H αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τι είναι το ΚΕ.Φ.Ι.ΑΠ. ή μάλλον πως δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ τι ακριβώς σημαίνει το αρκτικόλεξο αυτό – όπως και χιλιάδες άλλα - όσες φορές και να το είχα συναντήσει.
Κέντρο Φυσικής Ιατρικής & Αποκατάστασης είναι το πλήρες ανάπτυγμα των 6 παραπάνω γραμμάτων που πίσω τους κρύβονται τα κέντρα εκείνα που παρέχουν την υποστήριξη που χρειάζονται τα άτομα με αναπηρία· το παιδί μας, ο αδελφός ή η αδελφή μας, ο γονιός, ο φίλος μας, ο συγγενής, ο συνάδελφος , ο γείτονας ή ακόμα ο ίδιος μας ο εαυτός.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε μίλησα με δυο από τα παιδιά που δουλεύουν στο Κέντρο Φυσικής Ιατρικής & Αποκατάστασης της Καλαμάτας. Και δεν είναι οι διηγήσεις των γεγονότων από το χώρο εργασίας τους, οι πραγματικά συγκινησιακά φορτισμένες για μας τους απ’ έξω, που πρέπει να μεταφέρω εδώ· είναι μόνο ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που επέλεξαν να κάνουν - ενίοτε και χωρίς να πληρώνονται - όσα αρνούμαστε από αμέλεια, εγωισμό, άγνοια, φόβο, ντροπή, βαρεμάρα
ή απλά γαϊδουριά
να κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι για τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας όταν αυτά το χρειάζονται.
Στις ομάδες του ΚΕ.Φ.Ι.ΑΠ. Καλαμάτας του Γενικού Νοσοκομείου Μεσσηνίας, τα μέλη του, έφτιαξαν δυο σποτάκια με αφορμή την 3η Δεκεμβρίου,
Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία,
Στο πρώτο
σποτ, μοιράζονται με τους ακροατές τα όνειρά τους και τα συναισθήματά τους,
τονίζοντας ότι θα μπορούσαν να είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος που ατενίζει με
αισιοδοξία και θέληση τη ζωή.
Το δεύτερο σποτ, ξεκινά με τη φράση «Για πολλούς αναπηρία είναι…» περιγράφοντας τη γενικότερη τάση να εστιάζεται η προσοχή στο έλλειμμα και στο πως το αντιμετωπίζει ο ίδιος ο άνθρωπος. Στη συνέχεια όμως τα μέλη του ΚΕ.Φ.Ι.ΑΠ. Καλαμάτας ανοίγουν το κάδρο εστίασης, φωτίζουν τα κοινωνικά εμπόδια και τις ανισότητες που μεγεθύνουν το έλλειμμα, δείχνουν την κοινωνική ευθύνη και ζητούν τη βοήθεια των πολιτών για συμμετοχή στον περιορισμό και την εξάλειψή τους.
#
Εδώ τα ζώα βλέπεις και φροντίζουν τα ανήμπορα μέλη του κοπαδιού και της αγέλης τους. Κι εμείς; Είναι υποχρέωσή μας να φτιάξουμε ένα κράτος που θα κοιτάζει και θα φροντίζει όσους από εμάς το έχουν ανάγκη, μου έλεγε κάποτε ένας φίλος την ώρα που τάιζε κουταλιά κουταλιά τον ανάπηρο δεκάχρονο γιό του κουμπάρου του.
- Καλημέρα, πόσο τις δίνεις τις καρτ-ποστάλ ρε φίλε? ρώτησα τον Ασιάτη ρακοσυλλέκτη που στεκόταν μπροστά από το βαριφορτωμένο με την πραμάτειά του τσόλι.
Η οδηγία από τις εντολοδόχους της παραγγελίας για την αγορά τουριστικών καρτών (χρησιμοποιημένων-αχρησιμοποίητων δεν τις ένοιαζε· για χαρτοκοπτική θα τις χρησιμοποιούσαν) είχε δοθεί από βραδύς. Μολονότι νυσταγμένος και εκτός αντικειμένου, εγώ, σαν καλός αντιπρόσωπός του όποιου ψάχνει κάτι μεταχειρισμένο, μόλις είχα κάνει την πρώτη μου κίνηση σε ένα από τα παζάρια της Ιεράς οδού.
Απολαυστικά βαρετός ο διάλογος μεταξύ των δυο συναλλασσόμενων πλευρών - παρότι μέρος του υπήρξε και η φυσική μου παρουσία -, μπορεί να ξεκίνησε κάπως …δυσοίωνα:
- Δυο ευρώ η μία, κύριε
- Είσαι τρελός μου φαίνεται , αφού θα πάρω καμιά τριανταριά.
- Ε, τότε αντί 60 δώστε μου 50 στρογγυλά να είμαστε κι οι δυο ευχαριστημένοι.
αλλά έληξε έπειτα από αρκετή συνεννόηση, με εκατέρωθεν χαμόγελα ικανοποίησης, τη στιγμή που κατέθεσα στο χέρι του έμπορα 5 κέρματα του 1 ευρώ.
Από τις 30 κάρτ-ποστάλ παρέδωσα στις εντολοδόχους μου τις 29. Η τριακοστή θα τους ήταν στα σίγουρα άχρηστη, φωτογραφία εκδρομική δυο φίλων γαρ, τυπωμένη σε Kodak χαρτόνι με τα κομφόρ παραδοσιακής καρτ-ποστάλ (θέση για το γραματόσημο, μοιρασμένο τον κενό χώρο για το κείμενο του αποστολέα και τη διεύθυνση του παραλήπτη κλπ) στο πίσω του μέρος.
Η καρτο-φωτογραφία αυτή εξαφανίστηκε για 2-3 εβδομάδες στην ακαταστασία του σπιτιού μου άμα τη αφίξει της, και ενεφανίσθη ως διά μαγείας, ξανά, μόλις προχθές πάνω στο γραφείο μου. Και σήμερα λίγο πριν τη βάλω σε εκείνο το κλασσέρ που καταχώνω τις «ό,τι να ναι» φωτογραφίες που πέφτουν ανά καιρούς στα χέρια μου,
ρίχνοντάς της μια τελευταία ματιά μου ήρθε στο μυαλό - δεν ξέρω γιατί - εκείνο το ποίημα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, που έχει τίτλο "Ερείπια της Παλμύρας".
