Βράδυ στην Ιερά οδό, μετά τους Gang Of Four. Βιαστικό περπάτημα προς
το μετρό του Ελαιώνα, πίσω μας η Γεωπονική, στα δεξιά μας μάντρες με υλικά
κατεδαφίσεων κι από την άλλη κάποιες ξεχασμένες νταλίκες της Παρασκευής. Είναι
που θέλουμε να προλάβουμε το τελευταίο δρομολόγιο, και όχι το αλλόκοτο τοπίο της περιοχής
– η οποία είναι που είναι τα πρωινά, το βράδυ χειροτερεύει – που κάνει τα
βήματα ταχύτερα.
Κοντοστέκομαι μπροστά στο γκρεμισμένο εργοστάσιο που φιλοξενεί
το εκτοπισμένο μέρος του κυριακάτικου παζαριού και συνεπώς αποτελεί κομμάτι του χάρτη των περιπάτων/ανασκαφών
των όσων – συμπεριλαμβανομένου εμού – «μυημένων».
Το κτίσμα φάντασμα - χωρίς οροφή πλέον -, που κάθε τελευταίο
πρωινό της εβδομάδας ξεχειλίζει από ήλιο, σκόνη, κόσμο, μυρωδιές, ιδρώτες, σπάνια βιβλία,
ταγγισμένους καπνούς, τσακωμούς, βροχή, χειραψίες, φωτογραφίες τραβηγμένες
από χρόνια και άλλες που γεννιούνται εκείνη τη στιγμή, λάσπη, δίσκους, κλοπιμαία, οπωροκηπευτικά, πορτοφολάδες, στριγκές φωνές τελάληδων, γυαλικά, γύφτισσες που μαλλιοτραβιούνται, υπέροχα σκουπίδια
προς πέταμα ή πώληση, κι εμάς την κάστα των βρωμύλων αυτοπροσδιοριζόμενων εξερευνητών, είναι άδειο.
Ολόαδειο. Μα παραδόξως φωτισμένο, και μάλιστα με ένα τρόπο έντονο, προβοκατόρικα κινηματογραφικό.
Ο φωτιστής έχει διαλέξει μια κίτρινη λάμπα, και φωτίζει το
χώρο, με το ταιριαστότερο για την ώρα λούμπεν φως (ναι υπάρχει), το φάσμα του
οποίου τελειώνει – αφού δημιουργήσει τεράστιες σκιές - στην εκπομπή μιας απολαυστικής
μιζέριας. Γονατίζοντας με το κινητό στο
χέρι, παίρνω πόζες φωτογράφου που καδράρει τον πύργο του Άιφελ και το Μπιγκ
Μπεν δίπλα δίπλα , προσπαθώ να βρω την καλύτερη τυχαία γωνία να το αποθανατίσω το κτήριο.
«Τι φωτογραφίζεις ρε φίλε; τα ερείπια;» ρωτάει ο πορτοκαλής γέρος
που κάθεται πίσω από ένα τραπεζάκι στην είσοδο του με το που ακούγεται το
δευτερότριτο κλικ. Είναι ο φύλακας. Του Δήμου. Που φυλάει ένα ολόαδειο κτίριο (πάρκινγκ
του Δ. Αθηναίων πλέον). Τον κοιτάζω όση
ώρα του εξηγώ, λουσμένο στο κίτρινο φως, να πίνει λίγο ακόμα κρασί απ’ το πλαστικό του ποτήρι,
να χαμογελάει χαλασμένα δόντια και να σκουπίζει τα μουστάκια του. Τόσο το τρανζιστοράκι του όσο και η ηχώ από το άδειο κτίριο παίζουν με ελάχιστη διαφορά φάσης Ζαγοραίο,
Κοινούση κι άλλες β' επιτυχίες του ‘70
που δεν αναγνωρίζω ενώ την ίδια ώρα η ανάγκη του για κουβέντα - ψοφάει να μιλήσει ο
άνθρωπος - μεταμορφώνεται σε λογοδιάρροια.
Έχει πουθενά να
κατουρήσω σκέφτομαι δυνατά – οι μπύρες απ’ το live γαρ - «Να, σύρε εκεί πίσω» μου κάνει
o φύλακας.
Προσπερνάω αλουμινόχαρτα με ξηρά τροφή και κεσεδάκια με νερό
που ‘χει βάλει για τα αδέσποτα γατοφιλαράκια του, και όσο ξεφορτώνομαι τις μπύρες
εκείνος διηγείται στον Ν. που περιμένει έξω «έτσι που λες, τον τσάκισα, να με τούτο εδώ το
στειλιάρι, Αφγανός ήταν, λαθρομετανάστης,
που μπήκε, περασμένες τρεις το πρωί, εδωμέσα να με κλέψει, δε με νοιάζει, κι ας
μου ‘βάλαν χέρι μετά που τον σάπισα».
















