27 Αυγούστου 2014

επιβάτες


Ένα από τα βαρετότερα ταξίδια με πλοίο της ζωής μου, το ταξίδι της επιστροφής από τη λεβεντογέννα νήσο. Σε αντίθεση με εκείνο του πηγαιμού.


Δεν ήταν μόνο η προσμονή των διακοπών που έλειπε από τις 9μιση αυτές ώρες του θαλάσσιου δρομολογίου. Άλλωστε θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πως δυσθυμώ όποτε επιστρέφω στην Αθήνα. 


Ήταν η άβολη πραγματικότητα του αργοκίνητου κωλοκάραβου Κρήτη 1, η έλλειψη ύπνου και η γκρινιάρικη αποτύπωσή της. Ήταν το βαρύ ροχαλητό ενός κυρίου που τον εγκατέλειψε η σύζυγος απηυδισμένη στους υπόλοιπους συνταξιδιώτες και ο δυνατός ήχος της τηλεόρασης σε επαναλήψεις ελληνικών σήριαλ με ουρλιαχτά.


Ήταν η αδυναμία συγκέντρωσης στις σελίδες του βιβλίου μου, και η παντελής απουσία μιας - έστω και υποτυπώδους συζήτησης -, προφορικής ή γραπτής. Ήταν τα 3 μικρά παιδιά που έπαιζαν γύρω μου (ειδικά εκείνου του μαυρομάλλικου κοριτσιού που στηριζόταν στο μπούτι μου κι όταν δε σκούπιζε τα μαλλιά της στη σόλα του πέδιλού μου, πότε έπιανε και ζουλούσε το κεφάλι της κούκλας της πότε τα δάχτυλα των ποδιών μου). 
Και οι αριθμημένες θέσεις που σε βιδώνουν σ' ένα πόστο απαγορεύοντας σου κάθε αναζήτηση απάνεμης ηρεμίας.


Χωρίς καμμία αμφιβολία ήταν ένα ταξίδι στο οποίο ευχόσουν να είναι βραχύς ο δρόμος ενώ το σύμπαν συνωμοτούσε υπέρ του αντιθέτου.


Με τη φωτογραφική στο ένα χέρι κι έναν καφέ, το καπέλο μου, ένα τσιγάρο, ένα τοστ κι ένα νερό των 750 ml στο άλλο, τριγυρνάω στο κατάστρωμα και αδίκως προσπαθώ να δώσω συνέχεια στο πετυχημένο project με τίτλο ΕΠΙΒΑΤΕΣ το οποίο ξεκίνησα προ δεκαημέρου όταν κατεβαίναμε στην Κρήτη και παρουσιάζω εδώ.



 











Αυτά τα ολίγα για αρχή.

25 Αυγούστου 2014

Lemon In First Out



Σχεδόν ψυχή ζώσα στην Αθήνα - τουλάχιστον απ’ αυτές τις ψυχές που ξέρω – κι εγώ περαστικός. Παίρνω τη Γεωργία τηλέφωνο, έχει γίνει γειτόνισσα τελευταία

- Σώσε με, της λέω, έλα να με φωτογραφήσεις γιατί δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της προκοπής που να μην φαίνεται η μούρη μου και θα μου στείλουν λένε συνεργείο. Όταν την ακούω να δειλιάζει, αμφιβάλλοντας για την εικονοληπτική της δεινότητα, την ηρεμώ:

- Μην ανησυχείς, έχω εγώ μια ιδέα εσύ απλά θα πατάς αβέρτα τα κλικ.

Βγήκαμε στην πίσω αυλή του σπιτιού μου, αστικό τοπίο, ακάλυπτος, κάγκελα, κεραίες τηλεόρασης κλπ. Ανεβοκατέβηκα μέσα σε 5 λεπτά τις μεταλλικές σκάλες που οδηγούν στους πάνω ορόφους και μέσα στην Αυγουστιάτικη ησυχία άκουγα ικανοποιημένος το συνεχές ανοιγόκλειμα του κλείστρου της μηχανής, ρεμβάζοντας πότε τα πόδια μου πότε το μεσημεριανό υπερπέραν.