#
Ερείπια της Παλμύρας
Οσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν
Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω ξένος και κουρελιάρης τώρα Μα όταν μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση για όσα περιμένω και δεν πήρα
Ηχεί διαφορετικά τώρα που η ανατιναγμένη ιστορία της Παλμύρας έχει ρίξει αυλαία για πάντα, παράξενα· το ίδιο άλλωστε θα συνέβαινε και με όλες τις ανθρώπινες ιστορίες που έχουν γράψει τις τελευταίες τους σελίδες και αφήνουν κάποιες φωτογραφίες αντί άλλων ερειπίων να είναι πλέον τα μόνα ιστορικά ίχνη τους .
Στο παραδιπλανό κρεβάτι του θαλάμου, γιατί στο διπλανό κοιμάται ένας ετοιμοθάνατος φαρμακοποιός, όπως μπαίνεις αριστερά, είναι ξαπλωμένος ο κύριος Θανάσης. Κάτι σαν ξαφνική άνοια τον χτύπησε μόλις πριν από δυο μέρες και το μυαλό του γύρισε 6 ολόκληρες δεκαετίες προς τα πίσω. Δυο αποδείξεις της εφορίας που έχασε, αυτές για το λάδι, η αιτία. Συγχύστηκε κι ανέβασε πίεση, έτσι πληροφορεί τον καθέναν που έχει λόγο να βρίσκεται σε αυτόν το θάλαμο η κοντόχοντρη γυναίκα του με τα παχιά τοξοτά φρύδια. Το λέει κρατώντας σα να ντρέπεται χαμηλά τον τόνο της φωνής της.
Ο κυρ Θανάσης, κοντούλης μα μικροφτιαγμένος αυτός, ηρεμία δεν έχει. Θέλει να βγει να παίξει έξω στα πεύκα με τα άλλα παιδιά, να φάει το καλαμποκόψωμό του πατώντας τις κάμπιες που σχηματίζουν ατέλειωτες γραμμές κάτω από τα δέντρα - η μια γλύφοντας τα πισινά της άλλης -, να ρίξει μια ματιά πριν κοιμηθεί στα σχολικά διαβάσματα, να πιει το κατσικίσιο γάλα του να μεγαλώσει, να πάει στο στρατό, να δουλέψει στο χωράφι μαζί με τον πατέρα του στην αρχή κι έπειτα βοηθός στο μηχανουργείο της Ελαΐδος, να συνηθίσει πριν λατρέψει τη γεύση του κρασιού, να γνωρίσει την κοντόχοντρη γυναίκα που θα παντρευτεί και να περάσει σαρανταπέντε χρόνια στο πλάι της. Να κάνει κι έναν γιο εντωμεταξύ.
Για να τα προλάβει όλα αυτά όμως πρέπει να σηκωθεί από το κρεβάτι τώρα αμέσως, δεν του πρέπει να χρονοτριβεί. Έτσι, παρ όλη την καλή κι υπάκουη ανατροφή που του δώσαν οι δικοί του, χτυπιέται και μουγκρίζει σαν κακομαθημένο εννιάχρονο παιδί καθώς προσπαθεί να ανακαθίσει στο πολυκαιρισμένο στρώμα. Τα πόδια του - δυο καλάμια που σκίζουν τον αέρα - ψάχνουν ήδη να φορέσουν τις πλαστικές τους παντόφλες.
- Είσαι κακό παιδί, θα σε μαλώσω και θα κλαις μετά, του κάνει η μάνα-γυναίκα του ενώ ταυτόχρονα του σκουπίζει με μια βρεγμένη πετσέτα τα αίματα.
Η βελόνα του ορού έχει σκίσει όσο περισσότερο δέρμα μπορεί από το χέρι του έξαλλου Θανασάκη αλλά αυτός δε μοιάζει να πτοείται. Σε αντίθεση η σύζυγος αγωνιά και πότε τον καλοπιάνει και του χαϊδεύει τα μαλλιά και πότε τον κοπανάει μητρικότατα αλλά δυνατά στα χέρια και τα πόδια. Που και που τον φοβερίζει:
- Άμα δεν κάτσεις καλά Θανάση, τον αγριεύει θα φωνάξω την αστυνομία. Θα ‘ρθει ο αστυνόμος και θα σε πιάσει του λέει. Να!
- Νάτος, ο αστυνόμος ! συνεχίζει και με προτεταμένο το δείκτη του αριστερού της χεριού του δείχνει εμένα. Ο γερασμένος πιτσιρικάς έχει βάλει τώρα όλη τη δύναμη κι όλο το νεύρο του να πεταχτεί από τα σκεπάσματα. Έλα εδώ κυρ Αστυνόμε σε παρακαλώ που δεν μπορώ να τον κάνω καλά. Με κοιτάζει μούσκεμα στον ιδρώτα και καταλαβαίνω πως το εννοεί.
- Τι έχουμε εδώ; λέω πλησιάζοντας με αβέβαιο βήμα κι ακούγομαι σα χωροφύλακας ή σαν ενωμοτάρχης του 50. Φρόνιμος κύριε Θανάση, σε θέλω φρόνιμο, του λέω κι εκείνος πείθεται και ξαναξαπλώνει.
Για τρία ολόκληρα λεπτά.
Οι γκρίζες μέρες είναι μακριοί ήσυχοι δρόμοι μιας έρημης χώρας χωρίς παράδεισο
Στο παραδιπλανό κρεβάτι ο πατέρας μου, σαν εξαϋλωμένη ζωγραφιά του Ελ Γκρέκο, μ’ εκλιπαρεί να αγοράσω τις αγαπημένες του μετοχές ενώ από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του θαλάμου μπαίνει η φωνή κάποιας Ρουμάνας αποκλειστικής που τραγουδάει το “A casa d’ Irene” .
σημ. ο τίτλος της ανάρτησης είναι ο πρώτος στίχος του "A casa d' Irene"
Το ποτάμι φουσκωμένο από τη βροχή και πίσω του, δέκα μοναξιές ακίνητες. Ούτε μία, ούτε δύο. Σε αντίθεση με τα σκουπίδια που ταλαντώνονται στην επιφάνεια της λάσπης – νερό δεν το λες - που κυλάει κάτω σχεδόν από τα πόδια τους.
Λίγο παραπέρα μια όχι άγνωστη εικόνα σε εμένα (και όσους ταξιδεύουν τα 172 μέτρα που τη χωρίζουν από το πέρας της πόλης των Κυριακάτικων Αθηνών του 21ου αιώνα) φωτίζεται ύποπτα και μοιάζει τόσο διαφορετική που με προκαλεί να τη φωτογραφήσω.
Σήμερα οι άνθρωποι είναι λιγοστοί και σχεδόν κανένας δε χαμογελάει. Μόνο ένας (ακόμα ένας) έκπτωτος άγγελος μου ρίχνει μια διαγώνια ματιά και υπομειδιά.
