να αγκομαχάει με τις 120αρες Basf κασέτες που μας έγραφε ο θείος Α. Συνοικία το όνειρο. Μαμά τι πάει να πει ‘Ντουνιάς’; 

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου


Όλα καλά – Γιώργος Νταλάρας

συνθέτης/ Σταύρος Κουγιουμτζής
στιχουργός/ Σταύρος Κουγιουμτζής
δίσκος/ 'Στα ψηλά τα παραθύρια',1975


Κάθε σπίτι στην Ελλάδα – τουλάχιστον μέχρι την προ-προηγούμενη δεκαετία εχει ένα δίσκο Νταλάρα. Ε, στο δικό μας υπήρχαν τα ‘Ψηλά τα παραθύρια’ σε μουσική Κουγιουμτζή. Σε κασέτα. Σε δίσκο αποκτήθηκε κληρονομικά αργότερα μαζί με κάνα δυο άλλους. Οι στίχοι του ‘Όλα καλά’ με συγκινούν από πιτσιρικάς. Τον καιρό όμως που απολύθηκα από τη δουλειά μου κατάλαβα πραγματικά το νόημα τους.

Έχω ψυχή δεν έχω βράχο
πάλι με άφησες μονάχο
και μια σημαία σ’ ένα μπαλκόνι
αλλάζει χρώματα και με σκοτώνει


Θα κλείσω τα μάτια –  Γρ. Μπιθικώτσης, Χαρούλα Λαμπράκη

συνθέτης/ Άκης Πάνου
στιχουργός/ Άκης Πάνου
δίσκος/ '45',1967


Κυριακή μεσημέρι, δεκαετία 70, τα τζάμια αχνισμένα από το φαγητό που σιγοβράζει στο φούρνο και το γνωστό ραδιοκασετόφωνο σε μεγάλη φόρμα λίγο πριν αρχίσει να μεταδίδει ζωντανά ποδόσφαιρο και αποτελέσματα του ΟΠΑΠ. Κι εγώ να μην έχω δικό μου δωμάτιο και να διαβάζω τα μαθήματα του δημοτικού από εδώ κι από κει. Κάποια τραγούδια για αυτές ακριβώς τις παραπάνω εικόνες τα μίσησα. Κάποια άλλα, ακριβώς το αντίθετο μολονότι ακόμη με κατακλύζουν γλυκιά αίσθηση της μιζέριας. Είναι ίσως που ασχολήθηκα μεγαλύτερος ξανά μαζί τους.


Άνοιξε πέτρα - Μαρινέλλα 

συνθέτης/ Μίμης Πλέσσας
στιχουργός/ Λευτέρης Παπαδόπουλος
δίσκος/  'Σταλιά, σταλιά' 1968


All time classic της οικογενείας. Το πρώτο της δεύτερης πλευράς στην κασετοσυλλογή με τα αγαπημένα τραγούδια της Μαρινέλλας της μάνας μου. Όχι ότι δε θα εκτιμούσα τούτο το ερωτικό μοιρολόι το ίδιο ή και περισσότερο άμα το μάθαινα μεγάλος. Κλασσικός Πλέσσας, ολίγον κινηματογραφικός όπως ταιριάζει άλλωστε στο δράμα των στίχων, με άλλην ενορχήστρωση θα μπορούσε να είναι ένα από τα υπέροχα σπαραξικάρδια garage τραγούδια του '60, σαν εκείνα τα μικροδιαμαντάκια που φιλοξενούνται στις συλλογες pebbles. Με αυτή τη σκέψη αγόρασα το δίσκο. Και η Diamanda Galas έχει την ίδια γνώμη


Άκου βρε φίλε - Στράτος Διονυσίου

συνθέτης/ Τάκης Σούκας
στιχουργός/ Κώστας Κοφινιώτης
δίσκος/ 'Θυμήσου', 1982


Στη φωνή του Στράτου δε μυήθηκα ποτέ παρότι έγιναν συντονισμένες κι εντονότατες προσπάθειες από έτερους αγαπημένους θείους που τον είχαν για Θεό. Παρόλα αυτά – έτσι χωρίς πολλά λόγια κι επεξηγήσεις – το συγκεκριμένο τραγούδι μου έχει καρφωθεί. 

