Δεν ξέρω τι κινήσεις έκανε το πόδι της, το παπούτσι της μια
φορά γλίστρησε, έφυγε από το πόδι της και
προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο. Αυτό το γεγονός - παρόλο που δεν επηρέασε σε τίποτα την πορεία της - έκανε τη μικρή φιλιππινέζα
να στριφογυρίσει στην αγκαλιά της μητέρας της. Εκείνη μια σταλιά άνθρωπος,
φορτωμένη την κόρη και μια δυο σακούλες,
περπατώντας βιαστικά δεν φάνηκε να
δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ανησυχία της μικρής.
Η μόνη ελπίδα πλέον του παιδιού για επαναπροσέγγιση με το
χαμένο παπούτσι ήμουν εγώ που ακολουθούσα 5-6 μέτρα πιο πίσω γελώντας. Σήκωσε
το κεφάλι της και σφήνωσε τα μάτια της στη ματιά μου. Κούνησε το χέρι να μου τραβήξει την προσοχή,
την είχε ολοδική της αλλά δεν το ήξερε, τέντωσε το πόδι με την κόκκινη κάλτσα που
κρεμόταν κι έπειτα με το δείκτη του δεξιού χεριού σημάδεψε σταθερά το λιπόθυμο adidas που όλο και
απομακρυνόταν.
Έσκυψα και μάζεψα το παπουτσάκι, έκρινα πως έπρεπε να
επιταχύνω για να προλάβω μάνα και κόρη, κι έτσι έπραξα. Σας έπεσε αυτό, άπλωσα
το χέρι μου να δώσω το υπόδημα και τρόμαξα με την απροσάρμοστη αντίδραση της μάνας. Το άρπαξε χωρίς να με κοιτάξει, έσφιξε
παιδί και σακούλες πάνω της και στα μουγκά μου γύρισε την πλάτη. Άλλαξε μάλιστα
και τη ρότα στην οποία από ώρα προχωρούσε.
Καθώς το εξωτικό δίδυμο απομακρυνόταν, διάφορες παροιμίες
έκαναν πως ξεπηδούν στο μυαλό μου. Πριν γίνουν λέξεις όμως, κόπηκαν μαχαίρι γιατί είδα τη μικρή
γελαστή να με χαιρετάει με εκείνον τον παιδικό τρόπο που φιλάς την παλάμη σου κι έπειτα τη
στρέφεις σ’ αυτόν που θες να απευθυνθείς.
Ηθική αποκατάσταση. Λεωφόρος Αλεξάνδρας.
Όποτε περνάω έξω από την Αλεξάνδρας, το γήπεδο, και περνάω
συχνά, θυμάμαι εκείνο το μεσημέρι
Κυριακής του εβδομηντακάτι, που μ’ είχε πάει ο πατέρας μου (παρ’ ότι
αεκτζής) να δούμε το Παναθηναϊκός –
Καβάλα. 1-0 είχε λήξει, είχε αποβληθεί ο …Μπουμπλής για άσεμνη χειρονομία στο
διαιτητή, καλά του έκαναν είχε πει ο πατέρας μου. Θυμάμαι και το μίζερο Σεραφίνο
που είχα πάρει κρυφά μαζί μου μη βαρεθώ στο ματς και διάβαζα σχεδόν σε όλο το
δεύτερο ημίχρονο.















