15 Ιουλίου 2010

απομεινάρια του έρωτα

Κι άλλοι αγάπησαν και το βροντοφώναξαν κι άλλοι ερωτεύτηκαν και το διαλάλησαν περήφανοι, με λόγια και με πράξεις. Αλλά εσύ βρήκες το λάθος τρόπο, δε στο καταλογίζω όμως. Είναι θέμα παιδείας και αισθητικής, μα που να το σκεφτείς;

15/7/2010 48 χλμ Αθηνών Σουνίου

14 Ιουλίου 2010

φέροντας τίτλους

Οι τίτλοι συγγένειας πχ. αδελφός, θείος, παππούς, αποκτώνται πανεύκολα, δε χρειαζεται να κουνήσεις το δάχτυλό σου και ο τίτλος είναι δικός σου για πάντα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, ο τίτλος ως προσφώνηση πλέον αντικαθιστά άμα τη αποκτήσει του και το όνομά σου.
Κατόπιν, πρέπει συνεχώς να σπαταλάς δυνάμεις για να αποκτήσει σημασία ο τίτλος αυτός. Αλλά αυτό είναι μάλλον μια άλλη ιστορία...

Μια παραλία γεμάτη απο φέροντες κάθε είδος από τους παραπάνω τίτλους, είναι αυτή του Αγίου Νικολάου. Σ’αυτήν πηγαίναμε οικογενειακώς τα παλιά χρόνια, δεν την τιμώ πλέον συχνά λόγω της συγκεκριμένης προαναφερθείσας ανθρωπογεωγραφίας. Προτιμώ κάποια πιο ήσυχη, μα όποτε βρεθώ εκεί δε σταματώ λεπτό να παρακολουθώ σαν εξωγήινος παρατηρητής το ανθρώπινο είδος.

Καταγραφή από προπέρσινη παρουσία μου στη συγκεκριμένη παραλία.

12 Ιουλίου 2010

η βερυκοκιά και άλλες ιστορίες

Ένα βράδυ, πρίν κανά δύο χρόνια,είχα ξυπνησει εντρομος. Ο ουρανος ηταν περιεργα πρασινος και η βερυκοκια μου ειχε εξαφανιστει, στη θεση της υπηρχε μονο μια τρυπα και μεσα της βατράχια. Βεβαιωθηκα οτι ημουν ακομα στο κρεββατι μου στην αθηνα και αυτο δεν ηταν παρα αλλο ενα ονειρο οπου το εξοχικο μου σπιτι, αυτό που ειχα περάσει τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής μου, μετέβαλλε πάλι κατά εφιαλτικό τροπο τις παιδικες μου αναμνησεις. Ειχα σηκωθει ανταριασμενος.

Στον κηπο εστεκαν εδω και 35 χρονια δυο βερυκοκιες., η μανα μου τις ειχε ονοματισει μια σε καθε παιδι απο τη μερα κιολας που τις φυτεψε. Η δικη μου σε αντιθεση με της αδελφης μου εμεινε στασιμη, ουτε ψηλωσε ουτε καρποφορουσε ιδιαιτερα κι οποτε θυμοταν οτι ηταν οποροφωρο κερναγε κατι χλωμα κι αγευστα βερικοκα. Μα δεν ειχα προβλημα, εφτανε που ηταν δικη μου, και οταν εσκαβα και περιποιομουν τον κηπο, της εδειχνα διπλασια φροντιδα, μασουλωντας βερκοκα απο την αντιπαλη γειτόνισσα...