Μάτια που κλαίνε μην τα πιστεύεις
είναι επικίνδυνα να τ’ αγαπάς
Θα σε γελάσουνε αν τα λατρεύεις
θα σε πληγώσουν και θα πονάς


Φωτιά στα σαββατόβραδα – Άντζελα Δημητρίου

συνθέτης/ Μάνος Κουφιανάκης
στιχουργός/ Γιώργος Γεωργόπουλος
δίσκος/ 'Φωτιά στα σαββατόβραδα',1987


Τρελό γλεντζέ με αυτά τα τραγούδια δε με λες ακριβώς, αλλά ετούτο το τραγούδι κάτι μου έκανε εξαρχής. Ίσως να τα έχω χορέψει κιόλας με πυρπολημένα οινοπνεύματα να με ακολουθούν στα πατώματα σε κάποιο ξέμπαρκο πάρτυ απ' αυτά που πηγαίνεις από υποχρέωση κι όχι γιατί το θελεις πραγματικά αλλά από κάποια στιγμή και μετά μιλάει μόνο το ουίσκι. Και λέει ότι περνάς καλά. 



Παλιόκαιρος –  Πασχάλης Τερζής

συνθέτης/ Γιώργος Θεοφάνους
στιχουργός/ Εύη Δρούτσα
δίσκος/ 'Παλιόκαιρος', 1997


Μεγάλη μου συμπάθεια ο Πασχάλης (Τερζής) ως άνθρωπος. Και μεγάλη αγάπη τουλάχιστον το ρεφρέν του λαϊκο-ποπ (sic) Παλιόκαιρου, το οποίο μου ανεβαίνει στα χείλια μερικές φορές περπατώντας. Και αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις του μουσικού είδους που δεν αλλάζω αλαφιασμένος σταθμό ότα το παίζουν τα ραδιόφωνα.  Η καλύτερη ακρόασή του δε, για εμένα, είναι εν κινήσει σε οποιαδήποτε εθνική οδό ή επαρχιακό δρόμο όταν τοπικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί το εντάσσουν υποχρεωτικά στο πρόγραμμα τους ανάμεσα στις αλλόκοτες διαφημίσεις τους. Τότε είναι που εγώ κρεμάω το χέρι έξω από το παράθυρο, στυλώνω τα μάτια αφιερωματικά στο άπειρο και τραγουδάω με όλη μου την ψυχή από μέσα μου.

Και επειδή όλοι έχουμε αδύνατες στιγμές (ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω) πάμε ένα ακόμα της ντροπής: 

Στα 'δωσα όλα –  Δέσποινα Βανδή

συνθέτης/  Φοίβος 
στιχουργός/ Φοίβος 
δίσκος/ 'Προφητείες', 1999



Εντάξει, αυτό παίζει να το πεις και λίγο ύβρη μόνο και μόνο που υπάρχει στη λίστα αλλά στην τελική δεν απολογούμαι. Το έχω ακούσει στο repeat δεκάδες φορές σε περίοδο χωρισμού (και μετά, όταν συνήθιζα την ξεφτίλα των πατωμάτων έβαζα Radiohead). Αυτά συνέβησαν όμως προ 12ετίας. 



υγ. Κανονικά θα ήθελα να τα γράψω με αντίστροφη σειρά ώστε να ανεβαίνει η αγωνία μέχρι το νούμερο ένα αλλά επ΄ουδενί δεν ήθελα μια ανάρτηση να ξεκινάει με αυτό που είδες και άκουσες ίσως στο τέλος της λίστας.

#Δικά σου αγαπημένα λαϊκά; 

1 Φεβρουαρίου 2015

αμμοθύελλα



– Σσσς, κάνε ησυχία μη μας ακούσει, αν τρομάξει και γλυστρίσει, θα πέσει και θα σκοτωθεί…, 

ψιθύρισε σύμφωνα με τον αστικό μύθο(;) ο Μάνος Χατζιδάκις στον φίλο του, βλέποντας ένα διαρρήκτη να προσπαθεί να σκαρφαλώσει σε υδρορροή γειτονικού τους μπαλκονιού


με εκείνη την κοπιαστική διακριτικότητα που υψώθηκε ο ήλιος σήμερα πίσω από την αμμοθύελλα που σκεπάζει την πόλη, 

όπως ακριβώς σας στέλνω κι εγώ τη νυσταγμένη καλημέρα μου από τη βιομηχανικής διάθεσης Ιερά οδό. 