Αργότερα ένας ηλικιωμένος κουστουμαρισμένος κύριος θα σταθεί όρθιος πάνω από εμένα και έναν νεότερο από εμένα, άγνωστό μου άντρα και καθώς αμφότεροι ξεφυλλίζουμε - σχεδόν γονατιστοί - με τα ακροδάχτυλά μας δυο πακτωμένα πακέτα από δίσκους βινυλίου θα μας ρωτήσει.
- Θα θέλατε να έρθετε σπίτι μου να ακούσουμε δίσκους γραμμοφώνου αγαπητοί μου κύριοι;
Διάσημοι ήρωες των
απανταχού μουσικόφιλων και όχι μόνο, πασίγνωστες περσόνες που στοιχειώνουν στο πέρασμα των δεκαετιών, άλλοτε με τις δραματικές και άλλοτε (σπανιότερα) με τις αστείες τους ιστορίες, δισεκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα από εκείνα που αποκωδικοποιούν τον ήχο.
Ο λόγος για τα πολυτραγουδισμένα ονοματεπώνυμα των πρωταγωνιστών και των πρωταγωνιστριών που δε μπήκαν στη ζωή μας μέσα από σελίδες βιβλίων ή μικρές και μεγάλες οθόνες αλλά γνωριστήκαμε και τους κάναμε δικούς μας ανθρώπους σε δίσκους βινυλίου, σε γεμισμένες τραγούδι το τραγούδι κασέτες και σε ipods.
Από τη μια, χαρακτήρες πραγματικοί, τυχαίοι θα έλεγες άνθρωποι
που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και – άθελα τους - κατάφεραν να ξεφύγουν από
τη συλλογική λήθη στην οποία καταλήγουν οι εκπρόσωποι του ανθρώπινου είδους που
φεύγουν δίχως να μεγαλουργήσουν.
Κι από την άλλη πάλι, χαρακτήρες της φαντασίας, γόνιμη σπορά των μουσών στις κεραίες εμπνευσμένων καλλιτεχνών που τους έδωσαν
υπόσταση πριν τους χαρίσουν κι αυτοί με τη σειρά τους είτε στα αυτιά μας είτε στα
χείλη των πιο καλλίφωνων εξ ημών.
Είναι ο Bobby McGee και η Eleanor Rigby. Είναι η Janie Jones και τόσοι άλλοι των οποίων τα ονόματα έγιναν αθάνατα συνθήματα και συναισθήματα, πλεγμένα σε τίτλους και στίχους τραγουδιών.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τον αξιότιμο κ Spencer ο οποίος καθαυτός φαίνεται να
μην υπήρξε ποτέ. Στη σχεδόν ντοκυμαντερίστικη του στιχουργική o David McWilliams προσωποποιεί στο συναρπαστικό αυτό anthem της δεκαετίας του 60 τις περιπέτειες των κατατρεγμένων από τα βάσανα ανθρώπων, των βουτηγμένων στο φθηνό αλκοόλ, όσων έπαιξαν και έχασαν στο παιγχνίδι της ζωής, όσων ζουν στη σκοτεινή πλευρά μιας αμερικάνικης κωμόπολης, της Ballymena στο
πρόσωπο του ανύπαρκτου κ. PearlySpencer.
Παρόλα αυτά δε λείπει η άποψη των κοντινών στον συνθέτη ανθρώπων που υποστηρίζουν πως ο McWilliams στο τραγούδι αυτό περιγράφει δυο υπαρκτά πρόσωπα. Πως 'φορτώνει' καμουφλαρισμένα στον πρωταγωνιστή του, τους βίους δυο γυναικών που έζησαν με
αντίστοιχο τρόπο τις ζωές τους στη γενέτειρά του.
Όπως και να έχει όμως η αληθινή πηγή έμπνευσης το τραγούδι δεν παύει να είναι ένα ψυχεδελικό κομψοτέχνημα (σε όποια διακευή κι αν το ακούσεις, είτε των Vietnam Veterans, του Marc Almond ή της Caterina Caselli) που χάρισε - ποιος το περίμενε; - την αθανασία στον άμοιρο Pearly Spencer.
Ίσως η πιο διάσημη έστω και μετά θάνατον γυναίκα που δεν
υπήρξε ποτέ. Γέννημα κυρίως του ταλέντου του PaulMcCartneyη μοναχική Eleanorγια την
οποία αρχικά είχε επιλεχθεί το ονοματεπώνυμο Daisy Hawkins. «Ξαναβαφτίστηκε» όμως
κατά τέτοιο τρόπο ώστε το ονοματεπώνυμό της να ακούγεται τυχαίο και φυσικό.
Δανείστηκε,
λέει ο Paul, το επώνυμο από τα καταστήματα «RigbyandEvensLtdWineandSpiritShippers» ενώ με το μικρό της
όνομα τίμησε την ηθοποιό EleanorBron.
Άλλαξε επίσης και το όνομα του
δευτεραγωνιστή του τραγουδιού σε "FatherMackenzie" από το πρωτότυπο "FatherMcCartney" για να μην έχει μπελάδες με τον …πατέρα του.
Αυτή ήταν η επικρατούσα θεωρία για το πασίγνωστο τραγούδι
των Beatles, τουλάχιστον
μέχρι την αποκάλυψη της εύρεσης του τάφου της πραγματικής Ελεονόρας. Γεννημένη
το 1895 η πραγματική Eleanor(Whitfield
το επώνυμό της), σύζυγος του ThomasWoods,
έζησε μια ζωή που δεν απείχε από εκείνη
που περιγράφεται στο τραγούδι, παντρεύτηκε - μεγαλοκοπέλα για την εποχή εκείνη - στα 35 της
τον σιδηροδρομικό Thomas Woods και πέθανε άκληρη σε ηλικία μόλις 44 χρόνων.
Ο
εκ της μητρός παππούς της, JohnRigby,
επέμενε – και εισακούστηκε ως συνηθιζόταν - μετά το θάνατό της να λάβει το Rigbyως
εκείνο το επώνυμο που θα της επέτρεπε να ταφεί στον οικογενειακό τάφο. Έναν τάφο
που βρίσκεται στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Αγ. Πέτρου στο Λίβερπουλ, και το
περίεργο είναι πως σε αυτήν την εκκλησία πρωτοσυναντήθηκαν πιτσορικάδες ο JohnLennonμε
τον PaulMcCartney.
3. Van Morrison - Linden Arden Stole the Highlights
Ο περίεργος Ιρλανδικός μύθος που θέλει τον εκπατρισμένο LindenArden, τον άντρα που αγαπούσε
τον πρωινό ήλιο και στις φλέβες του έτρεχε ουίσκι, στοίχειωσε το μυαλό του συντοπίτη
του VanMorrisonσα φάντασμα.