Έστειλα 5-6 φωτογραφίες, διάλεξαν μία συνοδευτική να ανεβάσουν και λίγες ώρες αργότερα, ίσα-ίσα πριν σαλπάρω για Κρήτη (για την οποία πιθανολογώ πως όλο και κάποια ανάρτηση θα ακολουθήσει) δημοσιεύτηκαν στο lifo.gr μερικές ερωτήσεις που μου έθεσε ο Βαγγέλης Μακρής, σχετικές με κάποια προηγούμενη ανάρτησή μου (εκείνη που αφορούσε την πρώτη φορά που άκουσα Ηλίθια Αστεία) καθώς φυσικά και οι απαντήσεις μου. Αν θες μπορείς να τις διαβάσεις εδώ:


 Εδώ, σε μια αδημοσίευτη φωτό: εγώ και το αγαπημένο μου σαλιγκάρι.

16 Αυγούστου 2014

15 και 16 ογδόου του 14


Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα. Ο πρώτος την τελευταία 44ετία.


Βγαίνω να περπατήσω το βράδυ, θέλω να πιάσω το αίσθημα της εγκατάλειψης που φανταζόμουν πως θα επικρατεί. 


Δεν ξέρω αν ήταν λόγω του κόσμου που χρονοτριβούσε μπροστά από τις βιτρίνες ή "έφταιγε" η καλή μου διάθεση που ούτε καν το ακούμπησα.


Περπάτησα για λίγο χαλαρός, νιώθοντας μια σπάνια για εμένα αίσθηση πληρότητας, φωτογράφησα κάμποσους έρημους δρόμους κι αγόρασα ένα σουβλάκι. Αφού αντάλλαξα ευχές με τον ψήστη γύρισα μούσκεμα στον ιδρώτα σπίτι. 


 Το επόμενο πρωί επανέλαβα την ίδια διαδρομή.


Γονατίζω καταμεσής της Κηφισίας για μια φωτογραφία ακόμη.



 Ένα αυτοκίνητο έρχεται και σταματά πίσω μου χωρίς να το αντιληφθώ:

  - Με την ησυχία σου φίλε, μου φωνάζει ο οδηγός, του χρόνου θα τον ξαναδούμε έτσι το δρόμο


 Πρώτη φορά βρίσκομαι στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου.


13 Αυγούστου 2014

XLIV σημαίνει σαραντατέσσερα


Όχι, δεν είναι που δεν έχω κερδίσει ακόμα ένα όσκαρ, ένα πούλιτζερ, ένα booker, το Inkpot (διάκριση για κομιξάδες) ή τη χρυσή άρκτο. Ούτε που δεν έχω κάνει καμία σπουδαία ανακάλυψη, δεν έχω λύσει κάποιο μεγάλο μαθηματικό πρόβλημα, δεν έχω γράψει, ζωγραφίσει, συνθέσει κάποιο έργο που θα ζήσει – λέμε τώρα –, αξιομνημόνευτο, να διαβάζεται, βλέπεται ή ακούγεται αιώνια. Δεν έχω καν απαντήσει στο ερώτημα γιατί ένα usb μπαίνει πάντα με την τρίτη προσπάθεια. Αλλά δεν είναι αυτοί οι λόγοι που με οδήγησαν σ' ετούτη την ετήσια ανασκόπηση. 

Γίνομαι 44 και δεν έχω κάνει όλα όσα φανταζόμουν μικρός ή είχα ονειρευτεί έφηβος. Πολλά από εκείνα που ήθελα και κάμποσα απ’ όσα μου επέτρεψαν οι κατά καιρού δυνατότητες μου (σωματικές, νοητικές, οικονομικές, ερωτικές) δεν τα απόκτησα ποτέ ακόμη. Δεν έγινα πλούσιος ούτε διάσημος. Είμαι ένας συνηθισμένος μουσάτος άνθρωπος, και προς θεού, αυτό δεν το ανακάλυψα φέτος.

Στα 44 της η Billie Holiday είχε ήδη τραγουδήσει το Strange Fruit, στην ίδια ηλικία ο Heinrich Himmler είχε ειδεχθώς οργανώσει με τον αποδοτικότερο τρόπο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, oι πιτσιλιές του Jackson Pollock είχαν ήδη λατρευτεί ως ιδιαίτερο στυλ ζωγραφικής, ενώ ο μικρός πρίγκηπας του Antoine de Saint-Exupery μπορούσε να δει τον ελέφαντα μέσα σ’ ένα βόα κοιτώντας το σκίτσο ενός καπέλου. Τα 45 κανείς από τους προαναφερθέντες δεν τα έκλεισε.

