29 Ιουνίου 2012

σαραντάρα



Σήμερα η εκπομπή σαραντάρισε. Tα 39 τραγούδια, τα 8 τεχνικά προβλήματα και οι 2 ώρες του σημερινού επεισοδίου παρουσιάζονται σε 1 podcast  το οποίο όποιος/α επιθυμεί μπορεί να αποκτήσει πατώντας εδώ:


 Το playlist κατά τα γνωστά τόσο στο πρώτο δικό μου σχόλιο όσο και στο αρχείο των εκπομπών.

 Καλή ακρόαση σε όσους ακούσουν και καλό Σαββατοκύριακο σε όλους.


28 Ιουνίου 2012

τα χρυσά αυγά υπάρχουν

 

Παρασκευή 29 Ιουνίου όπως πάντα από το στούντιο του indieground radio ο υπογράφων μόνος του αυτή τη φορά σε ένα κανονικό επεισόδιο "στον λεμονοστίφτη". Όπως πάντα στις 10 το πρωί. Όσοι πιστοί (και ξύπνιοι) ακούσετε:





Και μια ...ανακάλυψη που έκανα στην κουζίνα μου. Τα Χρυσα Αυγά όντως υπάρχουν μέσα στα ίδια μας τα σπίτια:


έχουν μάλιστα και site: www.goldeneggs.gr

26 Ιουνίου 2012

εσκιμώοι στην Αθήνα






Ο ήχος του κουδουνιού μας πέταξε και τους τρεις πάνω. 

Πάνε ώρες που ξεκινήσαμε πίνοντας μπύρες, πολλές μπύρες, όχι περισσότερες όμως από όσες χρειαζόταν για να διατηρούμε τη συναίσθηση πως είμαστε ελαφρώς ζαλισμένοι. Είμαι ξαπλωμένος στον καναπέ, το μόνο αγορασμένο και παρ’ όλα αυτά το πλέον άβολο έπιπλο του σαλονιού, τα υπόλοιπα είτε είναι ιδιοκατασκευές είτε έχουν βρεθεί παρατημένα στα σκουπίδια.

Κανείς δε μιλάει, που και που μόνο ακούς τον ήχο του αναπτήρα που ανάβει ένα τσιγάρο, το παφ μιας πρώτης ρουφηξιάς ή καμιά κλανιά.  Στο χαμηλοτάβανο δωμάτιο ο αέρας έχει αποκτήσει πηχτή υφή, έχει γίνει βρώμικο σύννεφο που καλύπτει τα δύο τρίτα του χώρου, αλλά έξω χιονίζει, το καλοριφέρ πρέπει να είναι κλειστό ώρες, άρα το παράθυρο δεν προβλέπεται να ανοίξει σύντομα. Το ότι είμαστε καθιστοί μας κρατάει ζωντανούς, σκέφτομαι, σ’ αυτό το επίπεδο το οξυγόνο είναι ακόμα αρκετό. 

Η μουσική έχει σταματήσει προ πολλού, το γκλανγκ του βραχίονα που γύρισε στη βάση του  ακούστηκε στις οκτώ και εικοσιτρία, έτυχε να κοιτάζω το ρολόι μου εκείνη τη στιγμή. Στους παρευρισκόμενους όμως ο αλτρουισμός δεν περρισεύει, δεν βρίσκεται μαζί μας εκείνος που θα πάρει την πρωτοβουλία να αλλάξει πλευρά στο δίσκο. Εγώ τουλάχιστον δε δίνω δεκάρα, δεν έχω καμιά διάθεση να σηκωθώ, ακόμα και το άδειασμα της φιλτραρισμένης από τα νεφρά μου μπύρας είναι επίπονη διαδικασία. Η οποία γίνεται δυσκολότερη στο μικρό άναρχο μπάνιο του σπιτιού από τα άπειρα ρούχα που φοράω. 

Για σήμερα, νομίζω και για αύριο, είμαστε και οι τρεις μόνοι. Και κακόκεφοι. Ένας χώρισε αλλά δεν το είπε στους άλλους, που να τους εξηγεί τώρα, ένας κρύβεται από τη ζηλιάρα γυναίκα του, αρκετά με έχουν κοροϊδέψει επ’ αυτού σκέφτεται κι ο τρίτος μάλλον βαριέται ένα ακόμα βράδυ σπίτι του με τους παιδικούς του φίλους. Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό περνάμε όλο και συχνότερα από το καταφύγιο του ψηλού.  Όμορφη ατμόσφαιρα έχουμε.  