Κι έτσι ο Vanτο 1974 στιχουργεί και προβάλλει τη
συλλογική μνήμη του Ιρλανδικού μεταναστευτικού ρεύματος στις ΗΠΑ στην
ψυχοσύνθεση εκείνου του μυθιστορηματικού χαρακτήρα που τ’ άρεσε να πίνει τα
κέρατά του, να πηγαίνει στην εκκλησία και …να κόβει με το τσεκούρι του τα κεφάλια
όσων έχωναν τη μύτη τους στο παρελθόν του. Όλα αυτά στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο.
Φελλινικός όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο καθώς πηγή
έμπνευσης σύμφωνα με τον συνθέτη του, τον Kris Kristofferson υπήρξε το LaStrada του Ιταλού σκηνοθέτη ο BobbyMcGee. Ένας χαρακτήρας θεωρητικά ανύπαρκτος (;), ένας ρόλος που
γράφτηκε κατά παραγγελία και ίσως γι αυτό και συγκεντρώνει σε ένα μόνο πρόσωπο καθολικά
την έννοια της λέξης εραστής (ή ερωμένη). Αυτός/η με τον/την οποίο/α μοιράζεται
ζωή, σώμα και ψυχή, αυτός/η που σου κρατά το χέρι, που σε νοιάζεται, που δε θα
θελήσεις ποτέ – μα ποτέ - να χάσεις και κυρίως αυτός/ή που θα ταξιδέψετε
τραγουδώντας παρέα προς την ελευθερία. Ιδίως όταν δεν θα έχετε πια τι άλλο
να χάσετε.
Το δισυπόστατο του φύλου στην παραπάνω παράγραφο δεν
οφείλεται μόνο στο ότι αρχικά ο Bobby
ήταν η Bobby αλλά
κυρίως στο ότι επιλέχτηκε το όνομα αυτό γιατί μπορεί να το φέρει τόσο ένας
άντρας όσο και μια γυναίκα δίνοντας (εμπορικό τρικ αυτό) τη δυνατότητα στο άσμα
να τραγουδιέται από φωνές ανεξαρτήτως του φύλου του/της κατόχου.
Το δε όνοματεπώνυμο ανήκει σε μια γραμματέα
της δισκογραφικής που στέγαζε μουσικά τον Kristofferson, την Bobbi McKee!
5. Tom Waits - Tom Traumbert's Blues (Four
Sheets To The Wind In Copenhagen)
Ποιος ήταν αλήθεια ο TomTraubert; Κάποιος φίλος, φίλου, φίλου του TomWaits (λένε οι θρύλοι που
διαχέονται μεταξύ των μουσικόφιλων), που πέθανε στη φυλακή. Κάποιος φίλος,
φίλου, φίλου που ξόδεψε όλη την προηγούμενη, πληγιασμένη ζωή του περιφερόμενος
στις φτωχογειτονιές των άρρωστων και των απόκληρων. Σε δρόμους που τριγύρισε και ο ίδιος ο Waitsμεθώντας
και ξερνώντας για να γνωρίσει από πρώτο χέρι τις αντανακλάσεις του κ. Traubertπριν
γράψει τους κινηματογραφικά συναρπαστικούς στίχους του υπέροχου και εμβληματικού αυτού
τραγουδιού.
Κι αν θέλουμε να εξετάσουμε την καταγωγή του Tom Traubert,
θα εικάσουμε πως είναι μάλλον Αυστραλός μιας και το ρεφραίν του τραγουδιού στηρίζεται στον
ανεπίσημο εθνικό ύμνο της χώρας των καγκουρό το Waltzing Matilda.
Πάμε στην περίπτωση της LucyJordan τώρα. Μιας γυναίακας που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε από τις χιλιάδες νοικοκυρές
που μέχρι την ημέρα που ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού της σπέρνοντας φωνές και
κατάρες στους περαστικούς δεν διέφερε σε τίποτε από οποιαδήποτε άλλη μεσοαστή:
Ο σύζυγος στη δουλειά, τα παιδιά στο σχολείο, η τηλεόραση, τα λουλούδια στο
βάζο, το φαγητό στο φούρνο και όλα τα νεανικά της όνειρα ματαιωμένα.
Λίγο πριν όλα αρχίζουν να στροβιλλίζονται και χαθούν σε ένα
πορτοκαλί fadeout
στο κρεβάτι του τοπικού ψυχιατρείου, η Lucy απολαμβάνει – δεμένη στην καρότσα του ασθενοφόρου - την
κούρσα που πάντα ονειρευόταν στους δρόμους …του Παρισιού.
Κατά την προσωπική μου άποψη δεν είναι απίθανο ο Shel
Silverstein, ο συνθέτης του τραγουδιού να εμπνεύστηκε από τα παρεμφερούς
θεματολογίας «Ημερολόγια της Ήντιθ» της Πατρίσια Highsmith πριν το παραδώσει στην μία και
μοναδική Marianne που
κυριολεκτικά ενσάρκωσε τη Lucy.
Τυπική περίπτωση πετυχημένου από τα γεννοφάσκια του τύπου ο David
Watts. Γοητευτικός, αθλητικός, με ηγετικά προσόντα και «κάτοχος» μιας άνετης,
ανέμελης και ευχάριστης ζωής. Και προπάντων υπαρκτός. Όλα όσα συνετέλεσαν και
δικαιολόγησαν δηλαδή την εκδήλωση κατάφορης ζήλειας προς το πρόσωπό του που
ένιωσε το ασχημομούρικο εργατόπαιδο του διπλανού θρανίου, ο συμμαθητής του (ο
μεγάλος και τρανός κατ’ εμέ) RayDavis.
Μια ζήλια που οι πηγές της ενίοτε
αναζητούνται και σε έναν υποβόσκοντα ερωτισμό. Γεγονός που δεν το λεν οι ‘κακές
γλώσσες’ μόνο αφού ο κ. DavidWatts
συχνά εξεδήλωνε ένα κάποιο ρομαντικό ενδιαφέρον προς τον αδελφό (και έτερο
μέλος των Kinks), τον
δηλωμένα αμφισεξουαλικό Dave.
Πάμε τώρα στον καλό άνθρωπο, τον AlbertBrown τον ήρωα των Dukes Of
Stratosphear που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από κάποιο τραγούδι των Kinks τόσο ο ίδιος όσο και η
μουσική που πλαισιώνει την ωδή σε αυτόν.