Αν έφτιαχνα μια λίστα με τους κατά γενική παραδοχή σημαντικούς στόχους ζωής κι έπειτα έβαζα αυτά τα μικρά τικ στο πλάι όσων έχουν επιτευχθεί μάλλον αποκαρδιωτική θα την έλεγες την εκ των υστέρων μελέτη της. Αλλά η ζωή για μένα δεν είναι μόνο μια λίστα των θέλω που πιθανόν να γίνουν γεγονότα. Ευτυχώς. Ευτυχώς, όχι γιατί δε είναι προς συμφέρον μου. Ευτυχώς γιατί μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνομαι και δίνω βαρύτητα και στο μεσοδιάστημα μεταξύ των όσων «σοβαρών» χρήζουν εισόδου (άρα και κυνηγητού και τικαρίσματος) στην παραπάνω λίστα που λέγαμε. 

Κι είναι αυτοί οι ενδιάμεσοι χρόνοι (μεταξύ ενός ταξιδιού κι ενός πτυχίου για παράδειγμα, ενός χωρισμού κι ενός νέου έρωτα ή μιας απόλυσης κι ενός «αξέχαστου» πάρτυ) που μ’ αρέσει να αποκαλώ ζωή, και να τους απολαμβάνω εξίσου με τα highlights. 

Ευχαριστιέμαι που λες, ένα άγγιγμα και μια ματιά, μια παγωμένη μπύρα κι ένα ζεστό καφέ με μια συζήτηση, ένα μπράβο κι ένα ευχαριστώ, τις σιωπές ή τις γρήγορες κοφτές ανάσες, μια παράλληλη βουτιά, έναν περίπατο, μια χειραψία, μια αγκαλιά ή ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, έναν καινούριο δίσκο κι ένα τραγούδι στο repeat, το αίσθημα της ηρεμίας κι εκείνο του να αγαπάς ανιδιοτελώς (σ’ αυτό βάζω και ένα τικ), ένα τηλεφώνημα, μια βόλτα την ώρα της βροχής, δυο ώρες αποδοτικής δουλειάς, μια Παρασκευή και μια Κυριακή. Τα πανηγυρίζω όλα αυτά.

Μ’ αρέσει να βουτάω στα απλά, να ιστοριοποιώ την καθημερινότητα με την όρεξη ενός Βάσκο Ντε Γκάμα, να κινηματογραφώ μ’ αόρατη κάμερα τις στιγμές που ζω μόνος ή με σένα, να διηγούμαι τις μικρές - και να μυθοποιώ όταν χρειάζεται - τις ενίοτε ηρωικές καθημερινές στιγμές με ανθρώπους που με αγαπάνε και αγαπώ, και που αρκετοί εξ αυτών, καθώς γνωρίζω, θα διαβάσουν κι αυτές τις γραμμές. 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κι αφού τους έβαλα όλους για ύπνο βλέπω πως ήδη έγινα quadrāgintā quattuor, που σημαίνει σαραντατέσσερα. Χρόνια μου πολλά.

9 Αυγούστου 2014

this summer feeling

 
When there's things to do not because you gotta
When you run for love not because you oughta
When you trust your friends with no reason notta
The joy I've named shall not be tamed

And that summer feeling is gonna haunt you one day in your life

6 Αυγούστου 2014

όταν σιχαίνεσαι τη δουλειά που κάνεις


 - Ε, δε νομίζω να γίνεται και το αδιαχώρητο, πάντως είναι σίγουρο πως υπάρχουν περισσότεροι από ένας κατασκηνωτές, του είπα.
Ενδόμυχα, τις προηγούμενες μέρες ήλπιζα να είναι 4 ή 6 ή και 8 πουλιά που παρελαύνουν ανά δύο σε σχηματισμό στο χώρο κάτω από τα κεραμίδια. Η θέα όμως μιας γκρι ουράς που εξείχε από την κεραμοσκεπή προχθές το απόγευμα, διέψευσε ανεπιστρεπτί αυτή τη μύχια και καθησυχαστική σκέψη, οπότε την κράτησα για τον εαυτό μου. Δεν υπήρχε λόγος να την αποτολμήσω.

 - Εντάξει θα στείλω το συνεργείο αύριο στις 1, μου έκλεισε ραντεβού ο κύριος Δημήτρης, της πρώτης εταιρίας μυοκτονιών και απολυμάνσεων που βρήκα.
 