"Θα ήθελα να παίξω ένα δίσκο που έχω χρόνια να ακούσω", λέει ο οικοδεσπότης. Πάντα το κάνει αυτό, επιλέγει τα χειρότερα άλμπουμ της δισκοθήκης του, αυτά που ο ίδιος δεν ακούει ποτέ μόνος, τα βάζει τις πιο άκυρες στιγμές και μας αδειάζει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Την προηγούμενη βδομάδα μας έβαλε το "Φάε πίε και ευφραίνου". Σήμερα βρίσκω την ιδέα του λειτουργική. Από κεκτημένη ταχύτητα όμως, τόσο εγώ όσο και ο πρώην συγκάτοικος τον αγριοκοιτάζουμε – αντί να τον ευχαριστούμε -  κι αυτός ξαναλουφάζει στην κόκκινη πολυθρόνα του. 

Κρίμα, ένας κοινός εχθρός θα μας συσπείρωνε σε κρίσιμη μάζα. Κι έπειτα θα αναλάμβανε η βαρύτητα να τραβήξει τα κρίσιμα κιλά μας από τον κόσμο των σκέψεων στην πραγματικότητα. Παραμένουμε όπως και πριν αμίλητοι και μην έχοντας με τι να ασχοληθούμε - εκτός από το να κοιτάζει ο ένας τον άλλο -, χαζεύουμε από το παράθυρο το χιόνι που φέρνει κυκλικούς χορούς κάτω από τη λάμπα του δημοτικού φωτισμού. Κάποιος από μας φοβάται σήμερα τη μοναξιά, κάποιος τον έρωτα και κάποιος τη λέξη τέλος. Ή πιθανόν και κάποιο συνδυασμό αυτών, όρκο δεν παίρνω.

 Ο ήχος του κουδουνιού μας πέταξε και τους τρεις πάνω. Κι έπειτα οι κλωτσιές στην πόρτα και οι αγριοφωνάρες του Μπιούελ: "Που είστε ρε μαλάκες επιτέλους; Θα μου ανοίξετε ή θα ξεπαγιάσω στο δρόμο;". 

Ο Μπιούελ είναι ντυμένος σα να έχει φτάσει μόλις από τη Γλασκώβη. Άγγλος εργατικός. Παρ’ όλα αυτά έχει κινήσει με τα πόδια μόλις από τα πέτρινα της Νέας Ιωνίας, τέσσερα πέντε χιλιόμετρα μακριά σα να λέμε.  "Σπίτι κάνει κρύο, δεν είναι να κάτσω, θα αρρωστήσω", λέει ενώ τινάζει τα χιόνια από την τραγιάσκα του στη μοκέτα.

Επιχειρούμε να παίξουμε χαρτιά.

*

Έξω δεν υπάρχει άνθρωπος, πουλί πετούμενο. Αμάξι για δείγμα. Η κυκλοφορία διακόπηκε σήμερα το πρωί όταν το χιόνι ξεπέρασε τα τριάντα εκατοστά. Τώρα πρέπει να έχει ανέβει πολύ περισσότερο, δεύτερη μέρα που χιονίζει συνεχόμενα. Προχωράμε οι τρεις μας μπροστά, τα πόδια μας βυθίζονται μέχρι το γόνατο στο χιόνι. Λίγο πιο πίσω ο "άγγλος εργατικός" γκρινιάζει που τον ξαναβγάλαμε – ακόμα δε ζεστάθηκε - στο κρύο.   

Όχι πολύ αργότερα βρίσκομαι καθισμένος σε μια πλαστική καρέκλα στην κορυφή της απότομης ανηφόρας που καταλήγει στα Τουρκοβούνια (ή κατηφόρας που ξεκινάει από το ίδιο σημείο). Περιμένω να ξελαχανιάσω ρεμβάζοντας τη μη αναγνωρίσιμη άσπρη γειτονιά ενώ στους ώμους μου το έχει ήδη στρώσει για τα καλά. Μπροστά ανοίγονται 300 περίπου μέτρα πίστας.  