Ο μεθυσμένος κ. Albert
με το κοινότατο επώνυμο που κάποτε πολέμησε στον πόλεμο, εκεί που
χρειάστηκε να σκοτώσει κι αυτός μερικούς ανθρώπους, τώρα κερνάει, πεσμένος στα
πατώματα, άλλη μια γύρα τους θαμώνες του μπαρ. Ο καλός κ. Albert είναι η ενσάρκωση ενός – δύσκολα θα τον
έλεγες αξιοπρεπή – ξεπεσμού με το αλκοόλ να είναι τόπος εξορίας του συνταξιούχου,
που κρύβουμε (σχεδόν) όλοι μέσα μας, ηλικιακά, εργασιακά ή πνευματικά.
Εμπνευσμένος σύμφωνα με τους συνθέτες του από ένα διήγημα
του Φραντς Κάφκα (In The Penal Colony), ο με τον τρόπο του ψυχεδελικός αυτός χαρακτήρας όμως είναι κατά
το ήμισυ μόνο φανταστικός. Με το όνομα Albert Brown υπήρχε ένας Αμερικανός βετεράνος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1905 –2011) ο οποίος μάλιστα ήταν
από τους τελευταίους εναπομείναντες επιζώντες της διαβόητης πορείας θανάτουτου Bataan που υπέβαλε ο αυτοκρατορικός
στρατός της Ιαπωνίας δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτους.
Ίσως επίση ο τίτλος να είναι μια παράφραση της βασισμένης
στους χαρακτήρες του Peanuts του κομίστα Charles
M. Schulz, «You're a Good Man, Charlie Brown» του 1967 .
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στην κατηγορία των υπαρκτών προσώπων ανήκει ο ψυχεδελικός σουρεαλιστικός και μυστηριώδης κ. ArnoldLayne.
Ο διαβόητος κατά Floydκ Layne που έκανε την αγάπη του για cross-dressingχόμπι, κλέβοντας για ίδια χρήση
σουτιέν και γυναικεία εσώρουχα από τις απλωμένες μπουγάδες των γειτονισσών του
(των μανάδων του SydBarrettκαι του RogerWaters
συμπεριλαμβανομένων - .
Τουλάχιστον στη διαδραματιζόμενη μέσα στο τραγούδι υπόθεση ο Arnold την πατάει και συλλαμβάνεται, στην πραγματικότητα κανείς δε γνωρίζει την τύχη του όμως.
Όλα αυτά στα πέριξ
της ευρύτερης περιοχής του Cambridge,
10. The Allman Brothers Band - In Memory of Elizabeth Reed
Υπαρκτό πρόσωπο. Χειραφετημένη και σπουδαγμένη καλλονή, αγρότισσα, σύζυγος του ομοσπονδιακού λοχαγού BriggsNapier και μητέρα 12 παιδιών ηElisabethReed.
Με το σύζυγό της, τον πρώην ομοσπονδιακό λοχαγό Briggs Napier λειτούργησαν μάλιστα μια pub στις αρχές του 1900. Σύμφωνα με τα αρχεία των ΗΠΑ, γεννήθηκε τον 19ο αιώνα (1845) και πεθαίνοντας πλήρης ημερών το 1935, τάφηκε στο νεκροταφείο του Rose Hill. Εκεί που μαζεύονταν οι AllmanBrothersκαι εκμεταλλευόμενοι την απόλυτη ησυχία του εμπνέονταν και συνέθεταν τις μουσικές τους.
Ο κιθαρίστας της μπάντας DickeyBettsεπέλεξε τυχαία το όνομα της Elisabeth Reed από τα εκατοντάδες μνήματα για να τιτλοφορήσει την επτάλεπτη αυτή ορχηστρική του σύνθεση μη θέλοντας να αποκαλύψει το όνομα του ανθρώπου που πραγματικά τιμούσε συνθέτοντάς το.
Για την ιστορία, όχι μακριά από τον τάφο της Elisabeth Reed, βρίσκονται πλέον θαμμένοι οι Berry
Εδώ, ο JohnJoe, ο ήρωας του τραγουδιού των Dexysυπήρξε πραγματικά. Μόνο που ήταν κορίτσι και πιθανότατα να ήταν μόνο λόγω ποιητικής αδείας που ο αμφισεξουαλικός KevinRowlandτου άλλαξε το φύλο.
Η Johanna λοιπόν, την οποία συνάντησε κάποτε στη Σουηδία – άγνωστο αν είναι Σουηδή - έπειτα από μια σύντομη μόλις γνωριμία πήρε το θάρρος και του έστειλε ένα μήνυμα ρωτώντας τον ένα απλό ερώτημα: «Πιστεύεις στην αγάπη;»
Όντως πιστεύω στην αγάπη, της απάντησε, παρότι δεν ξέρω τίποτα για αυτή. Ξέρω μόνο πως είναι να εξαρτάσαι από τους ανθρώπους. Την αμέσως επόμενη στιγμή το ίδιο αυτό το απαντητικό του γράμμα το μελοποίησε και το έβαλε στο δίσκο με τον οποίο επέστρεψαν στη δισκογραφία πολλά χρόνια μετά το τελευταίο τους πόνημα οι αγαπημένοι μου Dexys.
Εδώ μπορείς να ακούσεις την πρώτη version του τραγουδιού. το εξίσου συγκινητικό "It's ok Johanna".
12. Συνθετικοί – Σταύρος Κοσμά Πέτρης
Ο καταραμένος αυτόχειρας, ο ξαναβαφτισμένος για ευνόητους λόγους Σταύρος Πέτρης του Κοσμά, και η παλιά και τραγική του ιστορία έρχεται να συμπληρώσει τέλος τούτη τη
λίστα. O νησιώτης που ήθελε να τον λένε 'Άνεμο' έζησε 103 χρόνια πριν εξουθενωμένος από τα οσα κακά του συνέβαιναν.
Το μόνο παραπάνω στοιχείο που κατάφερα να σταχυολογήσω μέσα από τα απέραντα χάη
του διαδικτύου είναι πως το "Σταύρος Κοσμά Πετρής” βγήκε απο μία
πραγματική συζήτηση που είχαν κάποιοι ηλικιωμένοι θαμώνες σε ένα καφενείο στην Δραπετσώνα και στο οποίο έτυχε να βρίσκεται λαθρακουστής ο Αποστόλης Λοβέρδος, ο στιχουργός του συγκεκριμένου τραγουδιου,ο οποίος και την κοινώνησε προς τα έξω.