Σαββατο 10/7
50 χλμ νοτια της αθηνας. Στο δρομο για το εξοχικο μου σπιτι, να το προετοιμασω για τις φετινες μας διακοπες. Πρωτη φορα τα τελευταια 15 χρονια που θα το νεμεται πραγματικα, και οχι μονο στα χαρτια, η αφεντια μου. Την άφιξη θα καθυστερήσει μόνο μια σταση για μια βουτια, βιαστική κι ας ειναι και στην ανεκαθεν λαοφιλη παραλια του Αγίου Νικολάου, που πηγαιναμε απο παιδια.
Παρκαρουμε αναμεσα σε εκατονταδες αλλα ΙΧ, βουταμε στον κοσμο πριν φτασουμε στο νερο, δροσιζομαστε(?), πινουμε κερασμενα διαφημιστικα αναψυκτικα. Μαζευουμε τα σκουπιδια μας, να τα πεταξουμε, μην τα κουβαλαμε μαζι μας. Πισω απο την παραλια ειναι το παρκινγκ, πισω απ αυτο μια τρισαθλια περιφραγμενη μινι χωματερη του δημου που συσωρρευει σκουπιδια της ευρυτερης περιοχης, να τα βρουν χωρίς κόπο τα δημοτικα απορριματοφορα.
Ο Ν κορνάρει να ξαναμπώ στο αμάξι. Έχω μεινει στο σκουπιδοτοπο παραπανω απ οτι πρεπει. Μια πορτοκαλι πολυθρονα, απ’αυτες που γινονται κρεβατι, ειναι ανοιχτη και μου τραβαει την προσοχη. Εχουμε και μεις μια ολοιδια, να κοιμιζει εναν απο τους οσους καλεσμενους μας εδω και 40 χρονια. Θυμαμαι ακομα και το καλυμα της, λευκο με καφε πουα. Μονο που αντι για κυκλους εχει το σημα της ειρηνης. Αρκετά χίπικο. Το προόριζε η μητερα μου για φορεμα, της το ειχε απαγορεψει ο πατερας μου το 72 επι χουντας. «Ασε ρε γυναικα, μην εχουμε τιποτα μπλεξιματα με τους μαλακες» θα της ειχε πει κι αυτη το ραψε αλλοιώς, κάλυμμα στην πορτοκαλί πολυθρόνα.

Πρωτο ποστ που δεν ειναι γραμμενο απο το γραφειο μου, αλλά στο εξοχικο μου σπιτι. Πρωτη φορα μονος εδω, μετα απο χρονια. Ο Ν εφυγε εχθες και εγω επιασα να τακτοποιω και να κανω το σπιτι κατοικισιμο κατα τις δικές μου βολές. Οι γονείς μονο σαν επισκεπτες έρχονται, μια η δυο φορές το χρονο. Τους ειναι δυσκολη, με τοσα προβληματα, η προσβαη μα και η παραμονη. Και η οικογενεια της αδελφης μου μεταποιωντας και επεκτεινοντας το κατω μερος απεκτησαν τελικά δικη τους στεγη πριν μου δωσουν πισω τα κλειδια.
Οπως είναι φυσικο, σ’ενα συγύρισμα, κάποια στιγμή θα έπεφτα και πάνω στο κουτί με τις φωτογραφιες. Παράτησα στη μέση, πολλές και χωρίς μέθοδο ανοιγμένες δουλειές και ξεκινησα να χαζευω χρόνους παρελθόντες. Ξανάστησα φωτογραφημένες διηγήσεις απ’ το 60 κι υστερα και ιστορίες που είχα να ακούσω απο παιδί. Οι γονεις μου μαθητες, φοιτητές, μετα αρραβωνιασμενοι, έπειτα στον «Πορτοκαλή Ήλιο», γαμήλια διαδρομή για την Κω, βόλτες με ποδήλατα. Και νάτοι ξανα στην Αθήνα, γελώντας σε ταβέρνες και μπουάτ με φίλους, κλαίγοντας στο αεροδρομιο που επιστρέφει Αμερική η θεια, η μάνα μου με την κοιλια μεχρι περα, εγκυος στην αδελφη μου, καλοκαιρια, χριστουγεννα, αρνια, καλοκαιρια, φουσκωμενη κοιλια και παλι απο την αρχη μα σε εγχρωμες πλεον εκτυπωσεις. Γιαγιαδες, θειοι, ξαδελφια, γιορτές, τουρτες εκδρομες, το εξοχικό σε όλες τις φάσεις του και εγώ.