Ξαπλώνω την καρέκλα σαν έλκηθρο στο χιόνι και κάθομαι στην πλάτη της που ακουμπά στο δρόμο. Τα μπράτσα της με στενεύουν στα πλευρά - λίγο που είμαι ντυμένος κρεμμύδι, λίγο που έχω παχύνει – έχω σφηνωθεί για τα καλά. Φέρνω τα γόνατα στο στήθος μου και τα αγκαλιάζω. Κατεβάζω το σκούφο λίγο πιο πάνω από τα μάτια και ξεκινάω.

Στην αρχή η κατάβαση είναι αργή, η Βήτα χι συνιστώσα του βάρους δεν έχει προλάβει να ενεργήσει ακόμη, προλαβαίνω μάλιστα να δω την υπογραφή που κατούρησα στο χιόνι ανεβαίνοντας. Επιταχύνω, οι νιφάδες με κάνουν να ανοιγοκλείνω αντανακλαστικά τα βλέφαρα, μου ‘ρχονται στο μυαλό οι αγωνιστικές κούρσες με τη Φ. στη Συγγρού, 240 χωρίς ζώνες ασφαλείας. Αν τρακάρουμε να πάμε επιτόπου, όχι φυτά κι έτσι, είχαμε συμφωνήσει οι βλαμμένοι. Προσπερνάω τον x-συγκάτοικο που κυλάει στα αριστερά μου πάνω σε μια ρόδα αυτοκινήτου, τώρα περνάω κάθετα σαν ούφο τη διασταύρωση με την κεντρική λεωφόρο και κοιτάζω μόνο ευθεία…

...τα χρόνια που έρχονται - χωρίς φρένα.


 *

υγ. Και να με ρωτήσεις σήμερα (εν μέσω καύσωνα) πόσες φορές έκανα την κατάβαση, αν γύρισα σπίτι μου εκείνο το βράδυ ή αν την επόμενη της μεγάλης χιονοθύελλας είχα αρρωστήσει, ούτε που θυμάμαι.

25 Ιουνίου 2012

δευτέρα κάτι έχω



Οκ, η Δευτέρα πέρασε χωρίς να κάνω τίποτα από ότι είχα σχεδιάσει να…  Μάλλον η ζέστη μου άδειασε το μυαλό, μου συμβαίνει εξ απαλών ονύχων αυτό. Το μόνο που μέχρι στιγμής λειτούργησε σήμερα ήταν η έκτακτη εκπομπή στον indieground

Βουαλά λοιπόν όλα κι όλα τα πεπραγμένα της μέρας μου: το εμβόλιμο επεισόδιο της εκπομπής στον λεμονοστίφτη, με μάστερ οφ σερέμονυ τον φίλο Νεκ. Όποιος έχασε το ζωντανό, υπάρχει και «μαγνητοφωνημένο» σε podcast πίσω από το παρακάτω εικονίδιο:

 
Για να πω την αλήθεια θα την ακούσω και εγώ μιας και από την πολύ ζέστη του Αθηναϊκού κέντρου έχασα μερικά από τα τραγούδια και τη ροή παρόλο που ήμουν εκεί. Καλή μας ακρόαση λοιπόν.  

Εννοείται πως το playlist της εκπομπής είναι στο πρώτο δικό μου σχόλιο. 

update: Αυτή ήταν η δεύτερη κοινή εκπομπή με τον Νεκ. Η πρώτη φορά είναι επίσης καταγεγραμμένη και αν κάποιος θέλει να ρίξει μια ματιά στο playlist αυτής ή/και να την ακούσει ας πατήσει ΕΔΩ.

24 Ιουνίου 2012

λ στη δευτέρα vol II


 
Παρουσία δευτέρα αύριο Δευτέρα 25/6 στον indieground. Ολιγοήμερες διακοπές για τον Άρη Κ. σημαίνει κενό δίωρο 6-8μμ στο πρόγραμμα του σταθμού (*). Κι επειδή για κάτι τέτοιες στιγμές διαθέτουμε καλές εναλλακτικές, σηκώνεται ο φίλος Nek για προθέρμανση, σηκώνομαι κι εγώ να δείχνω τα κατατόπια και κατεβαίνουμε παρέα να αναπληρώσουμε το κενό με ένα έκτακτο επεισόδιο της εκπομπής στον λεμονοστίφτη. 