- Που είναι το σπίτι σας κ. Λεμονοστίφτη? 

Του αράδιασα 8 ονόματα δρόμων, μ’ επώνυμα ποιητών τα 6 εξ αυτών (συνδεδεμένα εναλλάξ με τα επιρρήματα αριστερά και δεξιά), ενώ ταυτόχρονα πιπιλούσα τον ματωμένο μου αριστερό αντίχειρα. Πριν μόλις λίγα λεπτά με ένα δανεικό πριόνι, είχα καταφέρει να κόψω μια αρκετά μεγάλη, χαμογελαστή επιφάνεια σα φλύδα και δεν ήθελα να απλώσω περισσότερους κόκκινους λεκέδες στο σπίτι. Μου αρκούσε που είχα να σφουγγαρίσω μπαλκόνι, κουζίνα και μπάνιο αργότερα.  

Στο ερώτημα «Τι γύρευες με το πριόνι ρε φίλε;» ένα έχω να σου απαντήσω. Κλάδευα ή μάλλον πετσόκοβα την γιγάντια βο(υ)καμβύλια που ξεκινάει από τον κήπο, ανηφορίζει διακλαδιζόμενη στον όροφό μου και αφού περιτυλίξει άγαρμπα τα κάγκελα, τις ξύλινες κολώνες που στηρίζουν τη στέγη και το …κλιματιστικό, καταλήγει στα κεραμίδια αποτελώντας τόσο στολίδι της παράπλευρης επιφάνειας του σπιτιού όσο και ένα υπέροχο οδικό δίκτυο για όσα τρωκτικά της περιοχής διψούν για περιπέτεια. 

 - Σφαγή, λέει η Λ. μόλις της δείχνω το αποτέλεσμα του πολύωρου κόπου μου. Είναι αλήθεια πως δεν την έκανα πολύ καλά απαντάω, ένα κλαρί άφησα μόνο για αύριο, όμως εκείνη δεν έχει δει ακόμα το κουρεμένο φυτό. Κοιτάζει έκπληκτη εμένα, τα μόνα σημεία του σώματος μου που δεν έχουν μακρόσυρτες κόκκινες υπογραφές από τα εκδικητικά αγκάθια της βο(υ)καμβίλιας είναι εκείνα που καλύπτονται από το μποξεράκι και τις σαγιονάρες μου. «Τα χάλια σου έχεις» συμπληρώνει κι ενώ εγώ στέκω περήφανα και θαυμάζω την κηπουρική μου, βλέπω ένα ποντίκι να ανηφορίζει επιτυχώς το εναπομείναν κλωνάρι και να εξαφανίζεται κάτω από τα κεραμίδια.

Εφόσον τα περιστέρια στις πόλεις τα αποκαλούν ποντίκια του ουρανού, γιατί άραγε δεν μπορώ να διανοηθώ πως θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει τα ποντίκια, περιστέρια του εδάφους; Η σκέψη αυτή ταλανίζει το μυαλό μου μα πριν καν μπω στον κόπο να μου απαντήσω νιώθω πως ήρθε η ώρα να κλείσω ετούτη την ανάρτηση αφού ένας σκασμός από έκτακτες δουλειές με περιμένουν μέχρι να κοιμηθώ.
 
Έχω να σφουγγαρίσω μπαλκόνι, κουζίνα και μπάνιο, μετά έχω να κάνω ένα περιποιημένο πλύσιμο του εαυτού μου, να πασαλειφτώ ολόκληρος με οινόπνευμα, να ξεβουλώσω το νεροχύτη από τα κουκούτσια καρπουζιού που ένας θεός ξέρει πως έπεσαν εκεί μέσα (don’t blame me πάντως), και να επιστρετεύσω υπομονή ώπου να ντύσω τη φρεσκοπλυμένη από σάλτσες κοκκινιστού (don’t blame me πάντως) φορεσιά στην πολυθρόνα ΙΚΕΑ. 

Λυτρωτικές ακούγονται οι πολλές δουλειές. Θα βοηθήσουν να πέσω ξερός για ύπνο, χωρίς να ακούω εκείνα τα σμήνη των κουνουπιών που θα κατακλύσουν το δωμάτιό μου ξανά μια τέτοια ζεστή καλοκαιρινή μέρα με άπνοια και θα με κάνουν να σκέφτομαι ξάγρυπνος εκείνη την περίεργη μαύρη ελιά που ανακάλυψα μεταξύ των δακτύλων του ποδιού μου σήμερα το πρωί.