Μακρινές εποχές που σχεδόν τις είχα ξεχασμένες. Καθομαι στην βεράντα, η θέα – σήμα κατατεθέν του σπιτιού - είναι υπέροχη, έχω δανεικό laptop να γραφω και πίνω μπύρες. Ακούω στο παλιο πικαπ του θείου το 77 των Talking Heads για πολλοστή φορά και τώρα σειρά έχει o Al Stewart. Το “Year of the Cat” το πρωτακουσα σε μια μεταμεσονυχτια εκπομπη του κρατικου το 1985 σε τουτη εδω τη βεραντα. Αγορασα λοιπον μια κοπια του δισκου να την αφησω εδώ. Ανοιγω αλλη μια μπυρα, μπας και ξαναθολώσουν οι μνήμες απ τις φωτογραφίες. Αν βρω «δανεικό» δίκτυο θα το ανεβάσω, έτσι αδιόρθωτο κείμενο, σκέφτομαι.
Η πορτοκαλί πολυθρόνα δεν είναι στο σπίτι. Μπορεί να είχε χαλάσει και να την πεταξαν, αλλα «Τουλάχιστον την είδα μια τελευταία φορά», σκέφτομαι γελώντας. Και συνοφρυώνομαι ξανα που λείπει η βερυκοκιά μου. Την έκοψαν. Αυτή χωρίς λόγο.

9 Ιουλίου 2010

ουδέν σχόλιο


Η εφευρετικότητα του Έλληνα σε λάθος διαδρομές. Τασάκι σε δημόσια υπηρεσία.

Αθήνα 7/7/2010

8 Ιουλίου 2010

πήρα βαθειά ανάσα ...μα το ξανασκέφτηκα

Κάθε επαγγελματικό μου βήμα, από μια αίτηση για δουλειά ή μια συνέντευξη μέχρι τον πρώτο μισθό σηματοδοτείται και από την αγορά ενός δίσκου. Πρέπει να είναι το συσσωρευμένο μου άγχος που απαλύνεται αμέσως μόλις περάσω την είσοδο του κοντινότερου δισκάδικου.

Πρέπει να ήταν το 1998 όταν είχα να περάσω από την πρώτη μου συνέντευξη, για μια θέση χημικού στο ελληνικό παράρτημα μιας πολυεθνικής.
Το αντικείμενο της, η παραγωγή, επεξεργασία και διάθεση βιομηχανικών ορυκτών και μεταλλευμάτων με άφηνε παγερά αδιάφορο, μα στη διαδικασία των συνεντεύξεων είχα ακουσίως μπλεχτεί απ’ όσους πίστευαν μέχρι τότε στην καριέρα μου σα χημικός.

Παρ’ όλη την αδιαφορία, είχα καταρρακωθεί από το στρες τουλάχιστον 10 ημέρες πριν. Πόσω μάλλον που ήμουν ερμηνευμένος να δώσω και σύσταση ενός οικογενειακού γνωστού, φίλου του εν Ελλάδι διευθυντή παραγωγής της εταιρίας. Δυο φίλοι ανέλαβαν την προετοιμασία μου για το γεγονός.
Σύρθηκα στα μαγαζιά για "καλό" παντελόνι, γραβάτα και πουκάμισο από το Ν και κατόπιν σε τεχνικές προσομοίωσης σε συνθήκες συνέντευξης από το Δ.

Τα ιδιόμορφα αυτά "σεμινάρια" κράτησαν 5 μέρες. Διαβασμένος, μια συγκεκριμένη Δευτέρα, άβολα μέσα στα καινούρια μου ρούχα, έφτασα – νωρίτερα όπως πάντα – στην αίθουσα αναμονής. Περίμενα ιδρώνοντας και ψάχνοντας ποιο μάντρα με ηρεμεί περισσότερο.
Μόλις 15 λεπτά αργότερα ανοίγει την πόρτα ο προηγούμενος συνδιεκδικητής και μεσα από σφιγμένα δόντια μου εύχεται καλή επιτυχία.
"Είναι μονό ένα μισάωρο, θα περάσει..." ή κάτι τέτοιο τον άκουσα να μουρμουρίζει διασχίζοντας το διάδρομο προς την έξοδο.