Ρώτησα για περισσότερες πληροφορίες για το 'Σταύρο Πέτρη του Κοσμά', τον έτερο Συνθετικό, τον Διονύση Αυγερινό και αυτός μου επιβεβαίωσε την ιστορία. Παραθέτω την απάντησή του:
" Το ονομα Σταυρος (του) Κοσμα Πετρης ειναι συμβολικο. Ειναι μια ιστορια που ειχαμε ακουσει σε ενα καφενειο στην Δραπετσωνα και αναφεροταν σε εναν πολυ ευαισθητο και απροσαρμοστο ανθρωπο σε ολες τις κοινωνικες προσταγες. Σαν φυση ηταν πολυ ελευθερος και πολυ ανατρεπτικος. Το αποτελεσμα ηταν να απομονωθει απ ολους και ολα και καποια στιγμη δεν αντεξε και αυτοκτονησε με μαχαιρι. Ολα αυτα συνεβησαν 80 χρονια πριν τοτε που ακουσαμε την ιστορια του. ηταν το 1992"
Πλέον έχω δυστυχώς τη σιγουριά πως ο 'Σταύρος' και η τραγική του ιστορία είναι αμφότερα αληθινά μέχρι το κόκκαλο.
#
Ποιούς μπορεί να έχω ξεχάσει; Κάθε υπενθύμιση κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη!
υγ. Η λίστα αρχικά ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, αποφάσισα όμως να αφήσω εκτός όλες εκείνες τις καταγραφές που αφορούσαν πρόσωπα τα οποία μπορεί εγώ να μην γνώριζα (όπως αποδείχτηκε) μεν, παρόλο που υπήρξαν ιστορικά και κάποια πό αυτά διάσημα (ακτιβιστές, καλλιτέχνες. δολοφόνοι, παρουσιαστές κλπ), δε.
Πως θα μπορούσε να πάει άσχημα μια μέρα που ξεκινάει με την υπεραισιόδοξη εικόνα του αγαπημένου μου γκρινιάρη και (σχεδόν αιωνόβιου μα αεικίνητου) γείτονα που ενημερώνεται και πιθανόν φαντασιώνει πριν ακόμα την επέλαση της θερινής ώρας τις καλοκαιρινές του διακοπές περιμένοντας το μετρό.
Μιας μέρας που φιλοξένησε - άγνωστο πως - ένα από τα πιο πετυχημένα (από σκοπιά ακροαματικότητας) επεισόδια στην ...ιστορία της εκπομπής (**) και της οποίας το μεσημέρι με βρίσκει να γυρνάω στο σπίτι με τρεις πάρα πολύ καλούς (!!!) φρεσκοαγορασμένους δίσκους υπο μάλης.
(**) Ευχαριστώ όσες και όσους μου έκαναν παρέα για σχεδόν δυόμιση ώρες σήμερα το πρωί. Αν κάποιος/α επιθυμεί να (ξανα)ακούσει το σημερινό επεισόδιο δεν έχει παρά να εκμεταλλευτεί τη δεύτερη ηχογραφημένη παρουσία του, κατευθείαν από εδώ:
'Στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων, καλώς ή κακώς, υπάρχει μια περίοδος κορυφαίας εμπειρίας, ένα διάστημα στο οποίο είμαστε στην καλύτερη φόρμα μας, ίσως επειδή αντιμετωπίζουμε επιτυχώς κάποια πρόκληση, αντέχουμε κάποια δοκιμασία, απολαμβάνουμε κάποια ειδική αναγνώριση, βρίσκουμε μια παρατεταμένη και αδιανόητη ως τότε απόλαυση ή απλώς αισθανόμαστε συνεχώς ευτυχισμένοι και ελεύθεροι. Τότε υπάρχει μια τάση να παγώσουμε ψυχολογικά σε αυτόν τον χαρούμενο πάγο και να μετατρέψουμε τον εαυτό μας σε ζωντανά απολιθώματα για όλη την υπόλοιπη ζωή μας. '
Πιθανότατα αυτόπτης της λήξης κάποιας τέτοιας περιόδου, προσπαθώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου μα το μυαλό παραμένει κολλημένο στον άντρα που έχει σταθεί στο χείλος μιας ταράτσας που ο φακός της φωτογραφικής μου μηχανής εσφαλμένα βαφτίζει γειτονική.
Στο τρίτο σπανωτό κλικ – όσο απανωτό μου επιτρέπει η δύσκολη εστίαση σε αστικό περιβάλλον με κόντρα αντηλιά, δε βρίσκω στόχο. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα μήπως ακούσω κάποια κραυγή ή σειρήνες ασθενοφόρων. Κι έπειτα ήρεμος ξαναγυρίζω στη δουλειά μου.
Τα απογεύματα όταν σκέψεις και πάθη ηρεμούν είναι νομίζω πιο φιλικά από τα μεσημέρια στην ψυχολογία του ανθρώπου.
Μπορεί κάποιες Κυριακές να γυρίσεις από το παζάρι φορτωμένος τα πάντα. Και κάποιες άλλες να μη βρεις τίποτα, να μην κάνεις καν σεφτέ ή το πολύ να αγοράσεις κάποιο δίσκο αντί ενός ευρώ έτσι, για το καλό. Ε, λοιπόν, σ' αυτές τις δεύτερες Κυριακές, όταν ο πυρετός του βινυλίου μένει αγιάτρευτος, είναι μάλλον άλλα τα πράγματα που τις χαρακτηρίζουν και μπαίνουν σελιδοδείκτες της μνήμης.
Θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, τα κλικ που έκανες με τη φωτογραφική σου μηχανή που βαραίνουν την τσάντα λίγο περισσότερο.
Έχω ήδη φτιάξει στο μυαλό μου τις μικροϊστορίες των κοριτσιών των οποίων τις φωτογραφίες βρήκα σήμερα λασπωμένες στη μέση του δρόμου. Αλλά δε νομίζω ότι χρειάζεται να τις αφηγηθώ. Εις ενδιαφερόμενος κοιτώντας τες καλείται να προβάλει τη δική του εκδοχή – ευχάριστη ή δυσάρεστη δεν έχει σημασία -.
Η κακορίζικη τύχη των φωτογραφιών αυτών, μου θύμισε το φιλμάκι/βίντεο που συνοδεύει το ‘Slipping Away’ του Moby, το οποίο αν και είναι από εκείνα που εκβιάζουν το συναίσθημα και τη συγκίνηση του θεατή, το θεωρώ απλά από τα καλύτερα που έχω δει.
Κι αυτό γιατί τον προαναφερθέντα εκβιασμό τον κάνει με έναν υπέροχα προφανή τρόπο, όσο προφανής είναι συνήθως ακριβώς δίπλα μας η αλήθεια αυτοπροσώπως παρόλο που εμείς δεν τη βλέπουμε.