Σήμερα ήρθε το μονομελές συνεργείο. Ξεπρόβαλε φορτωμένο μια σακούλα δηλητήριο, ποδαράτο από το λόφο, με φόντο τον μεσημεριανό ήλιο. Πήρε λάθος δρόμο και το αμάξι του έμεινε σε μια ανηφόρα. Με χαιρέτησε σύσσωμο.

- Δε μπορείς να φανταστείς πόσο σιχαίνομαι τα ποντίκια μου λέει καθώς του εξηγώ το πρόβλημα.

Του έδωσα νερό να συνέλθει, του φτιαξα ένα καφέ και ένα τοστ επίσης.

Enola Gay


You should have stayed at home yesterday
 
 

Πέθανε πριν 9 ημέρες, στις 29 Ιουλίου κσι σε ηλικία 93 ετών ο Theodore Van Kirk, το τελευταίο μέλος του πληρώματος του αεροσκάφους Enola Gay που έριξε την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945.

4 Αυγούστου 2014

οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 2

(του Ηλία Νίσαρη
αναδημοσίευση)
Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 2
 
 

Όταν χώρισαν οι δρόμοι τους, οι άνθρωποι που κάποτε απάρτιζαν τους Future Foes δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώσουν το όνομα που οι ίδιοι είχαν επιλέξει για την μπάντα τους: μελλοντικοί ΕΧΘΡΟΙ.
Οι τέσσερίς τους χωρίστηκαν σε τρία στρατόπεδα: τους «νικητές» Dale Arnold (κιθάρα και τραγούδι) και Ivan Simic (ντραμς), που σχημάτισαν καινούρια μπάντα, τους Lady Noise, τον Gabriel Jonas, που αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ αντί για πληκτράς και τον μπασίστα και τραγουδιστή Andy Stone, που αποφάσισε να βγάλει ένα σόλο δίσκο υπό το ψευδώνυμο The Selfish Fish. Ο δίσκος δεν ήταν κακός– ήταν άθλιος. Ήταν σαν να τον είχε γράψει ένα παιδί πέντε χρονών που έχει μεν ταλέντο στη μουσική, αλλά δεν έχει ακούσει ποτέ του ούτε μισό τραγούδι. Καθώς δεν θύμιζε σε τίποτα ούτε το παλιό του συγκρότημα ούτε οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνον τον καιρό, το άλμπουμ πήγε άπατο.
Εν τω μεταξύ οι Lady Noise έπαιρναν σιγά-σιγά τα πάνω τους. Βλέποντας την κυκλοφορία του Selfish Fish σαν μια κατάντια από την πλευρά του παλιού τους συνεργάτης, που τους ήταν ήδη αντιπαθής, αποφάσισαν να τον γελοιοποιήσουν όσο περισσότερο γινόταν.Κυκλοφορώντας το σινγκλ τους “I Knew Him When He Was Normal”, γύρευαν να τον κάνουν ρεντίκολο, υπονοώντας,μέσα από τους στίχους, πως ο παλιός συνεργάτης είχε πια τρελαθεί. Το τραγούδι έκανε έναν κάποιο θόρυβο, αλλά γρήγορα ξεχάστηκε – το ίδιο και οι δημιουργοί του. Τελικά, και οι τέσσερις πρώην Future Foes επέστρεψαν στην αφάνεια από την οποία είχαν ξεκινήσει. Οι Arnold και Simic έγιναν σεσιονάδες, ο Jonas σκηνοθέτης δελτίων ειδήσεων και ο Stone αποσύρθηκε από τα εγκόσμια σε ένα ράντσο που κληρονόμησε από κάποιον μακρινό του θείο.
Τους είχε πια καλύψει όλους ένα πέπλο λήθης, όταν ένας πολυπράγμων ραδιοφωνικός παραγωγός και μπλόγκερ ανακάλυψε μια κόπια του σινγκλ “I Knew Him When He Was Normal” («Τον ήξερα τότε που ήταν φυσιολογικός») και, χωρίς να ξέρει την ιστορία πίσω από το τραγούδι, το έπαιξε στην εκπομπή του, διερωτώμενος τι θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την αφορμή για τη σύνθεση ενός τέτοιου άσματος. Το τραγούδι έκανε και πάλι έναν κάποιο θόρυβο. Κάποιος που ήθελε να φανεί ακόμα πιο ψαγμένος και που ήταν κι αυτός παραγωγός σε έναν ανταγωνιστικό σταθμό, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη φασαρία και, παράλληλα, να δειχτεί πιο βαθύς γνώστης του αντικειμένου κι έτσι έπαιξε κάτι από το Selfish Fish. Ακούγοντας αυτό το παιδιάστικο αριστούργημα, οι χίψτερ της Νέας Υόρκης έκαναν σαν τρελοί, ανακαλύπτοντας κάτι που ήταν «τόσο κακό που είναι υπέροχο», όπως έγραψε ένας από αυτούς στο τουίτερ.
Η φήμη του δίσκου άρχισε να αυξάνει και να εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα και μετά σε όλον τον κόσμο, μέχρι που ο Andy Stone αναγκάστηκε να βγει από την απομόνωσή του και να αρχίσει να εμφανίζεται ξανά σε συνεντεύξεις και συναυλίες. Δεν απογοήτευσε τους θαυμαστές του. Εμφανίστηκε μπροστά τους το ίδιο αλλόκοτος – σπουδαία αλλόκοτος – όσο τον είχαν φανταστεί κι όσο θα μπορούσε να έχει καταλήξει μετά από τόσα χρόνια σχεδόν απόλυτης μοναξιάς.
Είκοσι χρόνια μετά, έγινε κάτι σαν σταρ, ενώ οι παλιοί του συνεργάτες παρέμειναν ασήμαντοι και αφανείς. Ο Arnold τόλμησε βέβαια να προτείνει στον Stone να ξαναενωθούν. Κι οStone του είπε απλώς: «Με ήξερες τότε που ήμουν φυσιολογικός. Δεν είμαι πια. Και ούτε κάνω πια παρέα με φυσιολογικούς ανθρώπους». 
 