Μπήκα, καλημέρισα, συστηθήκαμε δια χειραψίας με τους 2 ερωτώντες και παρέδωσα το βιογραφικό μου. Συζητήσαμε για λίγο περί χημείας, εργαστήριων, φασματογράφων κλπ Απάντησα με ένα θερμό «Μάλιστα» στην ρητορική ερώτηση:
"Γνωρίζετε φαντάζομαι το μέγεθος και το αντικείμενο της εταιρείας μας." που μου απεύθυναν. Περίμενα τώρα, την πρώτη προσωπική ερώτηση:
"Πως φαντάζεστε κύριε Χ τον εαυτό σας σε 5 χρόνια; Τι θα θέλατε να έχετε επιτύχει διαμέσου της πορείας σας στην εταιρία μας;"
Εύκολο, σκέφτηκα, στα λόγια είμαι καλός.
Πήρα τη βαθειά ανάσα που χρειάζομαι πριν από μια μεγάλη φράση, το ξανασκέφτηκα και τελικά άρθρωσα:
"Γνωρίζοντας πως η απάντηση μου δεν θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες σας, θα ήθελα πραγματικά σε 5 χρόνια από σήμερα να είμαι ει δυνατόν ένας επιτυχημένος σκιτσογράφος". Χαλάρωσα και απήλαυσα την αμηχανία αμφότερων.

Μια ώρα αργότερα έβγαινα από την αίθουσα που είχε λάβει χώρα η συνέντευξη, προβληματισμένος με την πορεία της ..."συνέντευξης".
Βάδιζα μηχανικά, καθώς συνειδητοποίησα ότι κατευθυνόμουν προς τον μόνο ήχο που ακουγόταν στην παράδοξη ερημιά του Κολωνακίου. Κατέβηκα τη Σίνα και μπήκα στο Jazz-Rock της Ακαδημίας. Έπιασα να χαζεύω τις νέες κυκλοφορίες. Το μονό που χρειαζόμουν ήταν να ακούσω λίγη μουσική.

"Ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο κύριε; Μπορώ να σας βοηθήσω;" ρώτησε για τρίτη φόρα ο πωλητής που διακριτικά μα κατά πόδας με ακλουθούσε στο χώρο. Είχα πάνω μου χίλιες δραχμές και 2 εισιτήρια λεωφορείου, μ’αυτά δεν αγοράζεις τίποτα.
"Το καινούριο των Βelle & Sebastian" απάντησα να τον ξεφορτωθώ μιας και γνώριζα πως η επίσημη κυκλοφορία του ήταν για τον επόμενο μήνα.

Απομακρύνθηκε στιγμιαία, προς ανακούφιση μου μα περιχαρής επανεμφανίστηκε κρατώντας μια κόπια του "The Boy with the Arab Strap” :
"Εχθες το φέραμε είπε, ένας φίλος μας το δειγματισε κατευθείαν από Λονδίνο, ορίστε!. Η κανονική του τιμή θα είναι διπλάσια άλλα μιας και δεν έχουν κοπεί τα απαραίτητα παραστατικά, σας το αφήνω 1000 … χωρίς απόδειξη. Το θέλετε;"

Κάθισα στις πίσω θέσεις του λεωφορείου, με το δίσκο αγκαλιά, αναλογιζόμενος την τροπή που είχε πάρει πρωτύτερα το ερωτηματολόγιο της παρθενικής μου συνέντευξης.

-"Ποιους άλλους σχεδιαστές ξεχωρίζετε; Τι σας αρέσει στον Reiser που αναφέρατε;"

-"Γιατί δεν σας αρέσουν οι Jethro Tull;"

-"Να πω να σας φέρουν ένα κουλουράκι με τον καφέ σας;"

-"Σίγουρα δεν ενδιαφέρεστε για τη θέση; ...θα μπορούσαμε να επιδοτήσουμε την εκπαίδευση σας στη Γερμανική γλώσσα."



Παρεμπιπτόντως εχθές αγόρασα το Jardim Eletrico βραζιλιανων Os Mutantes. 60s ψυχεδέλεια, ποπ, tropicalia με χαρακτηριστικά γυναικεία φωνητικά. Στο δίσκο υπάρχει και το αριστουργηματικό El Justiceiro.