Όσο προφανείς και απλοϊκά αληθινοί είναι και οι στίχοι του:
- Οι εκλογικοί κατάλογοι της Αχερουσίας ανανεώθηκαν μες την εβδομάδα και ενέγραψαν το νέο μέλος τους, μου λέει ο πατέρας μου.
Η κούραση των ημερών ξεπλένει τον όποιο λογοτεχνισμό από τη φράση του, σε δευτερόλεπτα ανατρέχω στους εναπομείναντες από την ήδη αποδεκατισμένη του παρέα, η οποία είναι η αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχει δεχτεί τα σοβαρότερα πλήγματα. «Ποιος;» είναι το μόνο που τον ρωτάω.
- Ο Βασίλης, μου απαντά με υγρά μάτια και το καταλαβαίνω πως όπου να ‘ναι θα βουρκώσω κι εγώ.
- Και πότε είναι η κηδεία; Θέλεις μήπως να σε πάω εγώ; θέλεις να πάμε μαζί; τον ρωτάω και τον παρακολουθώ να σηκώνει αργά στη γνωστή κίνηση που σημαίνει δεν ξέρω, τους ώμους του.
Καλά πότε πέθανε; επιμένω.
- Ε, όπου να ‘ναι, όχι ακόμα μου απαντά και με κοιτάζει απορημένος χωρίς να καταλαβαίνει γιατί κυλιέμαι κάτω από τα γέλια με την απάντησή του.
Ο προγραμμένος κυρ Βασίλης ζει, ο πατέρας μου προσπαθεί πιθανότατα να συνηθίσει τη θλίψη που θα τον καταλάβει αν τον χάσει (ίσως και να τον … «εκδικείται» που είχε προ καιρού γίνει αποδέκτης της φαρμακερής ατάκας του «Έτσι που έγινες ρε φίλε τι τι θέλεις τη ζωή;»).
Κι εγώ ακόμα γελάω μέσα σε αυτή την παράξενα βίαιη εβδομάδα που απαίτησε από μένα μια συνεχή εναλλαγή ρόλων σε μαιευτήρια και σε νεκροταφεία, σε δικαστήρια, σε δρόμους, σε σπίτια και σε ώρες εργασίας.
#
Κάποια στιγμή έβγαλα τη φωτογραφική και σημάδεψα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Σύζυγοι, φίλοι, αδέλφια. Ποιος ξέρει. Ένας καφές κοινός κι από ένα τσιγάρο. Στα εύκολα και στα δύσκολα. Και στα βαρετά. Κάποιος να καταγράφει έστω άθελα κι ασυνείδητα όλη σου τη ζωή, όπως μου είπε τις προάλλες μια καλή φίλη.
#
Εκτάκτως σήμερα Τετάρτη, ομαδικό jet lag στο στούντιο του indieground, εγώ αλλά και οι ακροατές να έχουμε την αίσθηση ότι είναι Παρασκευή. Ευχαριστώ όσες και όσους μου έκαναν παρέα. Όποιος/α επιθυμεί να (ξανα)ακούσει ηχογραφημένο το σημερινό επεισόδιο της εκπομπής δεν έχει παρά να εκμεταλλευτεί τη δεύτερη ηχογραφημένη παρουσία αυτού, κατευθείαν από εδώ:
Ρίχνει προσεχτικά, μην λερώσει τη γραβάτα του που κρέμεται, λίγο νερό από το πλαστικό μπουκάλι στο καπάκι του σέικερ στο οποίο μόλις χτύπησε το φραπέ του. Το στρέφει στα δάχτυλά του με κυκλικές κινήσεις και αδειάζει τον ξεπλυμένο αφρό στον υπόλοιπο καφέ. Διαλέγει το πράσινο καλαμάκι από τα δύο που έχει μαζί του και το βυθίζει στον καφέ.
Έπειτα με την ίδια αυλάβεια με την οποία έβγαλε ένα ένα τα σύνεργα από τη μικρή δερμάτινη samsonite που κρεμάει στον ώμο του, τα ξανατοποθετεί στη θέση τους: το κουταλάκι στη θέση του στυλό, το πλαστικό μπουκαλι του νερού κλειδώνεται στο μονωτικό του περικάλυμμα και βολεύεται δίπλα στο κουτί της ζάχαρης. Πριν κλείσει την τσάντα βγάζει από μέσα ένα σακουλάκι με κουλούρια.
Ντυμένος κομψά, λες και βγήκε μόλις από κάποιο συνέδριο, ή την πιο επίσημη εκδήλωση του κόσμου, στρώνει το μαντήλι του στα εξωτερικά σκαλιά του σταθμού του μετρό και με τον καφέ στο χέρι λίγο πριν καθίσει να διαβάσει τη χθεσινή του εφημερίδα προλαβαίνει να με δει να παρατηρώ κάθε του κίνηση.
Μου επιστρέφει χαμογελαστά την καλημέρα που του λέω.
#
υγ. Δεύτερη από τις κάμποσες υπενθυμίσεις που θα ακολουθήσουν: Στο επεισόδιο του λεμονοστίφτη αυτήν την Παρασκευή, τον πρώτο (και τελευταίο) λόγο θα έχουν οι επιλογές των ακροατών. Γι αυτό όσοι και όσες ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν μπορούν από τώρα να μου στέλνουν τις προσωπικές τους επιλογές.
- Δε θέλουμε να την ξαναδούμε ούτε ζωγραφιστή να της πεις, μήνυσαν στη φίλη που πήγε να μαζέψει τα πράγματά της τ’ αφεντικά από το
σπίτι που παραδούλευε εσώκλειστη...
Σε κάποιαν έξοδο, μιαν Κυριακή τον γνώρισε κι αμέσως τον
ερωτεύτηκε η Χαρά. Δυο βδομάδες έχουν περάσει. Και τώρα μέσα στο ξένο σπίτι σφουγγαρίζει
κι ανατριχιάζει τον καημό που δε θα δει τον καλό της μέχρι το επόμενο ρεπό.
Κάθε μέρα που ξημερώνει, πως και πως τα μεσάνυχτα περιμένει η Χαρά. Που θα χτυπήσει το κινητό της. Να ακούει τον άνθρωπό της να την καληνυχτίζει πριν την πάρει ο ύπνος.
Της πήρε ο έρως τα μυαλά για τα καλά της Χαράς, μπουκιά δεν
κατεβαίνει κι η δουλειά της φαίνεται βαρύτερη τώρα. Άσε που αφαιρέθηκε και ξέχασε
σε λίγες μέρες να μιλάει τη νέα της γλώσσα. Αβάσταχτη η ευτυχία.