Ο Ηλίας Νίσαρης, φίλος και συμπαραγωγός στον Indieground Radio, ανήκει στην νέα γενιά των Ελλήνων συγγραφέων. Έχει εκδώσει το 2013 το καλό κι ενδιαφέρον μυθιστόρημα "Ελληνική Ασφυξία" στις εκδόσεις των Συναδέλφων. Περισσότερα διηγήματα και όχι μόνο υπάρχουν στο προσωπικό του ιστολόγιο.
 

υγ. Το παραπάνω διήγημα το  επέλεξα μεταξύ πολλών γιατί έχει να κάνει με τη μουσική. Με τα τρίβια και τους μύθους που περικυκλώνουν ta συγκροτήματα ή ta τραγούδια όταν περάσει η μπογιά τους. Από αυτά που μ' αρέσει να ψάχνω κι εγώ για τις εκπομπές της Παρσκευής στο σταθμό.

1 Αυγούστου 2014

ημερολόγιο ενός υπέροχου καλοκαιριού


Ποτέ δεν ψόφαγα για το καλοκαίρι. Αντιθέτως, αυτό με σκότωσε κάμποσες φορές. Όχι όμως φέτος. Δεν ξέρω αν είναι ο ηπιότερος χαρακτήρας με τον οποίο παρουσιάζεται μέχρι στιγμής ή έχω αλλάξει εγώ. Έχω άραγε σκληρύνει και δε με ενοχλεί φορτικά ο ήλιος;  έχουν νεκρώσει τα νευρικά μου κύτταρα μεγαλώνοντας και δεν αντιλαμβάνομαι το κάψιμο; ή απλά πέρασαν οι εφηβικές ασθένειες πέρυσι με το που έκλεισα τα 43;

Στη θάλασσα, τις μέρες που είμαι μόνος στην εξοχή, κατεβαίνω με τα πόδια. Δύο χιλιάδες μέτρα, κατηφορικά τα περισότερα, μέχρι να κλωτσήσεις κάνα λεμόνι, κάνα κουκουνάρι ή κανά χαλίκι στη χειρότερη να σε συντροφεύουν στο κατέβασμα έχεις φτάσει. Μουσική στ’ ακουστικά στο δύσκολο ανηφορικό γυρισμό.