7 Ιουλίου 2010

σαράντα ώρες

Δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Προσποιούμενος τον ήρεμο έχω βαλθεί 2 μέρες τώρα να φτιάξω το σπίτι μου. Συγύρισα, σφουγγάρισα ξεσκόνισα τη σκόνη εβδομάδων, γέμισα 6 φορές το πλυντήριο. Ξεδιαλέγω ρούχα και βιβλία για χάρισμα. Τελειώνοντας τα βασικά, τακτοποιώ στα γρήγορα και τους δίσκους μου.

Διάλειμμα.

Μια γρήγορη εξόρμηση στο σουπερ μάρκετ της γειτονιάς. Τυρί σόγιας για τη χοληστερίνη, ντομάτες, καφές. Στο δρόμο της επιστροφής ένας πακιστανός με κελεμπία και σαρίκι με σταματά και μου μιλάει στη γλώσσα του. Το ρωτώ στα αγγλικά, να καταλάβω αν χρειάζεται κάτι. Με έχει περάσει για μουσουλμάνο, δε θέλει κάτι συγκεκριμένο, απλά μου απευθύνει τον πρωινό θρησκευτικό χαιρετισμό.

Μπαίνω σπίτι, κονταίνω, γελώντας, τα μούσια μου, 2 πόντους και αρχίζω να αλλάζω τη διακόσμηση των χώρων. Ένας νέος πίνακας – σε χοντρή κορνίζα - κάποια αυτοκόλλητα τοίχου στο υπνοδωμάτιο, το παλιό πράσινο βάζο ταιριάζει καλύτερα στη νέα του θέση. Πάει κι αυτό.
Κοντεύω τις 40 ώρες σπιτικής εργασιοθεραπείας, σκέφτομαι καθώς έχω ήδη βαλθεί να αλλάξω ταπετσαρία στις καρέκλες της τραπεζαρίας. Ζεσταίνομαι, ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα, η φασαρία του δρόμου με αποδιοργανώνει.

Νοιώθω ακατανίκητη επιθυμία να ακούσω Λένα Πλάτωνος. Περίεργο γιατί μου ήρθε στο μυαλό. Έχω να ακούσω δίσκο της, κοντά 15 χρόνια. Βάζω το Γκάλοπ. Συνειδητοποιώ πως είναι η πρώτες νότες που ακούω αυτές τις 2 μέρες.
Η Άσκηση Φυσικής, ο Μάρκος και οι Εμιγκρέδες της Ρουμανίας ξαναπιάνουν δουλειά, ενώ εγώ τελειώνω την δεύτερη καρέκλα.

5 Ιουλίου 2010

... πέρυσι το καλοκαίρι

Πέρυσι τέτοιο καιρό και ήμασταν και φαινόμασταν πιο ξέγνοιαστοι. Ιούλιος όπως και τώρα: τρεις ώρες οδήγηση, ένα τέταρτο περπάτημα και μισή ώρα κατάβαση γκρεμού με αντίσκηνα και προμήθειες στις πλάτες.

Ιδρωμένοι και τρέμοντας από την κούραση, γδυθήκαμε και βουτήξαμε στη θάλασσα. Ρούχα δεν μας ξανακούμπησαν τις επόμενες δυο μέρες. Απόλυτη γαλήνη καθώς ο χρόνος έπαψε για λίγο να κυλά γραμμικά.



To «Manha di Carnaval» που ακούγεται είναι σε εκτέλεση του Paul Sonnenberg με κάποιους παραπάνω στίχους, ελεύθερη απόδοση του ιδίου στα αγγλικά. Ο Paul είναι ένας αμερικάνος φίλος μουσικός που εντρυφεί στη bossa nova. Κάποια από τα άλμπουμ του διατίθενται ελεύθερα στη σελίδα του.


Αγαπημένο μου κομμάτι είναι η «διατριβή» του στους σκωτσέζους Belle & Sebastian καθώς περιγράφει μιας συνηθισμένη του ημέρα με το μοναδικό τρόπο που οι B&S εμπλουτίζουν τους στίχους των τραγουδιών τους με λεπτομέρειες της καθημερινότητας. The Belle & Sebastian way.