Έμπλεξε στα δίχτυα του έρωτα η Χαρά. Κι όταν το αμόρε δεν τηλεφώνησε
για μια βδομάδα έκοψε τη φλέβα της η Χαρά. Μέσα στο ξένο σπίτι.
Ποτάμι το αίμα.
Πίσω στην πατρίδα ο γιος της είναι ακόμα στη φυλακή. Τους
δικηγόρους τους πληρώνει η Χαρά με το μήνα. Ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο δεν τους έχει στείλει φράγκο.
Από τη Βικτώρια τηλεφωνώ στα παιδιά στο μεζεδοπωλείο, τους παραγγέλνω μια φωτογραφία…
Σε δυο μέρες φεύγει η Χ για Γερμανία να εγκατασταθεί μόνιμα, η υπόλοιπή της οικογένεια είναι ήδη εκεί. «Άκόμα ένας από την παρέα και τον ευρύτερο αυτής κύκλο που αφήνει τα εν Ελλάδι στους όλο και μειούμενους καλούς ανθρώπους που μένουν γύρω μου», είμαι εγωιστής άραγε που σκέφτομαι έτσι;
Η Χ. έχει κανονίσει να χαιρετήσει όσους ξέρει σ’ ένα μεζεδοπωλείο που υπάρχει στο κέντρο από καταβολής πόλης. Είναι από εκείνα τα μαγαζιά που ο θρύλος τους επιβάλει να έχεις καθίσει και να τα έχεις πιει τουλάχιστον 5-10 φορές εκεί στα νιάτα σου. Να έχεις μεθύσει, να έχεις ξεράσει και να μην έχεις ξαναπατήσει το πόδι σου από τα είκοσιτόσα σου χρόνια (για μένα γράψε 1992).
Ήδη από τις 8 έχουμε αρχίσει και μαζευόμαστε, ανά δύο ή ανά τρεις οι περισσότεροι έχουμε ξανασυναντηθεί οπότε συστηνόμαστε με τους υπόλοιπους. Σε κάθε νέα άφιξη αυτό επαναλαμβάνεται παρόλα αυτά δε χάνουμε χρόνο: πίνουμε, τα λέμε όλοι σαν παλιοί γνώριμοι, γελάμε, τσουγκρίζουμε τα ποτήρια και το εννοούμε λιγάκι παραπάνω από τις άλλες φορές - μεγαλώνουμε βλέπεις κι οι όποιες αλλαγές βαραίνουν διαφορετικά.
Παραδόξως μια μυστήρια ευθυμία έχει καθίσει πάνω μας. Γύρω μας εικοσάχρονες καταβόθρες - σαν τους παλιούς «εμείς» ένα πράγμα – φωνασκούν μπεκρουλιάζοντας τα μισόκιλα πέντε πέντε κι εμείς διηγούμαστε ιστορίες χθεσινές, άλλες επικές και άλλες καθημερινές. Ρουφώ μετρημένα τις γουλιές τη μπύρα μου, αντανακλαστικά αποφεύγω τους μεζέδες της ποικιλίας και ακούω το παράπονο ενός ανθρώπου που μέχρι χθες δε γνώριζα.
- Ήρθα στεναχωρημένος από μια δουλειά, εξομολογείται.
Προγραμματιστής, κάπου στα 50 του ο Δ, εξιστορεί εν τάχει τα γεγονότα. Το συμφωνηθέν συμβόλαιο με την Χ εταιρία, η προκαθορισμένη κοστολόγηση, οι μήνες εργασίας, η έγκαιρη παράδοση του προϊόντος και όλα όσα προηγήθηκαν της μη καταβολής των δεδουλευμένων. «Πάρτε αυτά στο χέρι (μειωμένα κατά 45%) και είσαστε εντάξει», τους είπαν από το λογιστήριο της γνωστής και αξιότιμης πράσινης εταιρίας με έδρα τον Ασπρόπυργο.
Όταν ήρθε η σειρά μου να πω μια αντίστοιχη ιστορία, τους εμπιστεύτηκα εκείνη την εμπειρία με το ιδιαίτερο μάθημα που παρέδιδα στο τέκνο της ευκατάστατης, πάππο προς πάππο αριστερής οικογένειας, εκείνης που με σταύρωναν μέχρι να με πληρώσουν, τα πάντα λιγότερα κι ενίοτε σε κέρματα χρήματα.
Όλα αυτά δε θα το ανέφερα εδώ, θα ήταν άκυρα και άνευ ενδιαφέροντος θέματα για μια ανάρτηση, αν μετά από λίγο δε συναντούσα στα τραπέζια του μεζεδοπωλείου τον εν λόγω μαθητή μου. Κοίτα να δεις μικρός που είναι ο κόσμος χαμογέλαγα μέσα μου καθώς χαιρετιόμασταν εγκάρδια.
- Πως τα πας φίλε τώρα που τέλειωσε το σχολείο; τον ρώτησα
- Μια χαρά δάσκαλε, μου απαντά. Το καλοκαίρι δούλευα στο θείο μου στον Ασπρόπυργο. Έχει μια εταιρία που λέγεται... Τον ακούω που επαναλαμβάνει το όνομα της γνωστής και αξιότιμης πράσινης εταιρίας.
Όντως ο κόσμος είναι μικρός. Άσχετα που εμείς σκορπίζουμε στα πέρατά του.
Κοντά στα μεσάνυχτα, αγκαλιάζω τη Χ. με όλη μου τη δύναμη και φεύγω νωρίτερα από τους υπόλοιπους. Στο δρόμο για το πάρτυ του σταθμού περνάω από το πεδίον του Άρεως. Κοντοστέκομαι για λίγο στους ήχους του Indie Free Festival, δεν ξέρω ποια μπάντα παίζει, χρονοτριβώντας στο φθινοπωρινό κρύο με ένα τσιγάρο στο στόμα. Περιέργως όλα είναι ήρεμα στους γύρω δρόμους. Το ίδιο και εγώ.
Όχι πολύ αργότερα, από τη Βικτώρια τηλεφωνώ στα παιδιά στο μεζεδοπωλείο, τους παραγγέλνω μια καλύτερη φωτογραφία από τις τουαλέτες του μαγαζιού: μια κοντυλιά στον τοίχο ενός χωμένου στις σκέψεις του μα ξαλαφρωμένου ανθρώπου.
Έπειτα βυθίζομαι σε ντεσιμπέλ και αλκοόλ κάπου στις παρυφές του Συντάγματος. Την ίδια ώρα που αργοπορημένα, ο θεσμός του χορού των καψιμάτων ξεκινά στο Πεδίο του Άρεως και εγώ έχω μόνο δυομιση ώρες ύπνου μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι της Κυριακής.