5 Ιανουαρίου 2015

τις Κυριακές στο παζάρι


Ξημερώματα στην Ιερά Οδό. Βρίσκω χώρο πίσω από ένα παρκαρισμένο φορτηγό να αδειάσω τα περριτά υγρά που εμποδίζουν το σώμα μου να πιάσει εκείνη την ικανοποιητική θερμοκρασία  που θα μου επιτρέψει να συνεχίσω τη βόλτα μου χωρίς να τουρτουρίζω. Φασκιωμένος ένα σωρό ρούχα λόγω του χειμωνιάτικου κρύου και όση ώρα παλεύω με τα φερμουάρ ο ήλιος ανατέλλει πίσω από την μάντρα με τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα. τα υλικά οικοδομών και το παρατημένο άγαλμα το φράχτη της οποίας σημαδεύω. Βιαστικά προτιμώ να βγάλω από την τσάντα τη φωτογραφική μου μηχανή. 


Στα παζάρια της Κυριακής, ακόμα και ξενύχτης του Σαββατόβραδου να είμαι,  φτάνω ξημερώματα. Πολλές φορές πριν ακόμα χαράξει και πριν ακόμα βγω για τα καλά από τα βραδινά μου όνειρα 


 όταν στα μάτια μου πολλά μπερδεύονται και φαίνονται αλλιώς. Είναι το εβδομαδιαίο μου ταξίδι.


Σε περίπτωση που δε βρω δίσκους που να μου αρέσουν όλο και κάτι θα μου γυαλίσει να πάρω, όλο και  καμιά "χαζομάρα" θα μου φτιάξει τη διάθεση. Όχι τον παρακάτω πίνακα δεν τον αγόρασα.


Εχθές γύρισα σπίτι με μια πολύ όμορφη λιθογραφία του Μποστ που αντάλλαξα με τα 7 ευρώ της αριστερής τσέπης μου ( λεπτομέρειες σε επόμενη ανάρτηση). 


Ακόμα κι αν δε βρω τίποτα να αγοράσω, ποτέ δε γυρνάω σπίτι με άδεια χέρια. Μερικά Mb φωτογραφίες είναι σχεδόν σίγουρο πως θα έχουν αποθηκευτεί στη μηχανή μου. 


Και μερικά από αυτά μου αρέσουν πολύ γιατί μου υπενθυμίζουν μικροστιγμές ξεγνοιασιάς μου, όπως αυτό το κοριτσάκι με το σουβλάκι ανα χείρας. 


και όχι μόνο τις μέρες που καλοδιάθετος τους βλέπω όλους αξιαγάπητους.


Μερικές φορές προσποιούμαι τον αδιάφορο, περιμένω και δε διστάζω να εστιάσω σε στερεοτυπικές φωτογραφίες πόλης με χαρακτηριστικές περσόνες της Κυριακής. Απλά πατάω το κλικ στις αντιτουριστικές τους στιγμές. 


(αν και κάμποσα φωτογραφήματα προτιμώ να μη τα αναρτώ αφού φαίνονται πεντακάθαρα τα πρόσωπα των ανθρώπων τις στιγμές των οποίων παγώνω με τα κλικ μου)

την καλημέρα μου!

10 Ιουνίου 2013

αμοντάριστο νυχτερινό πλάνο στην Ιερά οδό



Βράδυ στην Ιερά οδό, μετά τους Gang Of Four. Βιαστικό περπάτημα προς το μετρό του Ελαιώνα, πίσω μας η Γεωπονική, στα δεξιά μας μάντρες με υλικά κατεδαφίσεων κι από την άλλη κάποιες ξεχασμένες νταλίκες της Παρασκευής. Είναι που θέλουμε να προλάβουμε το τελευταίο δρομολόγιο, και όχι το αλλόκοτο τοπίο της περιοχής – η οποία είναι που είναι τα πρωινά, το βράδυ χειροτερεύει – που κάνει τα βήματα ταχύτερα. 