Με το Nek, έχουμε ξαναπαίξει μαζί, πάλι Δευτέρα ήτανε, κοντά τρεις μήνες πριν. Το 80% των τραγουδιών ήταν δικές του επιλογές με κάμποσες σφήνες δικές μου, κάπως έτσι το φαντάζομαι το σενάριο και γι αύριο. 

 Όσοι πιστοί και φίλοι ακούσετε με ένα κλικ:

 

 Υγ. Όπως και την προηγούμενη φορά δε γνωρίζω το playlist  στο οποίο θα στηριχτεί ο Nek, ξέρω όμως πως εμπιστεύομαι το μουσικό του κριτήριο με κλειστά μάτια κι ανοιχτά αυτιά. Όποιος/α θέλει να ρίξει μια ματιά στο playlist της προηγούμενης κοινής εκπομπής ή/και να την ακούσει ας πατήσει εδώ.

(*) Άσε που παίζει να λείπουν και οι  Yπόγειες Αντανακλάσεις του ΚΜ οπότε μιλάμε για κενό τετράωρο. Χλωμό το βλέπω όμως να αντέξουμε τόσο.

22 Ιουνίου 2012

σήμερα το πρωί & εχθές το βράδυ




ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ

Είμαι στο στούντιο, η ζέστη είναι απίστευτη. Ο ανεμιστήρας στο μισό μέτρο, ίσα που τον καταλαβαίνω. Δεν βαρυγκομάω, δεν έχω λόγο, έχω διαλέξει τραγουδάρες, τις ευχαριστιέμαι πιθανότατα περισσότερο από τους ακροατές. Αν με ρωτήσεις, καλή εκπομπή θα σου την έλεγα. Αν όχι και  θες να έχεις προσωπική άποψη αρκεί ένα πάτημα του παρακάτω εικονιδίου. Καλή ακρόαση:



Το playlist κατά τα γνωστά στο πρώτο δικό μου σχόλιο.



 ΕΧΘΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Είμαι ξαπλωμένος στο γρασίδι, βάζω τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι. Γιορτή της μουσικής. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, κήπος, γκαζόν, δροσερός αέρας και άπειρος κόσμος.  Προσπαθώ να συντονίσω την ιδιοσυχνότητα του αυτιού μου με τη συχνότητα του διεγέρτη/μουσικής. Δεν τα καταφέρνω. Η ορχήστρα παίζει αγανή τζαζ για όλα τα γούστα. Οι αντένες μου εστιάζουν παρά τη φασαρία του πλήθους σε μια χαμηλόφωνη κουβέντα πίσω μου, χωρίς να βλέπω τους συνομιλητές. ¨Έναν άντρα και μια γυναίκα. 