3 Ιουλίου 2010

με τα πόδια

Κάποιο παλιό συνάδελφο συνάντησα πριν λίγο, όχι τυχαία. Από τους λίγους που μπορούσα να αποκαλώ έτσι και όχι «υποχρεωτικά συστεγαζόμενο εργαζόμενο» όπως τους περισσότερους. Είχα μήνες να τον δω, είναι καλά, κι αυτός και η γυναίκα του, χάρηκα που τα είπαμε, περιμένουν και παιδί.

Φεύγοντας από το σπίτι τους, δεν είχα κάτσει και πολύ, μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από την παλιά δουλειά. Σφίχτηκα! Περίεργο, νόμιζα πως το είχα ξεπεράσει. Ακόμα και αστεία σκηνικά, που άλλοτε έστεκαν αυτόνομα ανέκδοτα, τώρα που τα θυμόμουν μου προκαλούσαν θλίψη.

Δε πήρα ταξί για να γυρίσω σπίτι. Περπάτησα 2-3 χιλιόμετρα μέχρι τη μακρινότερη στάση που βάσταγαν περπάτημα τα πόδια μου. Χωρις εισιτήριο, με 1 κέρμα του ευρώ στο χέρι, μπήκα στο λεωφορείο, κανείς δεν είχε περισσευούμενο να αγοράσω.

Κατέβηκα νωρίτερα απ’ότι έπρεπε, δεν άντεχα την πιθανότητα να αντιμετωπίσω με αυτή τη διάθεση, τα δίκαια κάποιου ελεγκτή.

Ευτυχώς βρήκα ξεχασμένο το mp3 player στην μπροστά θήκη της τσάντας μου. Μέχρι να τα φτύσουν τελείως οι μπαταρίες πρόλαβα κι άκουσα το μισό άλμπουμ των Mgmt. Περπάτησα ακόμα μισή ώρα, μούσκεμα στον ιδρώτα, επίτηδες δεν είχα διαλέξει τη συντομότερη διαδρομή για το σπίτι.

Στο δρόμο ένας πιτσιρικάς με χεβυμεταλλικό μπλουζάκι και ύφος χιλίων Ashcroft στο Bitter Sweet Symphony βάδιζε κατά πάνω μου. Είχε πρωτύτερα σκουντήσει με ορμή σε ένα μεσήλικο ζευγάρι, και δυο συνομήλικοι μπροστά μου παραμέρισαν για να περάσει. Παρ’ όλο που τον κοίταζα να έρχεται προς τα πάνω μου, κανένας νευρώνας δεν έδωσε οδηγίες στο σώμα μου. Σκεπτόμουν άλλα. Έτσι, αντανακλαστικά, στάθηκα ακίνητος, στη μέση του πεζοδρομίου, ανέκοψα τη φόρα του πιτσιρικά που βρίζοντας κατέβηκε στο οδόστρωμα για να με αποφύγει.

Μπήκα σε ένα μαγειρείο να πάρω κάτι για αργότερα στο σπίτι, κοίταξα 1-2 λεπτά τη βιτρίνα με τα φαγητά και μετανοιωμένος, έκανα μεταβολή και έφυγα.

Παρασκευή 2/7/10

1 Ιουλίου 2010

καθώς παχαίνουν οι κορνίζες

Με βαριά καρδιά εγκατέλειψα το όνειρο που έβλεπα για να σηκωθώ από το κρεβάτι.

Βρισκόμουν ακόμα σε εκείνον τον κόσμο των λίγων δευτερόλεπτων oπου το ασυνείδητο διαχέεται για τα καλά μέσα στην πραγματικότητα. Τριγυρισμένος από παλιούς φίλους και ξεχασμένους από καιρό γνωστούς, οι οποίοι σε μια συνεχή μεταμόρφωση, αντάλλασαν, μιλώντας μου ακατάπαυστα, χρώμα, φύλο και πρόσωπα.