Εκεί, απέναντι από τη θάλασσα, διέσχισα τις κοντά 650 σελίδες της "Κοιλάδας με τις κούκλες" σε σχεδόν 4 μέρες. Κράτησα τις εικόνες του άλλοτε πρωτοποριακού (?) βιβλίου, απέρριψα την ώρες-ώρες πεπλατυσμένη σαν από άρλεκιν (μα δίχως happy end) γραφή και να ‘μαι τώρα που ξεπλένω τις old school ηθικές παρεκτροπές με κάποιες πιο μοντέρνες. Μ’ ανάγνωση ξανά. 

 Κατά την προσφιλή μου συνήθεια στη σκιά του μεγάλου βράχου, …βρωμίζω μάτια και μυαλό με εικόνες της ίδιας πόλης, ταξιδεύοντας στους ίδιους δρόμους, ιδωμένους όμως 15 με 20 χρόνια αργότερα, από κάποια άλλα γυναικεία μάτια. Της Lydia Lunch, αυτή τη φορά. Της οποίας όμως η πένα εστιάζει στα χαμηλά - από τον καβάλο και κάτω - στους απόκληρους και τους περιθωριακούς, όχι στην προβοκατόρικη κοινωνία του θεάματος. Με τις ίδιες πάλι ουσίες, αλκοόλ, χούφτες ηρεμιστικών και πολύ περισσότερα ναρκωτικά να κυριαρχούν. Εμένα με συντροφεύουν ένα θερμός με τσάι κι ένας γιαρμάς. 

Αραιά και που κλείνω τις σελίδες του βιβλίου για καμιά βουτιά και κάμποσο κολύμπι. Κολυμπάω πολύ φέτος, Είχα ξεχάσει- τόσο εγώ όσο και το σώμα μου – την εν κινήσει επαφή με το νερό (αφού πέρυσι με εκείνη την καταραμένη περιαρθρίτιδα στον ώμο ζήτημα είναι να μην είχα τσαλαβουτήσει σαν παππούς 2 φορές) και παρατηρώ αυτάρεσκα τους μυς μου να σφίγγουν μέρα με την ημέρα .

Έχω περάσει τη μέση του βιβλίου, το «Paradoxia, το ημερολόγιο ενός αρπακτικού» έχει εξελιχθεί σε ενδιαφέρον πορνογράφημα με κάθε λογής σκοτεινούς ψυχανώμαλους ήρωες, όπου κάθε σαρκική επαφή περιγράφεται- ηθελημένα και με πλούσια αγοραία λεξιπλασία - σαν το υπέρτατο γαμήσι.

Είναι λίγο πριν διακόψω - με μια γουλιά τσάι - μία ακόμα τέτοια περιγραφή κι ενώ κυλιέμαι στον έντυπο βούρκο της ακολασίας, όταν οι ποιητικοφανείς ακροβατικές περιγραφές της no wave Λυδίας ζωντανεύουν. Αποκτούν εκείνον τον όχι μεγάλο, αέρινο όγκο που έχουν τα πραγματικά ηχητικά κύματα. Ω!, της παραδοξότητας όμως. Αντί για την κοριτσίστικη φωνή της 15χρονης πρωταγωνίστριας, οι εξίσου ακόλαστες περιγραφές φτάνουν στα δικά μου αυτιά πάνω σε μια γέρικη αντρική φωνή με ένρινη χροιά.  

Αναδύομαι αναγκαστικά από τους βαλτωμένους ναρκώτοπους της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες στην παραλία, σηκώνω τα μάτια από τις σελίδες του βιβλίου και με κοφτό τόνο λέω στον ηλικιωμένο πορνόγερο που με τριγυρνάει

 - Δεν ενδιαφέρομαι ρε φίλε. 

Κοιτάζω τον - ενοχλητικότερο και από το μικρό ανοιχτοπράσινο φιδάκι που διέσχισε τις προάλλες την παραλία - ηλικιωμένο άντρα να απομακρύνεται, να μπαίνει στη βάρκα του και να ξανοίγεται στη θάλασσα προς άγρα νέων συγκινήσεων.
 
 


Σήμερα δεν βούτηξα, ούτε και τέλειωσα τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Τα κύματα αφού κατάπιαν τη μισή παραλία με έστειλαν άρον άρον σπίτι να μαγειρέψω κοτόπουλο και έπειτα από 11 χρόνια τηγανιτές πατάτες.

 
 
Related Posts with Thumbnails