- Δεν μιλάς πάλι, γιατί δεν μιλάς;
- Τι να πω; 
- Οτιδήποτε. 
- Είναι καλύτερα να μη μιλάμε.
- Δεν κάνουμε πια τίποτα μαζί. 
- Γιατί; Δεν πάμε για μπάνιο τις Κυριακές;
- Δεν ξέρω τι αισθάνομαι πια για σένα. 
- Αφού το ευχαριστιέμαι όταν πάμε για μπάνιο!
 - Και εκεί μόνοι μας είμαστε.
- Δε σε καταλαβαίνω.
 - Εγώ στην παραλία και εσύ να κολυμπάς με τις ώρες.
- Ηρεμώ.
- Με αποφεύγεις.
- Κι ότι κάνουμε βγαίνει καταναγκαστικά. Δεν το ευχαριστιόμαστε.
- Εντάξει σε αποφεύγω.Το παραδέχομαι.
- Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα πιάναμε τόσο πάτο. Άραγε έχει και πιο κάτω;   
- Τι είπες;
- Τίποτα.
- Κι έπειτα όλο κοιμάσαι και κρύβεσαι. 
- Κοιμάμαι γιατί δουλεύω 12ωρο. 
- Γιατί εγώ δε δουλεύω?
- Μα, θεωρείς φυσιολογική την κουβέντα αυτή; Γιατί εγώ όχι. 
- Και εγώ δουλεύω αν το θυμάσαι. 
- Αυτό φταίει δηλαδή και δεν έχεις ποτέ όρεξη.  
- Όχι.
- Τότε τι;
- Αγχώνομαι που θα γυρίσω σπίτι. Σχολάω πτώμα μα πάντα όταν πλησιάζω σπίτι λέω Ωχ! 
- Δε σου φταίω εγώ για αυτό.
- Δεν ξέρω πως να σε αντιμετωπίσω. Πως θα περάσει η ώρα μαζί σου.
 - Και εγώ σε φοβάμαι στο σπίτι. Δεν τολμάω να σου μιλήσω.
- Προχθές στα γενέθλιά σου έσκυψα να σε φιλήσω και εσύ γύρισες το μάγουλο. 
- Είπες χρόνια πολλά μόλις και μετά βίας, ας μη το έλεγες αν δε το ‘νιωθες. 
- Αφού το καταλάβαινες πως μπόρεσες να κάνεις πως δεν τρέχει τίποτα. 
- Αγγαρεία, όλα αγγαρεία τα κάνεις. Ακόμα και στους φίλους σου καταναγκαστικά τους κάλεσες. 
- Δεν είχα διάθεση.
- Καταναγκαστικά τα κάνεις όλα.
- Γιατί εσύ έχεις καλή διάθεση? 
- Έχω χρόνια να έχω καλή διάθεση μαζί σου. 
- Καταναγκαστικά έτρωγες ακόμα και την πίτσα.
- Μα τι να κάνουμε μαζί, δεν ήρθα εδώ που μου ζήτησες? 
- Ναι αλλά έχεις κάτι μούτρα μέχρι εκεί κάτω. 
- Αν σε χαλάω να φύγω. 
- Θα φύγω εγώ, μη στεναχωριέσαι, δεν αντέχω άλλο. 

- Παιδιά, συγγνώμη, μήπως έχετε φωτιά; - αυτός είμαι εγώ σε ρόλο πυροσβέστη - εννοώντας "Δεν αξίζει να τρώτε τα σπλάχνα σας".  Γύρισα και τους κοίταξα. Νεότεροι απ' ότι περίμενα. Μου έδωσε αναπτήρα η γυναίκα, ταυτόχρονα μου άγγιξε το χέρι. Έκανα προσπάθεια να απαγκιστρώσω την προσοχή μου από την κουβέντα τους:

 - Τι λέγαμε;
- Να κάνουμε κάτι ιδιαίτερο μαζί, να δεις που θα περνάμε καλά. 
- Δεν χρειάζεται το ξεχωριστό για να περνάνε δύο άνθρωποι καλά μαζί. 
- 10 χρόνια είναι αυτά. 
- Ναι, πες μας ότι 10 χρόνια κάνεις υπομονή… 
- Κάνω κι αυτό είναι το λάθος μου, τα μαζεύω μέσα μου και στο τέλος δε σε αναγνωρίζω. 
- Δε μιλάμε πια καθόλου. Τι θα φάμε, τι ώρα θα γυρίσεις, καλημέρα και καληνύχτα είναι τα μόνα που λέμε.  
- Έχεις μήνες να με αγγίξεις. Ούτε αγκαλιά δε μου δίνεις. 
- Δε μου βγαίνει, ειλικρινά δε μου βγαίνει. 
- 10 χρόνια ρε πούστη μου και νιώθω πάλι ανασφαλής μαζί σου. 
- Και νομίζεις πως ακούγοντας μουσική και διαβάζοντας βιβλία ξεπερνάς τα προβλήματά μας; 
- Ξεχνιέμαι. 
- Τη μέρα βγάζεις. 
 - Ποιοι ήμασταν και ποιοι γίναμε; 
- Θα φτιάξουν τα πράγματα.
- Σε ποιο μέλλον; 
- Το καινούριο σπίτι φταίει. Από τότε που μετακομίσαμε όλα πάνε στραβά. 
- Σκέφτομαι να πάω στους γονείς μου στο χωριό για λίγο. 
- Να πας να ξεσκάσεις με τις παρέες σου. 
- Κι εσύ θα ξεσκάσεις χωρίς εμένα, είναι σίγουρο. 
- Είναι καλό που μιλάμε έστω και τώρα. 
- Ναι θα φύγω για λίγο. 
- Το αφήσαμε πολύ.  