Σηκώθηκα, το κεφάλι μου πονάει ακόμα. Hangover, σκέφτομαι, από τις χθεσινοβραδινές κουβέντες. Τριγύρισα ζαλισμένος στο σπίτι, ντύθηκα τα ενήλικά μου ρούχα και έφτιαξα καφέ.

Άνοιξα το παράθυρο του σαλονιού και για πολλοστή φορά ξαναχάζεψα στο κάδρο πάνω από τον καναπέ. Δώρο από την Κ., απεικονίζει ένα πρωτόζωο, λεπτομέρεια από την εικονογράφηση της στην "Κοσμογονία & Ζωογονία (Ανθρωπογονία)" του Αναξίμανδρου. Ταιριαστό στο χώρο μα περισσότερο αγαπητό σε μένα λόγω της κοινής μας ανομοιομορφίας στο σχήμα των ματιών. Το δεξί μεγαλύτερο.

Όμως δεν κοίταξα την εικόνα. Σήμερα εστίασα στην ξύλινη κορνίζα. Κοίτα να δεις που μεγάλωσα, σκέφτομαι.Πάντα γελάω με την ιδέα πως καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις καθώς παχαίνουν οι κορνίζες στον τοίχο σου…


Είσαι 15. Προσπαθείς να μεταμορφώσεις το παιδικό σου δωμάτιο σε εφηβικό. Κολλάς τις μουσικές σου προτιμήσεις, χάρτινες αφίσες-εικονίσματα των ηρώων σου στον τοίχο. Απευθείας με σελοτέιπ. Αλλάζεις αφίσες καταιγιστικά φροντίζοντας να καλύπτεις πάντα τα προηγούμενα σημάδια της κόλλας ή των λιπαρών αποτυπωμάτων του blue tac.

Μετά από 2-3 χρόνια, ίσως φοιτητής στο δικό σου σπίτι, οι αφίσες γίνονται πόστερ και συγχρόνως αποκτούν πηχάκια. Λεπτούς οδηγούς στο πάνω και το κάτω μέρος, σε χρώμα της επιλογής σου, που κρατούν ατσαλάκωτο και επαναχρησιμοποιήσιμο ολόκληρο το εμβαδόν των κρεμασμένων διακοσμητικών σου επιλογών.

Μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς τις φθορές στα επιτοίχια αξεσουάρ σου, που προκαλει ο καπνός και το κιτρίνισμα του χρόνου του οποίου την ύπαρξη έχεις αρχίσει μόλις να αντιλαμβάνεσαι. Σειρά έχουν τώρα οι γυάλινες προθήκες που τα προστατεύουν ανάμεσα σε λεπτά τζάμια και επιφάνειες κόντρα πλακέ, στερεωμένα με τα γνωστά 4 ασήμι κλιπς, ζυγιασμένα ένα σε κάθε πλευρά.

Κι έπειτα έρχονται οι κορνίζες. Λεπτότερες στην αρχή, με το κρύσταλλο να περιφράσσεται από μεταλλικούς ή ξύλινους πήχεις και χαρτόνι να κλεινει αεροστεγως την πίσω πλευρά. Η εικόνα σου τώρα βρίσκεται εγκλειστη και πληρως προστατευμενη.


Παλιμπαιδίζεις βέβαια από καιρό σε καιρό, κολλώντας ζωγραφιές των παιδιών η των ανηψιών σου, με σελοτέιπ δίπλα από το γραφείο σου ή με μαγνητάκια στο ψυγείο αλλά δε μπορείς να παγώσεις το χρόνο.

Τώρα που οι κορνίζες είναι ήδη παρούσες στο χώρο σου, το μόνο που τους μένει είναι να παχύνουν. Απομακρύνονται από την επιφάνεια του τοίχου, 4 με 5 εκατοστά. Ενώ εσύ μεγαλώνεις κι άλλο, αυτές αποκτούν

όγκο και σταματούν μόνο όταν αποκτήσουν διαστάσεις τελάρου.

Σαν τη δική μου, στο σαλόνι, πάνω από τον καναπέ.



(Φαντάζομαι ότι...) συνεχίζεται...


Related Posts with Thumbnails