Κοντοστέκομαι μπροστά στο γκρεμισμένο εργοστάσιο που φιλοξενεί το εκτοπισμένο μέρος του κυριακάτικου παζαριού και συνεπώς αποτελεί κομμάτι του χάρτη των περιπάτων/ανασκαφών των όσων – συμπεριλαμβανομένου εμού – «μυημένων».
Το κτίσμα φάντασμα - χωρίς οροφή πλέον -, που κάθε τελευταίο πρωινό της εβδομάδας ξεχειλίζει από ήλιο, σκόνη, κόσμο, μυρωδιές, ιδρώτες, σπάνια βιβλία, ταγγισμένους καπνούς, τσακωμούς, βροχή, χειραψίες, φωτογραφίες τραβηγμένες από χρόνια και άλλες που γεννιούνται εκείνη τη στιγμή, λάσπη, δίσκους, κλοπιμαία, οπωροκηπευτικά, πορτοφολάδες, στριγκές φωνές τελάληδων, γυαλικά, γύφτισσες που μαλλιοτραβιούνται, υπέροχα σκουπίδια προς πέταμα ή πώληση, κι εμάς την κάστα των βρωμύλων αυτοπροσδιοριζόμενων εξερευνητών, είναι άδειο. Ολόαδειο. Μα παραδόξως φωτισμένο, και μάλιστα με ένα τρόπο έντονο, προβοκατόρικα κινηματογραφικό. 

Ο φωτιστής έχει διαλέξει μια κίτρινη λάμπα, και φωτίζει το χώρο, με το ταιριαστότερο για την ώρα λούμπεν φως (ναι υπάρχει), το φάσμα του οποίου τελειώνει – αφού δημιουργήσει τεράστιες σκιές - στην εκπομπή μιας απολαυστικής μιζέριας.  Γονατίζοντας με το κινητό στο χέρι, παίρνω πόζες φωτογράφου που καδράρει τον πύργο του Άιφελ και το Μπιγκ Μπεν δίπλα δίπλα , προσπαθώ να βρω την καλύτερη τυχαία γωνία να το αποθανατίσω  το κτήριο. 

«Τι φωτογραφίζεις ρε φίλε; τα ερείπια;» ρωτάει ο πορτοκαλής γέρος που κάθεται πίσω από ένα τραπεζάκι στην είσοδο του με το που ακούγεται το δευτερότριτο κλικ. Είναι ο φύλακας. Του Δήμου.  Που φυλάει ένα ολόαδειο κτίριο (πάρκινγκ του Δ. Αθηναίων πλέον). Τον κοιτάζω όση ώρα του εξηγώ, λουσμένο στο κίτρινο φως,  να πίνει λίγο ακόμα κρασί απ’ το πλαστικό του ποτήρι, να χαμογελάει χαλασμένα δόντια και να σκουπίζει τα μουστάκια του.  Τόσο το τρανζιστοράκι  του όσο και η ηχώ από το άδειο κτίριο παίζουν με ελάχιστη διαφορά φάσης  Ζαγοραίο, Κοινούση κι άλλες  β' επιτυχίες του ‘70 που δεν αναγνωρίζω ενώ την ίδια ώρα η ανάγκη του για κουβέντα - ψοφάει να μιλήσει ο άνθρωπος - μεταμορφώνεται σε λογοδιάρροια. 

Έχει πουθενά να κατουρήσω σκέφτομαι δυνατά – οι μπύρες απ’ το live γαρ - «Να, σύρε εκεί πίσω» μου κάνει o φύλακας.

Προσπερνάω αλουμινόχαρτα με ξηρά τροφή και κεσεδάκια με νερό που ‘χει βάλει για τα αδέσποτα γατοφιλαράκια του, και όσο ξεφορτώνομαι τις μπύρες εκείνος διηγείται στον Ν. που περιμένει έξω  «έτσι που λες, τον τσάκισα, να με τούτο εδώ το στειλιάρι, Αφγανός ήταν, λαθρομετανάστης, που μπήκε, περασμένες τρεις το πρωί, εδωμέσα να με κλέψει, δε με νοιάζει, κι ας μου ‘βάλαν χέρι μετά που τον σάπισα».

Related Posts with Thumbnails