 Είπανε πολλά ακόμα. Πάρα πολλά και τα άκουσα όλα. Το φορτίο τους με πλημμύρισε απίστευτη στεναχώρια. Καμιά ώρα αργότερα ζήτησα ξανά φωτιά από τον άντρα αυτή τη φορά, 
- Έλα ρε φίλε, πάρε, μου είπε. 
- Καπνίζω πολύ ψευτοαπολογήθηκα.  Happy end δεν είχε η κουβέντα.
 
Έκλεισα τα μάτια και τους φαντάστηκα στο καινούριο τους σπίτι, εκείνη με πιασμένα κότσο τα καστανά μαλλιά της, ρούχα πρόχειρα του σπιτιού, εκείνος ξαπλωμένος με τα ρούχα της δουλειάς στον καναπέ, στην κουζίνα ατμοί βγαίνουν από την χύτρα. Κάποιος λέει: "Τι θα φάμε σήμερα;"







21 Ιουνίου 2012

στάσου


Ο χρόνος τρέχει με εκείνη τη σχετικότητα που σε κάνει να ζεις δεκαετίες μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Μια απόφαση, ένα τηλεφώνημα, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, μια κουρτίνα που τραβιέται απότομα, ένας κατ' ευφημισμόν διάλογος που γίνεται με καθυστέρηση χρόνων, τρία λεπτά μέσα σε ένα παραβάν, ένα τραγούδι. Έξοδος από την ακινησία, καταιγιστική ροή γεγονότων σε 120 fpm (facts per minute), οι νευρικές λεωφόροι ανοιχτές, οι κόρες σε ύποπτη διαστολή και τα ξεχασμένα συναισθήματα ποτάμια. Και ξαφνικά ξανακοκαλώνει σε μια νέα πραγματικότητα. Ούτε υπόνοια για απολογισμό πεπραγμένων.

Από το καλειδοσκοπικό 1967 και το καλοκαίρι της αγάπης στο σκέτο 2012 και το καλοκαίρι της απάτης. Σε μία εβδομάδα, ένα άλμα 45 ετών - είπαμε, ο χρόνος τρέχει - μου δίνει την ικανή και αναγκαία απόσταση για να επιλέξω μουσικές και τραγούδια που δεν κρύβουν τις καταβολές τους από όσα ακούσαμε την 15η Ιουνίου. 

 Παρασκευή 22 Ιουνίου και από το στούντιο του indieground radio ο υπογράφων σε ένα ακόμα επεισόδιο "στον λεμονοστίφτη". Όπως πάντα στις 10 το πρωί (κερνάω και καφέ). Όσοι πιστοί (και ξύπνιοι) ακούσετε:


20 Ιουνίου 2012

το μπουόνο που σκοτώνει



Μια κόκκινη μαλακή μάζα, χωρίς συγκεκριμένη υφή, σαν προϊόν αποτυχημένου πολυμερισμού που έχει υποστεί τυχαία πυρολυτική βιοδιάσπαση και γεύση 2,2,4 τριμέθυλοοπεντάνιου (aka βενζίνη) και γανιασμένου ντενεκέ που έχει διαβραχεί σε ζουμί ζουπηγμένων μαζί με τα φτερά υπολειμμάτων κοτόπουλου. Σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου το buono κοτόπουλο καιροφυλακτούσε στην κονσέρβα του να σημαδέψει δια παντός (στην καλύτερη) τον πρώτο αθώο άνθρωπο που θα συναντούσε. 

Κι έτυχα εγώ στο διάβα του, ή για να μην αποποιούμαι τις προσωπικές ευθύνες, την κονσέρβα την αγόρασα ο ίδιος προχθές από το σουπερμάρκετ Σ (παρ' όλα αυτά δεν αποδέχομαι το χαρακτηρισμό του σαβουροφάη).  Δυο μάρκες είχε στα ράφια του, μια γνωστή κι αυτή, σήκωσα 1-2 από την κάθε μία - κοτόπουλο και όχι χοιρινό για λόγους …υγείας – και να 'μαι τώρα που πρέπει να προειδοποιήσω το 93,08% των συμπολιτών μου να μην επιδιώξουν οποιαδήποτε επαφή μαζί της. (Το υπόλοιπο 6,92% είπαμε το έχω αποκληρωμένο, οπότε μπορεί να φάει).


Λέω, θα ‘χει λήξει. Μπα, η αθάνατη όπως αποδεικνύεται κονσέρβα λήγει στις 9 Σεπτεμβρίου. Του -  αν δεν έχουν κάνει ΚΑΙ ορθογραφικό λάθος στη συσκευασία – 2077.

Τελικά έφαγα τη φασολάδα μου σκέτη και σήμερα δυο μέρες μετά, ο σκουπιδοτενεκές που φιλοξένησε το προϊόν για μόλις 2 ώρες, παρ’ ότι άδειος και πλυμένος αναδίδει σε κάθε του άνοιγμα τη μυρωδιά της κόκκινης μαλακής μάζας, χωρίς συγκεκριμένη υφή, σαν προϊόν πολυμερισμού ……


19 Ιουνίου 2012

πόσες αποδείξεις χρειάζονται;



 Φτιάχνοντας τη δήλωσή μου είπα να παίξω κι εγώ το περίφημο παιχνίδι των αποδείξεων. Ξέρεις, αυτό που - πριν την τελική τους άθροιση - τραβάς από τον πάκο που τις μάζευες για ένα έτος μερικές στην τύχη, αυτές σε ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο και εσύ αναπολείς τη στιγμές που έζησες, καθυστερώντας παράλληλα τη συμπλήρωση των τετραγωνιδίων του Ε1.

Έχωσα το χέρι στο φάκελο τσίμπησα 4-5 - τρεις μεγάλες δυο μικρές - κι ετοιμάστηκα να βουτήξω στο πρόσφατο παρελθόν μου. Πρώτη απόδειξη: τσιγάρα, δεύτερη πίτσες, έπειτα ένας δίσκος, μετά πάλι τσιγάρα και τέλος μια τυρόπιτα. Καμία συγκλονιστική ανάμνηση δεν ξεπήδησε από το φάκελο με τις ατάκτως εριμένες αποδείξεις, ακόμα κι ο δίσκος δεν ήταν η απόλυτη αγορά. 

Είπα να ξαναπροσπαθήσω, ακολούθησα την ίδια διαδικασία, χέρι-φάκελος-επιλογή αλλά και πάλι τα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά ιδιαιτέρως επιτυχημένα θα τα ‘λεγες. 

Τι πληκτική που ήταν η ζωή μου πέρυσι τρόμαξα μέχρι να θυμηθώ τους μήνες που πέρασα γυμνός σε μια παραλία, τις μαζώξεις με φίλους σε σπίτια, τις βόλτες στο παζάρι και τις (άνευ αποδείξεων αγοράς) ανακαλύψεις, τους ατέλειωτους περιπάτους στους Αθηναϊκούς δρόμους γυρνώντας από δουλειά σε δουλειά, τις δίωρες εκπομπές στον indieground, τις μετά δακρυγόνων και ξύλου διαδηλώσεις, τις φωτογραφίες που τράβηξα, τους καλούς ανθρώπους που γνώρισα, τις αναρτήσεις που έγραψα, τα φιλμ που είδα στο αυτοσχέδιο θερινό σινεμά μας, βάλε και μερικούς καυγάδες μέσα. 

Τι άλλο θες; Όσο η μνήμη δουλεύει δε χρειάζεσαι αποδείξεις. Μ’ αυτά στο μυαλό, κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω πως είμαι ευχαριστημένος, είμαι αισιόδοξος παρ’ όλο που «αισιοδοξία» δεν είναι το μότο μου. Αυτά. Πάω να βρω πως υπολογίζεται το τεκμαρτό εισόδημα.



υγ. Εντωμεταξύ διανύω την πρώτη φετινή βδομάδα χωρίς δουλειά. Και χωρίς έσοδα βέβαια. Κι έχω κι εκείνο το βρωμερό προαίσθημα που δύσκολα παραμερίζεται Πως κάποιοι θα μου φάνε κάμποσα από τα δεδουλευμένα που μου χρωστούν. Ίδωμεν.
Related Posts with Thumbnails